[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Εκείνα τα χρόνια που ο πόλεμος είχε απλωθεί σαν μαύρο σύννεφο πάνω από την Ελλάδα, οι άνθρωποι είχαν μάθει να ζουν με τον φόβο, την πείνα και την αγωνία για την επόμενη μέρα. Στα νησιά του Ιονίου...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Εκείνα τα χρόνια που ο πόλεμος είχε απλωθεί σαν μαύρο σύννεφο πάνω από την Ελλάδα, οι άνθρωποι είχαν μάθει να ζουν με τον φόβο, την πείνα και την αγωνία για την επόμενη μέρα.

Στα νησιά του Ιονίου, όπου η θάλασσα άλλοτε έφερνε το λάδι και το σταφύλι στο λιμάνι κι άλλοτε έφερνε πολεμικά πλοία και διαταγές, οι οικογένειες κρατούσαν κλειστά τα παραθυρόφυλλα τις νύχτες και χαμήλωναν τις λάμπες τους, μην τύχει και τραβήξουν την προσοχή των κατακτητών.

Κι όμως, ακόμη και μέσα σε εκείνη τη σκοτεινιά, υπήρχαν καρδιές που δεν είχαν παραδοθεί στο μίσος και στην εκδίκηση.

Σ' ένα μικρό χωριό της Κεφαλονιάς, ψηλά στις πλαγιές κάτω από τον Αίνο, ζούσε η κυρά Μαρουσώ, μια χήρα γυναίκα που είχε μεγαλώσει τα παιδιά της με τον ιδρώτα του προσώπου της και με όσα λίγα μπορούσε να της δώσει η πετρώδης γη του νησιού.

Το σπίτι της ήταν φτωχικό, με πέτρινους τοίχους, κεραμίδια βαριά για τον αέρα και μια αυλή όπου φύτρωναν δυο λεμονιές κι ένας παλιός κορμός ελιάς.

Από το πρωί ως το βράδυ πάλευε να εξασφαλίσει το λιγοστό φαγητό της οικογένειας, μετρώντας το αλεύρι, τις ελιές και τα ξερά φασόλια που είχαν απομείνει στο πιθάρι. Η Κατοχή είχε στερήσει από τους ανθρώπους ακόμη και τα πιο απλά αγαθά, μα δεν είχε καταφέρει να στερήσει από όλους την ανθρωπιά τους.

Ένα παγωμένο βράδυ του φθινοπώρου, ενώ ο αέρας κατέβαινε παγωμένος από τον Αίνο και σφύριζε στα στενά καλντερίμια και η θάλασσα του Αργοστολίου βρυχιόταν μακριά, η κυρά Μαρουσώ άκουσε έναν αδύναμο χτύπο στην εξώπορτα.

Αρχικά φοβήθηκε να πλησιάσει.

Εκείνες τις ημέρες οι Γερμανοί έκαναν περιπολίες, έψαχναν σπίτια και στάνες και δεν δίσταζαν να τιμωρήσουν παραδειγματικά όποιον υποψιάζονταν πως βοηθούσε κάποιον φυγά.

Όταν όμως άνοιξε μια μικρή χαραμάδα, αντίκρισε έναν νεαρό Ιταλό στρατιώτη, εξαντλημένο, με σκισμένα ρούχα, λασπωμένα άρβυλα και μάτια γεμάτα τρόμο.

Το πρόσωπό του ήταν χλωμό και τα χέρια του έτρεμαν τόσο, που δυσκολευόταν να σταθεί όρθιος.

Η συνθηκολόγηση της Ιταλίας τον Σεπτέμβρη του '43 είχε μετατρέψει χιλιάδες Ιταλούς στρατιώτες της Μεραρχίας Άκουι στην Κεφαλονιά από συμμάχους των Γερμανών σε καταδιωκόμενους.

Άλλοι είχαν παραδοθεί, άλλοι είχαν εκτελεστεί στα ρέματα και στις ρεματιές του νησιού, κι άλλοι είχαν σκορπιστεί στα βουνά και στα χωριά, αναζητώντας έναν τρόπο να γλιτώσουν από το εκδικητικό χέρι των πρώην συμμάχων τους.

Ο νεαρός που στεκόταν μπροστά στην κυρά Μαρουσώ είχε καταφέρει να ξεφύγει από ένα απόσπασμα που μετέφερε Ιταλούς στρατιώτες προς το Αργοστόλι.

Είχε περιπλανηθεί για ώρες μέσα από τα κυπαρίσσια και τις ρεματιές, χωρίς νερό και χωρίς να γνωρίζει πού να κρυφτεί.

Η πόρτα εκείνου του σπιτιού ήταν η τελευταία του ελπίδα.

Η γυναίκα κοίταξε πίσω της.

Τα δυο μικρότερα παιδιά της κοιμούνταν στο διπλανό δωμάτιο, ενώ ο μεγαλύτερος γιος της έλειπε με τον γαμπρό της, προσπαθώντας να εξασφαλίσουν λίγα ψάρια και λίγο λάδι για την οικογένεια.

Ήξερε καλά τι θα μπορούσε να συμβεί αν οι Γερμανοί ανακάλυπταν τον ξένο στο σπίτι της.

Δεν κινδύνευε μόνο η δική της ζωή, αλλά και εκείνη των παιδιών της.

Παρ' όλα αυτά, όταν αντίκρισε το βλέμμα του νεαρού, δεν είδε τον στρατιώτη μιας κατοχικής δύναμης.

Είδε έναν άνθρωπο που φοβόταν τον θάνατο και παρακαλούσε σιωπηλά να ζήσει.

Τον τράβηξε γρήγορα μέσα και τον οδήγησε στο παλιό λιοτρίβι πίσω από το σπίτι, εκεί όπου φύλαγε ξύλα, άδεια κοφίνια και εργαλεία για τα κτήματα.

Πίσω από μια στοίβα σακιά με κουκούτσια είχε απομείνει ένας στενός χώρος, αρκετός για να χωρέσει ένας άνθρωπος ξαπλωμένος.

Του έφερε λίγο νερό, ένα κομμάτι ξερό ψωμί και μια παλιά κουβέρτα υφαντή στον αργαλειό.

Εκείνος έφαγε βιαστικά, με τα χέρια του να τρέμουν ακόμη, και ύστερα σωριάστηκε στο χώμα, εξαντλημένος.

Η κυρά Μαρουσώ έκλεισε το λιοτρίβι και επέστρεψε στο σπίτι της, γνωρίζοντας πως από εκείνη τη στιγμή κάθε θόρυβος στην αυλή θα μπορούσε να σημαίνει συμφορά.

Τις επόμενες ημέρες, η αγωνία έγινε μέρος της καθημερινότητάς της.

Κάθε φορά που ακουγόταν μηχανή στον δρόμο προς τα χωριά του Αίνου ή βαριά βήματα στο καλντερίμι, ένιωθε την καρδιά της να χτυπά δυνατά. Οι Γερμανοί περνούσαν συχνά από το χωριό, ρωτούσαν τους κατοίκους για φυγάδες και έψαχναν εγκαταλειμμένα λιοτρίβια και μαντριά.

Εκείνη συνέχιζε τις δουλειές της σαν να μη συνέβαινε τίποτα, μα κάθε βράδυ περίμενε να σκοτεινιάσει για να πάει στο λιοτρίβι με λίγο φαγητό και νερό.

Όταν επέστρεψε ο γιος της, η κυρά Μαρουσώ τού αποκάλυψε το μυστικό.

Περίμενε πως θα την κατηγορούσε για την απερισκεψία της, πως θα της θύμιζε ότι η οικογένεια είχε ήδη αρκετά βάσανα και δεν μπορούσε να φορτωθεί και τον κίνδυνο ενός ξένου στρατιώτη.

Εκείνος, όμως, έμεινε για λίγο σιωπηλός.

Ύστερα πήγε στο λιοτρίβι και αντίκρισε τον νεαρό, που είχε μαζευτεί σε μια γωνιά, έτοιμος να δεχτεί όποια τιμωρία κι αν ακολουθούσε.

Ο γιος της κυρά Μαρουσώς είχε χάσει τον πατέρα του από αρρώστια λίγα χρόνια πριν από τον πόλεμο και γνώριζε από πρώτο χέρι τι σήμαινε να παλεύεις για την επιβίωση.

Είχε δει ανθρώπους να λιποθυμούν από την πείνα και οικογένειες να ξεπουλούν τα υπάρχοντά τους για μια χούφτα αλεύρι.

Δεν είχε ξεχάσει, όμως, ούτε τις φορές που οι Ιταλοί στρατιώτες είχαν επιτάξει λάδι και κρασί από το χωριό, αφήνοντας πίσω τους θυμό και πικρία.

Αντί να αφήσει αυτές τις αναμνήσεις να τον κάνουν σκληρότερο, κατάλαβε πως ο άνθρωπος που είχε μπροστά του δεν ήταν ολόκληρος ο στρατός που υπηρετούσε, αλλά ένας νέος που προσπαθούσε να ξεφύγει από έναν θάνατο που δεν είχε επιλέξει.

Από εκείνη την ημέρα, μάνα και γιος συνεργάστηκαν για να τον κρατήσουν κρυμμένο.

Του έφεραν καθαρά ρούχα από τα παλιά του σπιτιού, τον βοήθησαν να περιποιηθεί τις πληγές στα πόδια του και φρόντισαν να μην εμφανίζεται ποτέ στο παράθυρο ή στην αυλή.

Ο νεαρός, που ονομαζόταν Μάρκο, άρχισε σιγά σιγά να συνέρχεται.

Ήταν λιγομίλητος, εργατικός και πρόθυμος να προσφέρει ό,τι μπορούσε.

Δεν ζητούσε τίποτε περισσότερο από ένα ασφαλές μέρος για να κοιμηθεί και λίγο φαγητό για να κρατηθεί στη ζωή.

Η παραμονή του στο λιοτρίβι, ωστόσο, δεν μπορούσε να συνεχιστεί επ' αόριστον.

Το σπίτι βρισκόταν κοντά στον κεντρικό δρόμο που οδηγούσε στο Αργοστόλι και οι περιπολίες γίνονταν όλο και συχνότερες.

Ο γιος της κυρά Μαρουσώς θυμήθηκε τότε έναν παλιό γνωστό του, τον Λευτέρη, που ζούσε σε έναν απομονωμένο οικισμό πιο ψηλά, προς τον Αίνο, ανάμεσα σε ξερολιθιές και μαντριά.

Εκείνος είχε ένα μικρό αγρόκτημα με κατσίκες και λίγα χωράφια, μακριά από τους δρόμους που χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί.

Η πρόσβαση γινόταν από ένα δύσβατο μονοπάτι, μέσα από πουρνάρια, αστιβές και χαμηλούς θάμνους, και ελάχιστοι ξένοι γνώριζαν την ύπαρξή του.

Ένα βράδυ χωρίς φεγγάρι, μάνα και γιος ετοίμασαν για τον Μάρκο ένα δέμα με ψωμί, λίγες ελιές και ένα παλιό πανωφόρι.

Ο νεαρός φόρεσε τα ρούχα του γιου της και ακολούθησε τον δρόμο προς το αγρόκτημα, έχοντας δίπλα του τον άνθρωπο που είχε αποφασίσει να ρισκάρει τη ζωή του για να τον οδηγήσει στην ασφάλεια.

Περπάτησαν για ώρες, σταματώντας κάθε φορά που άκουγαν θόρυβο ή έβλεπαν φως να κινείται μακριά, προς τη μεριά της θάλασσας.

Το κρύο του βουνού τους περόνιαζε και η κούραση βάραινε τα πόδια τους, μα κανείς τους δεν σκέφτηκε να γυρίσει πίσω. Ο Λευτέρης τούς περίμενε με ανησυχία.

Όταν άκουσε την ιστορία, δέχτηκε να φιλοξενήσει τον Ιταλό, παρόλο που γνώριζε καλά πως η ανακάλυψή του θα μπορούσε να στοιχίσει ακριβά σε ολόκληρη την οικογένειά του.

Είχε κι εκείνος υποφέρει από τις επιτάξεις και την αυθαιρεσία των κατακτητών.

Είχε δει το λιγοστό του λάδι να φεύγει με τη βία και τα ζώα του να χάνονται μέσα σε μια μέρα, χωρίς να μπορεί να διαμαρτυρηθεί.

Παρ' όλα αυτά, δεν θέλησε να αφήσει έναν άνθρωπο να χαθεί μπροστά στα μάτια του, μόνο και μόνο επειδή φορούσε τη στολή μιας χώρας που είχε συμμετάσχει στην κατοχή της πατρίδας του.

Έτσι, ο Μάρκο βρήκε καταφύγιο στο μικρό αγρόκτημα του Αίνου.

Την ημέρα εργαζόταν στα χωράφια, κουβαλούσε ξύλα, φρόντιζε τα ζώα και βοηθούσε σε κάθε δύσκολη δουλειά.

Για να μην κινεί υποψίες, φορούσε απλά κεφαλονίτικα ρούχα, μια παλιά βράκα και ένα μάλλινο γιλέκο, και απέφευγε να πλησιάζει τα πολυσύχναστα μέρη.

Σιγά σιγά έμαθε να συνεννοείται με τους ανθρώπους του τόπου, να ξεχωρίζει τις εποχές της σποράς και της συγκομιδής και να περπατά στα μονοπάτια του βουνού χωρίς να αφήνει πίσω του ίχνη που θα μπορούσαν να προδώσουν την παρουσία του.

Οι μήνες περνούσαν δύσκολα, καθώς ο πόλεμος συνεχιζόταν και η πείνα εξακολουθούσε να βασανίζει τους κατοίκους.

Κάποιες φορές ο Λευτέρης αναγκαζόταν να στερήσει από τη δική του οικογένεια για να εξασφαλίσει ένα πιάτο φαγητό στον προστατευόμενό του. Ο Μάρκο το αντιλαμβανόταν και προσπαθούσε να ανταποδώσει τη φιλοξενία με περισσότερη δουλειά.

Δεν αντιμετώπιζε τον εαυτό του σαν φιλοξενούμενο που είχε δικαίωμα να απαιτεί, αλλά σαν άνθρωπο που είχε λάβει μια δεύτερη ευκαιρία και όφειλε να την τιμήσει.

Η πικρία, βέβαια, δεν είχε εξαφανιστεί από τις καρδιές όλων.

Κάποιοι χωριανοί, που είχαν υποστεί ταπεινώσεις και απώλειες από τους Ιταλούς, δυσκολεύονταν να δεχτούν πως ένας στρατιώτης της ίδιας δύναμης ζούσε προστατευμένος σε ελληνικό σπίτι, την ώρα που άλλοι Ιταλοί είχαν εκτελεστεί άδικα λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα.

Όταν η παρουσία του έγινε γνωστή σε λίγους έμπιστους ανθρώπους, ακούστηκαν βαριές κουβέντες και εκδηλώθηκε θυμός. Ο Λευτέρης δεν προσπάθησε να δικαιολογήσει τα εγκλήματα της κατοχής ούτε να πείσει κανέναν πως ο πόνος τους ήταν μικρός.

Προσπάθησε μόνο να τους κάνει να καταλάβουν πως η προστασία ενός ανυπεράσπιστου ανθρώπου δεν σήμαινε συγχώρεση των όσων είχαν συμβεί, αλλά άρνηση να συνεχιστεί ο κύκλος της βίας πάνω σε κάποιον που δεν μπορούσε πια να βλάψει κανέναν. Ο Μάρκο, από την πλευρά του, δεχόταν τη δυσπιστία χωρίς θυμό.

Γνώριζε πως οι άνθρωποι που τον κοιτούσαν με καχυποψία είχαν τους δικούς τους νεκρούς, τις δικές τους πληγές και τις δικές τους αναμνήσεις από τη σφαγή της Κεφαλονιάς.

Δεν ζητούσε να τον αγαπήσουν ούτε να ξεχάσουν όσα είχαν περάσει.

Προσπαθούσε μόνο να αποδείξει με τη στάση του πως η ευγνωμοσύνη του δεν ήταν μια προσωρινή συγκίνηση, αλλά κάτι που θα κουβαλούσε μαζί του για όλη του τη ζωή.

Όταν έφτασε επιτέλους η απελευθέρωση, το χωριό γέμισε καμπάνες, αγκαλιές και δάκρυα.

Οι άνθρωποι άρχισαν να ανοίγουν ξανά τα σπίτια τους, να επισκευάζουν τις ζημιές και να σχεδιάζουν μια ζωή χωρίς καθημερινό φόβο. Ο Μάρκο μπορούσε πια να φύγει από το κρησφύγετό του και να αναζητήσει τρόπο επιστροφής στην Ιταλία.

Πριν αναχωρήσει, κατέβηκε από το βουνό και πέρασε από το σπίτι της κυρά Μαρουσώς, γονάτισε μπροστά της και φίλησε τα χέρια που του είχαν προσφέρει νερό, ψωμί και σωτηρία όταν ολόκληρος ο κόσμος τού είχε γυρίσει την πλάτη.

Έφυγε με ένα μικρό δέμα τροφίμων και μερικά χρήματα που είχαν συγκεντρώσει οι άνθρωποι του χωριού.

Δεν ήταν πολλά, μα για εκείνον είχαν αξία μεγαλύτερη από κάθε περιουσία, επειδή προέρχονταν από ανθρώπους που είχαν ελάχιστα και παρ' όλα αυτά είχαν βρει τρόπο να μοιραστούν.

Έφτασε τελικά στην πατρίδα του, κοντά στην οικογένειά του, κουβαλώντας μαζί του μια ιστορία που δυσκολευόταν να διηγηθεί χωρίς να συγκινηθεί.

Για πολλά χρόνια έστελνε γράμματα στην Κεφαλονιά.

Έγραφε για τη δουλειά του, για τη γυναίκα που παντρεύτηκε, για τα παιδιά που απέκτησε και για τη ζωή που κατάφερε να ξαναχτίσει μετά τον πόλεμο.

Στα γράμματά του δεν ξεχνούσε ποτέ να αναφέρει την κυρά Μαρουσώ και τον Λευτέρη, τους δύο ανθρώπους που είχαν γίνει για εκείνον η γέφυρα ανάμεσα στον φόβο και στην ελευθερία.

Κάθε φορά που έφτανε μια κάρτα, η οικογένεια τη φύλαγε με προσοχή μέσα σε ένα συρτάρι, μαζί με τις παλιές φωτογραφίες και τα λιγοστά ενθύμια από τα χρόνια εκείνα.

Πέρασαν δεκαετίες.

Τα παιδιά μεγάλωσαν, οι παλιοί κάτοικοι άσπρισαν και οι περισσότεροι πρωταγωνιστές εκείνης της ιστορίας έφυγαν από τη ζωή.

Οι μνήμες, όμως, παρέμειναν ζωντανές μέσα από τις διηγήσεις που περνούσαν από στόμα σε στόμα, σαν μια μικρή φλόγα που κανείς δεν ήθελε να αφήσει να σβήσει.

Κάποιο απόγευμα, πολλά χρόνια αργότερα, ένας ηλικιωμένος Ιταλός έφτασε στο νησί συνοδευόμενος από τη σύζυγό του.

Κρατούσε μια παλιά φωτογραφία, κιτρινισμένη από τον χρόνο, και ένα χαρτί με τα ονόματα που είχε φυλάξει σαν πολύτιμο θησαυρό.

Αναζητούσε την οικογένεια που τον είχε σώσει, μα έμαθε πως η κυρά Μαρουσώ, ο γιος της και ο Λευτέρης είχαν πια πεθάνει.

Στάθηκε για ώρα μπροστά στο παλιό σπίτι κάτω από τον Αίνο, με τα μάτια βουρκωμένα, και κοίταξε την αυλή όπου κάποτε είχε βρει καταφύγιο από τον θάνατο, με τις λεμονιές και το παλιό λιοτρίβι.

Οι άνθρωποι που τον είχαν προστατεύσει δεν βρίσκονταν πια εκεί για να τον υποδεχτούν, όμως η μνήμη τους παρέμενε ζωντανή στους απογόνους τους.

Πριν φύγει από το νησί, άφησε στους ανθρώπους της οικογένειας ένα γράμμα, μέσα στο οποίο είχε γράψει όλα όσα δεν είχε προλάβει να πει στους σωτήρες του.

Τους ευχαριστούσε που, σε μια εποχή όπου οι άνθρωποι χωρίζονταν σε εχθρούς και φίλους, εκείνοι είχαν κοιτάξει πέρα από τις στολές, τις σημαίες και τα μίση.

Του είχαν χαρίσει όχι μόνο τη ζωή του, αλλά και την πίστη πως η καλοσύνη μπορεί να επιβιώσει ακόμη και στις πιο σκοτεινές εποχές.

Κι αυτή ήταν ίσως η μεγαλύτερη κληρονομιά που άφησαν πίσω τους οι απλοί άνθρωποι της Κεφαλονιάς.

Δεν είχαν πολεμήσει σε μεγάλα μέτωπα, δεν είχαν υψώσει σημαίες ούτε είχαν γραφτεί τα ονόματά τους σε μνημεία.

Είχαν μονάχα ένα φτωχικό σπίτι, λίγο λάδι, ένα κρυφό μονοπάτι στον Αίνο και μια καρδιά που δεν είχε γίνει πέτρα από τον πόνο.

Μέσα στην Κατοχή, όταν η πείνα και η εκδίκηση απειλούσαν να καταπιούν κάθε ίχνος ανθρωπιάς, είχαν επιλέξει να σώσουν έναν άνθρωπο, χωρίς να ζητήσουν τίποτε σε αντάλλαγμα.

Γιατί η πραγματική μεγαλοψυχία δεν φαίνεται όταν προσφέρεις κάτι που σου περισσεύει, αλλά όταν μοιράζεσαι το ελάχιστο που έχεις, ακόμη κι αν γνωρίζεις πως μπορεί να το πληρώσεις με την ίδια σου τη ζωή.

Και οι άνθρωποι εκείνοι, οι απλοί Κεφαλονίτες που δεν είχαν τίποτε άλλο παρά την αξιοπρέπειά τους, απέδειξαν πως ακόμη και μέσα στον πόλεμο μπορεί να υπάρξει ένας διαφορετικός τρόπος να νικήσει κανείς. Όχι σκοτώνοντας τον εχθρό του, αλλά αρνούμενος να χάσει την ανθρωπιά του. Άννα Δανάλη

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences