«Ελπίζω να ντυθείς όμορφα αυτή τη φορά. Θα είναι πολύς κόσμος.» Αυτό μου είπε ο Νίκος στο τηλέφωνο, με εκείνη τη φωνή που πάντα έσταζε ειρωνεία όταν ήθελε να με μικρύνει. Έμεινα με το κινητό στο χέρι...
«Ελπίζω να ντυθείς όμορφα αυτή τη φορά. Θα είναι πολύς κόσμος.» Αυτό μου είπε ο Νίκος στο τηλέφωνο, με εκείνη τη φωνή που πάντα έσταζε ειρωνεία όταν ήθελε να με μικρύνει.
Έμεινα με το κινητό στο χέρι, στην κουζίνα του μικρού διαμερίσματος στο Παγκράτι, και για λίγα δευτερόλεπτα δεν ανέπνεα καν.
Με καλούσε στον γάμο του.
Στο μεγάλο ξενοδοχείο στο κέντρο της Αθήνας.
Σαν να μην είχε προηγηθεί τίποτα.
Σαν να μη μου είχε διαλύσει τη ζωή.
Το διαζύγιό μας είχε γίνει πόλεμος.
Όχι απλώς δύσκολο. Πόλεμος. Ο Νίκος είχε βρει κάθε νομικό παραθυράκι.
Είχε περάσει περιουσιακά στοιχεία σε εταιρείες, είχε εξαφανίσει λογαριασμούς, είχε παρουσιάσει την οικογενειακή μας ζωή σαν να ήμουν εγώ το βάρος που τον κρατούσε πίσω.
Το σπίτι στη Γλυφάδα έμεινε σε εκείνον.
Το εξοχικό στο Λουτράκι επίσης.
Εγώ βγήκα από δεκαπέντε χρόνια γάμου με δύο βαλίτσες, κάτι χαρτιά και μια ντροπή που μου έκαιγε το πρόσωπο κάθε φορά που συναντούσα γνωστούς.
Η μητέρα μου τότε μου έλεγε να μην πάω στον γάμο. «Τι δουλειά έχεις εσύ εκεί, Μαρία; Να σε δείξει στον κόσμο σαν τρόπαιο που ξεφορτώθηκε;» Είχε δίκιο.
Το ήξερα.
Αλλά κάτι μέσα μου δεν άντεχε άλλη φυγή.
Είχα περάσει μήνες κρυμμένη.
Δούλευα σε ένα μικρό λογιστικό γραφείο, έκοβα από παντού, μετρούσα μέχρι και τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ.
Και κάθε βράδυ σκεφτόμουν την ίδια σκηνή: εκείνον να πίνει ουίσκι στο σαλόνι που είχα διαλέξει εγώ, και να πιστεύει πως νίκησε.
Δεν πήγα μόνη μου. Τον Δημήτρη τον γνώρισα έναν χρόνο μετά το διαζύγιο, όταν είχα πάει σε μια συνάντηση για δουλειά στο Μαρούσι.
Δεν με πλησίασε σαν σωτήρας. Ευτυχώς.
Με κοίταξε σαν άνθρωπο.
Με άκουσε χωρίς να με λυπηθεί.
Και σιγά σιγά μπήκε στη ζωή μου με έναν ήρεμο τρόπο που στην αρχή με τρόμαζε, γιατί εγώ είχα συνηθίσει τη φασαρία, την ένταση, την προσβολή να έρχεται μαζί με τα λουλούδια.
Όταν του είπα για την πρόσκληση, με ρώτησε μόνο: «Θες να πας;» «Όχι.
Αλλά νομίζω πως πρέπει.» «Τότε θα έρθω μαζί σου.» Το βράδυ του γάμου, το ξενοδοχείο έλαμπε.
Κρύσταλλα, λουλούδια, βιολιά στην είσοδο, παρκαδόροι, γυναίκες ντυμένες σαν να πήγαιναν σε φωτογράφιση.
Μόλις μπήκα στην αίθουσα, ένιωσα βλέμματα να καρφώνονται πάνω μου.
Κάποιοι με αναγνώρισαν αμέσως.
Το είδα στα μάτια τους.
Εκείνο το μισό χαμόγελο, την αμηχανία που κρύβει περιέργεια.
Και μετά τον είδα. Ο Νίκος στεκόταν δίπλα στη νύφη του, τη Στέλλα, πολύ νεότερη, εντυπωσιακή, με ένα φόρεμα που γυάλιζε κάτω από τα φώτα.
Όταν με πλησίασε, χαμογέλασε όπως χαμογελούν οι άνθρωποι που νομίζουν ότι ελέγχουν το δωμάτιο. «Μαρία.
Ήρθες τελικά.» Κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω το φόρεμά μου.
Ύστερα γύρισε στον Δημήτρη. «Δεν μας συστήνεις;» Πριν προλάβω να μιλήσω, ο Δημήτρης άπλωσε το χέρι του. «Δημήτρης Ανδρεάδης.» Για πρώτη φορά είδα το πρόσωπο του Νίκου να παγώνει.
Μόνο για ένα δευτερόλεπτο, αλλά το είδα.
Το ήξερε το όνομα.
Όλοι στον χώρο των επιχειρήσεων το ήξεραν. «Χάρηκα», είπε ο Νίκος, μα η φωνή του είχε σφίξει.
Καθίσαμε σε τραπέζι κοντά στην πίστα.
Η μουσική έπαιζε, οι σερβιτόροι περνούσαν, όλοι έκαναν πως διασκεδάζουν. Ο Νίκος όμως δεν ήταν καλά.
Πηγαινοερχόταν νευρικά.
Έσκυβε πάνω από το κινητό του.
Μιλούσε ψιθυριστά με δύο άντρες από την εταιρεία του.
Κάποια στιγμή τον είδα να τραβάει την γραβάτα του σαν να τον έπνιγε. «Τι συμβαίνει;» ψιθύρισα στον Δημήτρη.
Με κοίταξε ήρεμα. «Αύριο το πρωί θα ανακοινωθεί επίσημα.
Η εταιρεία του εξαγοράστηκε.» Τον κοίταζα χωρίς να μιλάω. «Δεν ήταν φιλική κίνηση», πρόσθεσε χαμηλά. «Είχε προειδοποιήσεις. Δεν τις πήρε στα σοβαρά.» 📌 Η ιστορία συνεχίζεται στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους