Χτυπούσε το κουδούνι ασταμάτητα κι εγώ στεκόμουν πίσω από την πόρτα με την ανάσα κομμένη. Το κινητό μου αναβόσβηνε στο τραπέζι. «Άνοιξε, σε είδα ότι είσαι σπίτι», μήνυμα από τη Νάντια. Δίπλα της, το...
Χτυπούσε το κουδούνι ασταμάτητα κι εγώ στεκόμουν πίσω από την πόρτα με την ανάσα κομμένη.
Το κινητό μου αναβόσβηνε στο τραπέζι. «Άνοιξε, σε είδα ότι είσαι σπίτι», μήνυμα από τη Νάντια.
Δίπλα της, το ήξερα, θα ήταν τα δύο παιδιά της με τις τσάντες στους ώμους, έτοιμα να μπουν σαν να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο.
Και τότε άκουσα τον μικρό να λέει, σχεδόν κλαίγοντας, «μαμά, θα αργήσεις;». Εκεί λύγισα, αλλά δεν άνοιξα. Λέγομαι Δήμητρα, είμαι 38 χρονών, δουλεύω από το σπίτι για ένα λογιστικό γραφείο και παράλληλα τρέχω όλο το σπίτι σχεδόν μόνη μου.
Έχω κι εγώ ένα παιδί, τον Στέλιο, στην τετάρτη δημοτικού.
Ο άντρας μου, ο Κώστας, λείπει πολλές ώρες λόγω δουλειάς και, για να είμαι δίκαιη, κουράζεται.
Αλλά κι εγώ; Εγώ πότε δεν κουράστηκα; Η αδερφή του, η Νάντια, είχε αρχίσει εδώ και μήνες να φέρνει τα παιδιά της χωρίς προειδοποίηση.
Στην αρχή ήταν «μια ώρα μόνο, έχω να πεταχτώ μέχρι τον γιατρό». Μετά έγινε «έχω μια δουλειά στην τράπεζα». Μετά «θα πάω σούπερ μάρκετ γιατί δεν πρόλαβα». Ύστερα δεν έδινε καν εξήγηση.
Χτυπούσε το κουδούνι, μου χαμογελούσε όπως χαμογελάνε οι άνθρωποι όταν θεωρούν κάτι ήδη λυμένο και έλεγε: «Τα αφήνω λίγο, ε; Θα γυρίσω γρήγορα.» Λίγο.
Αυτό το λίγο μπορούσε να γίνει τρεις ώρες, τέσσερις, ολόκληρο απόγευμα.
Τα παιδιά δεν έφταιγαν.
Καλά παιδιά ήταν.
Αλλά εγώ είχα δουλειά, μαγείρεμα, πλύσιμο, το δικό μου παιδί να διαβάσει, και ξαφνικά είχα άλλα δύο να τσακώνονται για το τηλεκοντρόλ και να ζητάνε τοστ.
Κι όλα αυτά χωρίς να με έχει ρωτήσει κανείς αν μπορώ.
Μια φορά, ενώ ήμουν σε τηλεδιάσκεψη, άκουσα την εξώπορτα να ανοίγει. Η Νάντια είχε δώσει στα παιδιά της να χτυπήσουν και να μπουν μόνα τους επειδή «με ξέρουν το σπίτι». Έκλεισα το μικρόφωνο και πήγα τρέχοντας στο σαλόνι.
Η μικρή είχε ήδη βγάλει τα παπούτσια της και ο μικρός φώναζε ότι πεινάει.
Όταν το είπα το βράδυ στον Κώστα, με κοίταξε λες και παραπονιόμουν για κάτι γελοίο. «Ε, και; Παιδιά είναι.» «Κώστα, δεν γίνεται αυτό τρεις και τέσσερις φορές την εβδομάδα.» «Η αδερφή μου έχει ανάγκη.» «Κι εγώ έχω ανάγκη.
Εγώ γιατί δεν με βλέπει κανείς;» Αναστέναξε βαριά και πέταξε εκείνο το φοβερό: «Μην είσαι τόσο εγωίστρια.
Οικογένεια είμαστε.» Εκεί με χτύπησε πιο πολύ απ’ όλα. Εγωίστρια.
Επειδή δεν ήθελα να είμαι η απλήρωτη νταντά της οικογένειας.
Επειδή ήθελα να ξέρω πότε θα έχω κόσμο σπίτι μου.
Επειδή ήθελα να πιω έναν καφέ χωρίς να ακούω φωνές από το παιδικό.
Άρχισα να νευριάζω με τα πάντα.
Με τα άπλυτα στον νεροχύτη.
Με το κουδούνι.
Ακόμα και με το κινητό όταν έβλεπα το όνομα της Νάντιας.
Ένιωθα άσχημα γι’ αυτό, αλλά ήταν αλήθεια. Μια Πέμπτη είχα πυρετό, είχα προθεσμία στη δουλειά και ο Στέλιος είχε μείνει σπίτι με βήχα.
Και πάλι, στις έντεκα παρά τέταρτο, χτύπησε το κουδούνι.
Άνοιξα και τη βλέπω με γυαλιά ηλίου, τσάντα στον ώμο, τα παιδιά δίπλα της. «Δήμητρα, σώσε με, έχω ένα ραντεβού επείγον.» «Ποιο ραντεβού;» τη ρώτησα, χωρίς να το σκεφτώ.
Σταμάτησε. «Ε, προσωπική δουλειά.» Και τότε κατάλαβα ότι δεν ήταν το ραντεβού.
Ήταν η ευκολία.
Ήμουν η εύκολη λύση. «Δεν μπορώ σήμερα.» Με κοίταξε παγωμένα. «Δηλαδή;» 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους