Η σιωπηλή διαμαρτυρία του Πολυχρόνη Λεμπέση Η ιστορία της νεοελληνικής τέχνης δεν απαρτίζεται μόνο από θριάμβους, λαμπρές εκθέσεις και εθνικά οράματα. Συχνά, πίσω από τα επιχρυσωμένα σαλόνια και τις...
Η σιωπηλή διαμαρτυρία του Πολυχρόνη Λεμπέση Η ιστορία της νεοελληνικής τέχνης δεν απαρτίζεται μόνο από θριάμβους, λαμπρές εκθέσεις και εθνικά οράματα.
Συχνά, πίσω από τα επιχρυσωμένα σαλόνια και τις κριτικές των εφημερίδων του 19ου αιώνα, κρύβονταν σιωπηλές εντάσεις, καλλιτεχνικές ζήλιες και –όπως αποδεικνύεται από τα αρχεία– πρωτοφανείς πράξεις λογοκλοπής στο πεδίο του χρωστήρα.
Κεντρικό πρόσωπο σε αυτό το δράμα υπήρξε ο αδικημένος Πολυχρόνης Λεμπέσης, ένας καλλιτέχνης που, όπως εύστοχα έχει επισημανθεί, πλήρωσε το τίμημα στον ρεαλισμό. Στα Δ΄ Ολύμπια τον Οκτώβριο του 1888, μέσα σε μια Αθήνα που γιόρταζε με φουστανέλες και εθνικούς χορούς, η παρουσία του Λεμπέση πέρασε σχεδόν απαρατήρητη.
Ο ζωγράφος, βιοποριζόμενος από την αγιογράφηση αττικών ναών, παρουσίασε έργα ριζοσπαστικά για την εποχή, όπως το Μεράκι του τσολιά, (1884 ασπρόμαυρη φωτογραφία του έργου). Σε αντίθεση με τους καλλιτέχνες της Σχολής του Μονάχου, που έπλαθαν πλασματικούς παράδεισους για τη μεγαλοαστική τάξη, ο Λεμπέσης στράφηκε στον κόσμο του μόχθου.
Ένας τσολιάς απολαμβάνει τη στιγμή ανάπαυλας παίζοντας ταμπουρά, ενώ ένα παιδί συνοδεύει με φλογέρα.
Η απέριττη λευκότητα του χώρου και η παρουσία του καρυοφυλλιού λειτουργούν ως μια ωμή αποτύπωση του λαϊκού ήθους εντός του εργασιακού χώρου.
Το 1896, στην Α' Καλλιτεχνική Έκθεση των Αθηνών, ο Νικηφόρος Λύτρας παρουσίασε το εμβληματικό του έργο Ο Γαλατάς ή Ξεπούλημα, το οποίο απεικόνιζε έναν τσολιά σε εσωτερικό χώρο να χαλαρώνει παίζοντας μουσικό όργανο, πλαισιωμένο από τα εργαλεία της δουλειάς του.
Η ομοιότητα με το Μεράκι του τσολιά του Λεμπέση δεν ήταν απλώς μια τυχαία επιρροή, αλλά, σύμφωνα με τους μελετητές, μία από τις πρώτες τεκμηριωμένες ζωγραφικές κλοπές στην ιστορία της νεοελληνικής τέχνης, αποδεικνύοντας πως «δεν ακολουθούσε πάντα ο μαθητής τον δάσκαλο αλλά συνέβαινε και το αντίθετο». Η αντίδραση του Λεμπέση υπήρξε καταλυτική αλλά σιωπηλή: αρνήθηκε να συμμετάσχει στην έκθεση, συνεπαίρνοντας μαζί του μια πλειάδα καλλιτεχνών (Ροϊλός, Φιλιππότης, Λαμπάκης κ.ά.), γεγονός που προκάλεσε αίσθηση λόγω της ασυνήθιστα φτωχής συμμετοχής.
Ακόμη και οι προσπάθειες του Εμμανουήλ Ροΐδη από τις στήλες του τύπου να υπερασπιστούν τον Λύτρα, υποστηρίζοντας ότι δεν χρειαζόταν πλέον μοντέλα εκ του φυσικού, μαρτυρούν υπόγεια την ένταση που είχε δημιουργηθεί μεταξύ των δύο ανδρών.
Η ιστορία μπορεί να ανύψωσε τον Νικηφόρο Λύτρα ως τον μεγάλο αναμορφωτή της ελληνικής ζωγραφικής, επισκιάζοντας τον Λεμπέση ο οποίος κατέληξε στη συνείδηση του κοινού ως «ο πέμπτος του Μονάχου» και «ο ζωγράφος του χάλκινου μεταλλίου». Ωστόσο, όπως χαρακτηριστικά σημείωνε ο Στρατής Δούκας, «τέχνη γίνεται όταν πάψει να είναι εγωισμός». Στο πεδίο του καλλιτεχνικού ήθους, ο Πολυχρόνης Λεμπέσης υπερέβη ακόμη και τον δάσκαλό του, αφήνοντας παρακαταθήκη μια τέχνη απαλλαγμένη από εμπορικές σκοπιμότητες, αληθινή και απόλυτα συνδεδεμένη με τον μόχθο της ελληνικής ψυχής.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους