[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Εκεί όπου κατοικεί ο Χριστός. Κάποτε, ένας γέροντας, ρώτησε έναν άνθρωπο, που ζούσε στην Αθήνα: Τέκνον μου, πώς κατορθώνεις, να κρατάς την καρδιά σου, κοντά στον Θεό, ενώ ζεις, μέσα σε τόση φασαρία...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Εκεί όπου κατοικεί ο Χριστός. Κάποτε, ένας γέροντας, ρώτησε έναν άνθρωπο, που ζούσε στην Αθήνα: Τέκνον μου, πώς κατορθώνεις, να κρατάς την καρδιά σου, κοντά στον Θεό, ενώ ζεις, μέσα σε τόση φασαρία; Ο άνθρωπος χαμογέλασε, και του αποκρίθηκε: Πάτερ μου, δεν έχω, ούτε την ησυχία του βουνού, ούτε το κελί ενός μοναχού.

Έχω ένα μικρό διαμέρισμα, μια εργασία, που με κουράζει, παιδιά, που χρειάζονται την αγάπη μου, και μια καθημερινότητα, που πολλές φορές με ξεπερνά.

Μα έχω, και κάτι ακόμη.

Έχω την επιθυμία, να μη βγει ο Χριστός, από τη ζωή μου.

Στο σπίτι του, η ημέρα άρχιζε, πριν ακόμη ξημερώσει καλά.

Η σύζυγός του, σηκωνόταν πρώτη.

Άναβε το καντήλι, έκανε τον σταυρό της, και στεκόταν για λίγα λεπτά, μπροστά στις άγιες εικόνες.

Δεν είχε πάντοτε, τον χρόνο να διαβάσει, πολλούς κανόνες.

Είχε όμως μια καρδιά, που ήθελε να μιλήσει στον Θεό.

Κύριε, φύλαξε σήμερα την οικογένειά μου.

Δώσε μου υπομονή, για να μη μιλήσω απότομα, αγάπη, για να μην πληγώσω, και φώτιση, για να κάνω το θέλημά Σου.

Ύστερα, άρχιζε η καθημερινότητα.

Το πρωινό, τα παιδιά, οι σχολικές τσάντες, οι εκκρεμότητες, τα τηλεφωνήματα.

Κάποιες φορές, το σπίτι γέμιζε, φωνές και βιασύνη.

Κάποιες άλλες, η κούραση, της προηγούμενης ημέρας, έκανε την υπομονή της, να λιγοστεύει.

Κι όμως, κάθε φορά που αισθανόταν, πως χάνει την ειρήνη της, σταματούσε για μια στιγμή, και ψιθύριζε: Χριστέ μου, βοήθησέ με να μη χάσω, την αγάπη μου, μέσα στις δουλειές μου.

Ο σύζυγός της, εργαζόταν πολλές ώρες.

Έπαιρνε καθημερινά το μετρό, περνούσε ανάμεσα, σε βιαστικούς ανθρώπους, άκουγε κορναρίσματα, αντιμετώπιζε απαιτήσεις, και δυσκολίες.

Κανείς δεν γνώριζε πόσες φορές, μέσα σε εκείνον τον θόρυβο, η καρδιά του, αναζητούσε λίγη σιωπή.

Στην αποβάθρα, καθώς περίμενε το τρένο, έλεγε την ευχή.

Στον δρόμο, όταν κάποιος τον αδικούσε, προσπαθούσε να μη βιαστεί, να ανταποδώσει.

Κι όταν επέστρεφε, κουρασμένος στο σπίτι, πριν παραπονεθεί για όσα τον βάραιναν, προσπαθούσε πρώτα, να ακούσει, τη γυναίκα του και τα παιδιά του.

Δεν τα κατάφερνε πάντοτε.

Υπήρχαν ημέρες που θύμωνε, που απογοητευόταν, που ξεχνούσε όσα είχε υποσχεθεί, στον Θεό το πρωί.

Μα είχε μάθει, κάτι πολύτιμο.

Να μην αφήνει την πτώση του, να γίνεται παραίτηση.

Να ζητά συγχώρηση, και να αρχίζει πάλι.

Τα παιδιά τους μεγάλωναν, μέσα σε αυτήν την απλή, καθημερινή πίστη.

Δεν άκουγαν, μόνο για τον Θεό.

Τον συναντούσαν, μέσα από τις μικρές πράξεις των γονιών τους.

Τον έβλεπαν, όταν η μητέρα τους άφηνε μια δουλειά στη μέση, για να αγκαλιάσει ένα παιδί, που είχε στενοχωρηθεί.

Όταν ο πατέρας τους, ζητούσε συγγνώμη, για μια άδικη κουβέντα.

Όταν η οικογένεια, θυμόταν να προσευχηθεί, για έναν γείτονα, που περνούσε δυσκολίες.

Όταν μοιραζόταν το φαγητό της, με κάποιον που είχε ανάγκη.

Ένα βράδυ, το μικρότερο παιδί, ρώτησε τη μητέρα του: Μαμά, πού μένει ο Θεός; Εκείνη, το πήρε στην αγκαλιά της, και του απάντησε: Στον Ουρανό, παιδί μου.

Μα θέλει να κατοικεί, και στην καρδιά μας.

Και πώς, θα Τον κρατήσουμε εκεί; επέμεινε το παιδί.

Η μητέρα, σώπασε για λίγο.

Ύστερα, του χάιδεψε τα μαλλιά.

Με την προσευχή, με την αγάπη, με τη συγχώρηση.

Και κάθε φορά, που κάνουμε το καλό, ακόμη κι όταν κανείς, δεν μας βλέπει. Την Κυριακή, πήγαιναν όλοι μαζί, στην Εκκλησία.

Όχι επειδή, η ζωή τους ήταν τέλεια, αλλά επειδή γνώριζαν, πως είχαν ανάγκη από τον Χριστό.

Έφερναν μαζί τους, τις χαρές, τις αποτυχίες, τις αγωνίες και τις ελπίδες τους.

Και μπροστά στο Άγιο Ποτήριο, ένιωθαν πως παρά τις αδυναμίες τους, ο Θεός τούς καλούσε πάντοτε, να επιστρέφουν κοντά Του, με μετάνοια, και αγάπη.

Όταν ο γέροντας, άκουσε την ιστορία, χαμήλωσε το βλέμμα και είπε: Να, τέκνον μου, αυτή είναι, η πνευματική ζωή.

Δεν χρειάζεται, να εγκαταλείψουν όλοι τις πόλεις, για να βρουν τον Θεό.

Χρειάζεται, να μην Τον εγκαταλείπουν, μέσα στην καθημερινότητά τους.

Διότι ο άνθρωπος, μπορεί να βρίσκεται σε ένα μοναστήρι, και η καρδιά του να περιπλανιέται, μακριά από τον Θεό.

Και μπορεί, να ζει στον έβδομο όροφο μιας πολυκατοικίας, ανάμεσα σε αυτοκίνητα, υποχρεώσεις, και ανθρώπινες φωνές, και η ψυχή του, να γίνεται κατοικητήριο της Θείας Χάριτος.

Μη νομίζεις, λοιπόν, πως ο Παράδεισος αρχίζει, μόνο όταν τελειώσουν οι υποχρεώσεις σου.

Μπορεί να αρχίσει την ώρα, που πλένεις τα πιάτα, με ευγνωμοσύνη.

Όταν επιστρέφεις κουρασμένος, και προσφέρεις ένα χαμόγελο.

Όταν συγκρατείς, έναν θυμό.

Όταν συγχωρείς εκείνον, που σε πλήγωσε.

Όταν, μέσα στην πιο δύσκολη στιγμή σου, σηκώνεις την καρδιά σου και λες: Κύριε, μη με αφήσεις να απομακρυνθώ από Σένα.

Γιατί ο Χριστός, δεν ζητά να Του προσφέρεις, μόνο τις ώρες που περισσεύουν.

Ζητά να Του ανοίξεις την καρδιά σου, μέσα σε όλες τις ώρες της ζωής σου.

Και ίσως αυτό να είναι, το μεγαλύτερο θαύμα της καθημερινότητας.

Να ζεις μέσα στον κόσμο, χωρίς να αφήνεις τον κόσμο, να σβήσει μέσα σου, την αγάπη του Θεού.

Να κατοικείς σε ένα μικρό σπίτι, και να χωράς μέσα του την προσευχή, τη συγχώρηση, την υπομονή, και την ελπίδα.

Να περπατάς, στους δρόμους της πόλης, και να προσπαθείς, να κρατάς την ψυχή σου, στραμμένη προς τον Ουρανό.

Γιατί δεν αγιάζεται, ο άνθρωπος μόνο, αλλάζοντας τόπο.

Αγιάζεται όταν, με τη χάρη του Θεού, αρχίζει να αλλάζει, η καρδιά του.

Και τότε, ακόμη κι ένα συνηθισμένο σπίτι, στην καρδιά της Αθήνας, μπορεί να γίνει ένας μικρός τόπος ειρήνης, ένα καταφύγιο αγάπης, μια γωνιά, όπου η οικογένεια, μαθαίνει να ζει με τον Χριστό. Πηγη: Εκ της συντακτικής ομάδας του: Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου Κολωνού π. Αθανάσιος

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences