Ένα Παιδί Ανάμεσα Στην Επιβίωση Και Στη Σοφία.» «Να σε ρωτήσω κάτι;» είπε το μικρό αγόρι στον φίλο του. «Πες μου, σε παρακαλώ, πώς ξέρεις εσύ…’’ ‘’’ Ένα ποτάμι μην ντρέπεσαι, έτσι με ξέρουν όλοι εδώ...
Ένα Παιδί Ανάμεσα Στην Επιβίωση Και Στη Σοφία.» «Να σε ρωτήσω κάτι;» είπε το μικρό αγόρι στον φίλο του. «Πες μου, σε παρακαλώ, πώς ξέρεις εσύ…’’ ‘’’ Ένα ποτάμι μην ντρέπεσαι, έτσι με ξέρουν όλοι εδώ και χιλιάδες χρόνια. απάντησε ο φίλος του με απαλή, κελαρυστή φωνή. « Αν και, στην ουσία, δεν είμαι παρά μια σταγόνα.
Μια μικρή σταγόνα στον απέραντο ωκεανό του σύμπαντος...» «Έλα τώρα!» είπε το αγόρι με γέλιο. «Είσαι ο Σηκουάνας της Γαλλίας, σε ξέρω από το σχολείο.
Μη με κοροϊδεύεις! Μου μιλάς για ουσίες και σταγόνες, αλλά εσύ είσαι ποτάμι!» «Δεν είσαι μικρός», απάντησε το πνεύμα του ποταμού. «Αφού είμαι, το ξέρω!» «Δεν είσαι αυτό που νομίζεις πως είσαι.
Κανείς δεν είναι.
Αν θέλεις να μάθεις την αλήθεια, ρώτα με και θα σου πω.» Το αγόρι ανασήκωσε τα φρύδια του. «Ωραία, λοιπόν.
Τι είμαι;» «Είσαι ό,τι είσαι, όχι ό,τι νομίζεις.
Στην ουσία, είσαι ό,τι είμαι κι εγώ.» Το παιδί ξέσπασε σε γέλια. «Θες να πεις πως είμαι κι εγώ ένας μεγάλος Σηκουάνας;» Το ποτάμι χαμογέλασε. «Όχι ποτάμι.
Είσαι μια στάλα.
Μια μικρή σταγόνα στην απέραντη θάλασσα της αιωνιότητας.
Αυτό που οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει μέσα στη δίνη της επιβίωσης, αλλά θυμούνται οι σοφοί.
Είσαι ένα παιδί, κάπου ανάμεσα στην επιβίωση και στη σοφία.» Το αγόρι έγνεψε με δέος. «Μου αρέσει αυτό... αλλά δεν το καταλαβαίνω.
Πες μου, λοιπόν, εσύ τι είσαι;» «Είμαι το πνεύμα του ποταμού.
Κάποτε οι άνθρωποι με προσκυνούσαν, νομίζοντας πως είμαι θεός.
Τώρα πιστεύουν πως δεν είμαι τίποτα.
Με θεωρούν ανόητο, επειδή δεν έχω φωνή.
Όμως ανόητοι είναι όσοι νομίζουν πως μόνο εκείνοι που μιλούν έχουν αξία...» Το αγόρι έσφιξε τις γροθιές του. «Δεν είσαι ανόητος! Μιλάμε συνέχεια μαζί και λέμε όμορφα πράγματα! Είσαι ο καλύτερός μου φίλος!» Το ποτάμι κύλησε απαλά. «Σε ευχαριστώ, μικρέ μου φίλε.
Είναι τιμή μου που με έκανες φίλο σου.
Λίγοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τη γλώσσα και το πνεύμα των πραγμάτων.» Και συνέχισε: «Είμαι αυτό που μιλάς μαζί του, το πνεύμα του ποταμού.
Μια σταγόνα ύπαρξης στο μεγαλείο του σύμπαντος.
Μια μικρή δροσοσταλίδα στα φύλλα της αυγής.
Υδρατμός που ανεβαίνει στα ουράνια, σύννεφο, σταγόνες της βροχής που πέφτουν στη γη. Είμαι νερό, το αίμα στο σώμα της γης, αυτό που της δίνει ζωή.
Εί μαι το δάκρυ που σβήνει τον πόνο των ανθρώπων.
Δεν είμαι τίποτα σπουδαίο, ούτε και τίποτα ασήμαντο.
Όπως όλοι, είμαι μέρος του σύμπαντος.» Το αγόρι κοίταξε το ποτάμι με θαυμασμό. «Είσαι πολύ σημαντικός! Δεν είχα σκεφτεί ποτέ όλα αυτά! Είσαι φοβερός!» Το ποτάμι γέλασε απαλά. «Το ίδιο κι εσύ.
Γιατί, όπως είπαμε, είσαι ό,τι είμαι.» Το αγόρι δίστασε. «Όχι, εγώ δεν είμαι τίποτα ακόμα.
Είμαι μικρός.
Όταν μεγαλώσω, όμως, θα προσπαθήσω... να γίνω.» «Δε χρειάζεται προσπάθεια για να γίνει κανείς αυτό που ήδη είναι.
Από τη στιγμή που υπάρχει, είναι.
Πολλοί μεγαλώνουν και πεθαίνουν χωρίς να το καταλάβουν.
Χρειάζεται μόνο λίγος χρόνος, όχι χρόνια, για να συνειδητοποιήσει κανείς πως είναι μια τέλεια σταγόνα στην απεραντοσύνη της ύπαρξης.
Και, ως τέτοια, είναι αιώνια.» Το αγόρι ανοιγόκλεισε τα μάτια. «Δηλαδή... κι εγώ είμαι αιώνιος;» «Όσο η αιωνιότητα.» «Λες ψέματα.
Δεν είμαι αιώνιος.
Θα πεθάνω κάποια μέρα, όπως όλοι...» «Δε θα πεθάνεις.
Θα νομίζεις πως πέθανες.
Ο θάνατος είναι το μεγάλο ψέμα της ζωής.» Το αγόρι σούφρωσε τα χείλη. «Γιατί είναι ψέμα; Αφού, όταν κάποιος πεθαίνει, κλαίνε οι δικοί του...» «Και τι σημαίνει αυτό; Πως πέθανε στ’ αλήθεια;» Το παιδί σκέφτηκε για λίγο. «Δηλαδή... κανείς δεν πεθαίνει;» «Ακριβώς.
Υπάρχει μόνο η αιωνιότητα, αυτό που εσείς οι άνθρωποι λέτε “αιώνια ζωή”. Αυτό που λέτε “θάνατο”, κάποιοι άλλοι μπορεί να το λένε αναγέννηση, ουρανό, επιστροφή, κάθαρση...» «Και εσύ πώς το λες;» «Θεϊκή εμπειρία.
Όταν στεγνώνει μια σταγόνα ή ένα ποτάμι, όταν το σώμα γερνάει, η ουσία ελευθερώνεται.
Αποχωρίζεται το βάρος του κόσμου, καθαρίζει και ανεβαίνει στα ουράνια.
Δεν πεθαίνει.
Γίνεται σύννεφο και ταξιδεύει.
Βλέπει τα πάντα από ψηλά... και ύστερα επιστρέφει ως βροχή.» Το αγόρι χαμογέλασε πλατιά. «Όπως μου είπες πριν!» Το ποτάμι αναδεύτηκε παιχνιδιάρικα. «Ακριβώς, μικρέ μου φίλε.
Η μνήμη είναι η μαμή της μάθησης.
Η λήθη, η κακή μητριά της.» Το παιδί έμεινε σιωπηλό για λίγο, συλλογιζόμενο τα λόγια του ποταμού. «Άρα... αν δεν χάνεται ποτέ μια στάλα, τότε δεν μπορεί να χαθεί ούτε ένας ολόκληρος άνθρωπος, σωστά;» Το πνεύμα του ποταμού κύλησε απαλά. «Αυτό ακριβώς.
Η ουσία των πραγμάτων δεν χάνεται. Ταξιδεύει.
Κάνει κύκλους, αλλάζει μορφές... και υπάρχει αιώνια.
Γιατί αν χανόταν σε κάθε κύκλο τη , μετά από δισεκατομμύρια που ‘χει κάνει μέχρι τώρα στους αιώνες, δε θα υπήρχε ούτε ίχνος απ’ αυτή, ούτε κι εμείς θά ‘μασταν εδώ τώρα να μιλάμε.» Το παιδί κοίταξε το ποτάμι με νέα μάτια. Το νερό έλαμπε κάτω από τον ήλιο, ψιθυρίζοντας το μυστικό της αιωνιότητας.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους