Η τυραννία της κυριολεξίας Έχουμε αποκτήσει μια παράξενη εμμονή με την κυριολεξία. Κάθε υπερβολή αντιμετωπίζεται ως ανακρίβεια, κάθε μεταφορά ως σφάλμα και κάθε υπονοούμενο ως δήλωση που πρέπει να...
Η τυραννία της κυριολεξίας Έχουμε αποκτήσει μια παράξενη εμμονή με την κυριολεξία.
Κάθε υπερβολή αντιμετωπίζεται ως ανακρίβεια, κάθε μεταφορά ως σφάλμα και κάθε υπονοούμενο ως δήλωση που πρέπει να αποδειχθεί.
Και κάπως έτσι, μια ανθρώπινη κουβέντα καταλήγει σε μια γελοία αντιδικία για την ακριβή σημασία των λέξεων.
Η γλώσσα όμως δεν υπάρχει μόνο για να μεταδίδει πληροφορίες με ακρίβεια.
Είναι το μέσο με το οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο.
Οι μεταφορές, η ειρωνεία, ο σαρκασμός, η υπερβολή, το συναίσθημα και ο υπαινιγμός δεν αποτελούν παρεκκλίσεις από την ορθή επικοινωνία.
Είναι αναπόσπαστα στοιχεία της ανθρώπινης σκέψης.
Η εμμονή με την κυριολεξία έχει γίνει ένας βολικός τρόπος να αποφεύγουμε την ουσία και από τις προσωπικές σχέσεις μέχρι την πολιτική, συζητάμε όλο και περισσότερο για το τι ειπώθηκε και πως διατυπώθηκε και όλο και λιγότερο για το νόημα.
Η γιαγιά που λέει στο εγγόνι «θα σε φάω» δεν έχει καταγγελθεί ποτέ για κανιβαλισμό.
Η μητέρα που φωνάζει «θα σε σκοτώσω κακομοίρη μου» δεν έχει συλληφθεί.
Ο φίλος που «πέθανε στα γέλια» εξακολουθεί να κάθεται απέναντί μας και παραγγέλνει δεύτερο φρέντο.
Όταν, λοιπόν, κάποιος απομονώνει μια λέξη για να ακυρώσει ολόκληρο το επιχείρημα που τη συνοδεύει, δεν υπερασπίζεται την ακρίβεια, αλλά συχνά αποφεύγει να αναμετρηθεί με την ουσία της ανθρώπινης επικοινωνίας.
Αυτή η πρακτική αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία όταν χρησιμοποιείται για να αποδυναμώσει τη διαμαρτυρία και την κοινωνική αμφισβήτηση. Τα ΜΜΕ και τα σόσιαλ μίντια έχουν τελειοποιήσει αυτή τη συνήθεια.
Δεν διαβάζουμε πλέον για να καταλάβουμε, αλλά αναζητούμε τη φράση ή τη λέξη που θα απομονώσουμε, θα "φωτογραφίσουμε" και θα παρουσιάσουμε ως πειστήριο.
Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία που συζητά όλο και περισσότερο, αλλά συνεννοείται όλο και λιγότερο.
Η γλώσσα, όμως, δεν είναι συμβολαιογραφικό έγγραφο, είναι ένας ζωντανός οργανισμός με συμφραζόμενα.
Μερικές φορές λέμε «δεν πειράζει» ακριβώς επειδή πειράζει.
Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η εμμονή στη κυριολεκτική ακρίβεια εφαρμόζεται εξαιρετικά επιλεκτικά.
Η ίδια, για παράδειγμα, η κυβέρνηση που απαιτεί από τους πολίτες και την αντιπολίτευση να χρησιμοποιούν απολύτως ακριβείς διατυπώσεις, δεν διστάζει να καταφεύγει σε γενικεύσεις, συνθήματα και χαρακτηρισμούς όταν εξυπηρετούν την πολιτική της.
Στην ελληνική -και όχι μόνο- πολιτική σκηνή υπάρχει πλέον ένα ολόκληρο λεξιλόγιο υπό επιτήρηση.
Δεν επιτρέπεται να μιλήσεις για «κατάρρευση», επειδή το ΕΣΥ εξακολουθεί να λειτουργεί.
Για «ασφυξία», επειδή κανείς δεν έπαψε κυριολεκτικά να αναπνέει.
Για «οικονομικό στραγγαλισμό», επειδή η χρηματοδότηση των Δήμων δεν έχει διακοπεί ολοκληρωτικά.
Για «διάλυση», επειδή οι δημόσιοι θεσμοί εξακολουθούν τυπικά να υπάρχουν.
Για «ξεπούλημα», επειδή η πώληση πραγματοποιήθηκε έναντι τιμήματος.
Η πιο αποτελεσματική μορφή αυτής της επικοινωνιακής τακτικής δεν είναι να αποδείξεις ότι η κοινωνία κάνει λάθος, αλλά να την υποχρεώσεις να απολογείται διαρκώς για τον τρόπο με τον οποίο περιγράφει όσα ζει.
Και είναι εξοργιστικό ότι αυτή η απαίτηση για απόλυτη ακρίβεια προβάλλεται συχνά από εκείνους που δεν δείχνουν την ίδια ευαισθησία όταν χρησιμοποιούν οι ίδιοι τις λέξεις «τοξικότητα», «λαϊκισμός», «δικαιωματισμός της woke ατζεντας», «εισβολείς». «αποσταθεροποίηση» ή «εθνικός κίνδυνος», για να απαξιώσουν τους αντιπάλους τους ή μειονότητες για ψηφοθηρικούς λόγους.
Ετσι, η κυριολεξία γίνεται εχθρός της κατανόησης γιατί η ανθρώπινη επικοινωνία δεν απειλείται από τις μεταφορές, την ειρωνεία ή την πολιτική υπερβολή, αλλά όταν χάνουμε την ικανότητα να αναγνωρίζουμε το νόημα πίσω από τις λέξεις.
Η δημοκρατία, όμως δεν είναι διαγωνισμός ορθής διατύπωσης, αλλά η δυνατότητα να συζητάμε, να διαφωνούμε και κυρίως να αναγνωρίζουμε το πραγματικό περιεχόμενο όσων λέγονται.
Γιατί η πολιτική αντιπαράθεση δεν διεξάγεται μόνο γύρω από νομοσχέδια, προγράμματα και αριθμούς, αλλά και γύρω από τις έννοιες με τις οποίες ερμηνεύουμε την πραγματικότητα.
Τι θεωρούμε δίκαιο, τι ονομάζουμε κρίση, τι χαρακτηρίζουμε ακραίο, τι αποδεχόμαστε ως εφικτό ή αναπόφευκτο.
Και όταν χάνουμε τη δυνατότητα να περιγράφουμε τον κόσμο, περιορίζουμε τη δυνατότητά μας να τον αλλάξουμε Η πιο επικίνδυνη συνέπεια της τυραννίας της κυριολεξίας είναι να καταλήξουμε σε μια κοινωνία όπου όλο και περισσότεροι θα “διορθώνουν” τις λέξεις, αλλά όλο και λιγότεροι θα ενδιαφέρονται για όσα αυτές προσπαθούν να νοηματοδοτήσουν.
Κι όσο οι άνθρωποι απολογούνται για τον τρόπο που περιγράφουν την πραγματικότητα, εκείνοι που την καθορίζουν απαλλάσσονται από την υποχρέωση να απολογηθούν γι’ αυτήν.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους