# Εκείνο το βράδυ δεν ήθελα συνέντευξη Ο Ξανθός αγόρευε με τα χαρτιά στο χέρι. Οι υπόλοιποι διαφωνούσαν, ενδεχομένως πριν ακόμη αποφασίσει τι θα πει. Στο διπλανό τραπέζι μια τετράδα τσίριζε...
# Εκείνο το βράδυ δεν ήθελα συνέντευξη Ο Ξανθός αγόρευε με τα χαρτιά στο χέρι.
Οι υπόλοιποι διαφωνούσαν, ενδεχομένως πριν ακόμη αποφασίσει τι θα πει.
Στο διπλανό τραπέζι μια τετράδα τσίριζε.
Παραδίπλα μια άλλη χασκογελούσε με την πρώτη. Το Γκάλερι, στη Λεωφόρο Νίκης, μύριζε ουίσκι, μπύρα, τσιγάρο και αρειανιλίκι.
Το τελευταίο είχε ποτίσει περισσότερο κι από τη νικοτίνη.
Στο τραπέζι ο Πεταλίδης, ο Δασυγένης, ο Ξανθός - ναι, εκείνος ο Ξανθός - και ο Σπύρου έπαιζαν κάτι που απαιτούσε τράπουλα και γνώσεις που δεν διέθετα.
Αυτό με ενοχλούσε.
Στα φοιτητικά μου χρόνια στο εξωτερικό θεωρούσα πως ήξερα οτιδήποτε παιζόταν με χαρτιά.
Είχα παίξει μπουρλότ μιάμιση μέρα συνεχόμενη κι είχα χάσει μια ολόκληρη εξεταστική. Η Ιατρική έχασε έναν αφοσιωμένο χαρτοπαίκτη.
Δεν είμαι βέβαιος ότι ζημιώθηκε.
Εκεί, πάντως, ξαναγινόμουν πρωτοετής.
Ήμουν ο μικρότερος της παρέας.
Πήγαινα συνήθως με τον Καλημερίδη, ο οποίος με ήθελε μάρτυρα στις ομηρικές συζητήσεις του με τον Ξανθό και τον Πεταλίδη.
Μάρτυρα υπεράσπισης, κατά προτίμηση.
Η αντικειμενικότητά μου δοκιμαζόταν προτού προλάβω να βγάλω το μπουφάν.
Στην αρχή καθόμουν λίγο στην άκρη, με εκείνο το χαμόγελο του νεότερου που προσπαθεί να δείξει ότι καταλαβαίνει και, κυρίως, ότι δεν ενοχλεί.
Σιγά σιγά με δέχτηκαν.
Μου μιλούσαν, με πείραζαν, ζητούσαν τη γνώμη μου.
Το τελευταίο το εκτίμησα πολύ, ώσπου κατάλαβα ότι μπορούσαν κάλλιστα να τη ζητούν για να έχουν κάτι επιπλέον να απορρίψουν.
Εκείνο το βράδυ, όμως, είχα πάει φορτωμένος.
Η μητέρα μου μού είχε ζητήσει να δω μια ξαδέρφη της.
Η γυναίκα έκλαιγε.
Ο γιος της, δέκα χρονών, είχε σοβαρό πρόβλημα με την καρδιά του.
Χρειαζόταν επέμβαση.
Γιαννάκης μού έχει μείνει πως τον έλεγαν.
Μπορεί και να τον έλεγαν αλλιώς.
Πέρασαν χρόνια.
Θυμάμαι καλύτερα τη μάνα του να προσπαθεί να μιλήσει και να μην μπορεί. - Μου έχεις πει ότι γνώρισες τον Σπύρου, είπε η δική μου μάνα. - Ρε μάνα, «γνώρισα»… Μια δυο φορές έχουμε μιλήσει.
Δεν είμαστε και μαζί φαντάροι.
Με κοίταζε. - Περιμένει πολύς κόσμος να χειρουργηθεί.
Δεν είναι τόσο απλό.
Εξακολουθούσε να με κοιτάζει. - Άσε με να δω τι μπορώ να κάνω.
Αυτό περίμενε.
Τα προηγούμενα τα είχα πει για να ακούσω εγώ πόσο δύσκολη ήταν η θέση μου.
Η δική της ήταν απλούστερη: υπήρχε ένα παιδί.
Πήγα στον Γουσίδη, διευθυντή μου τότε στον ΔΟΛ.
Άρχισα προσεκτικά, με τις απαραίτητες περιστροφές, μήπως ενοχλήσω, μήπως ζητάω πολλά, μήπως μπορούσαμε, αν γινόταν… - Τι «αν γίνεται»; Θα πάμε να τον βρούμε. - Να του πω, δηλαδή, αν μπορεί… - Ο Χασάπης θα το σώσει το παιδί.
Θα έρθω μαζί σου.
Όταν ένας άνθρωπος αποκαλούσε τον Σπύρου «Χασάπη» με τόση εμπιστοσύνη, καταλάβαινες ότι η γλώσσα σ’ αυτή την παρέα είχε δικούς της κανόνες. Ο Γουσίδης δεν συνήθιζε να έρχεται εκεί τα βράδια.
Εκείνο ήρθε.
Μπήκε πρώτος ο «Ντούτσε», πίσω ο Καλημερίδης κι εγώ τελευταίος, με την έκφραση ανθρώπου που περιμένει να του ανακοινώσουν τα αποτελέσματα των δικών του εξετάσεων. Ο Πεταλίδης με είδε αμέσως. - Μικρέ, τι έπαθες; Ποιος σε πείραξε; Πριν προλάβω να απαντήσω, ανέλαβαν οι άλλοι.
Πρώτα ο Καλημερίδης.. - Πατέρα, ο μικρός θέλει κάτι σοβαρό να σου πει.
Του είπα. Ο Ανέστης με άκουσε χωρίς να με διακόψει. - Κάτσε εδώ.
Μόλις βρούμε ευκαιρία, θα τον πάρω λίγο από τους άλλους και θα στον φέρω στο μπαρ. Κάθισα.
Ήρθε ο Ξανθός, ο Δασυγένης, ύστερα ο Σπύρου με τον Χρήστο τον Κοντώτση, επιστήθιο φίλο και γραμματέα του. - Αυτός κανονίζει τα ραντεβού του, μου είπε ο Καλημερίδης και σηκώθηκε να τον χαιρετήσει.
Τον κοίταξα με προσοχή.
Εκείνη τη νύχτα όλοι οι άνθρωποι που μπορούσαν να με φέρουν δύο βήματα πιο κοντά στον γιατρό αποκτούσαν στα μάτια μου ιδιαίτερο ανάστημα.
Άρχισαν τα χαρτιά.
Τελείωσε μία παρτίδα.
Ξεκίνησε δεύτερη.
Ύστερα τρίτη.
Η ώρα πήγε μία.
Δεν μπορούσα να παρακολουθήσω ούτε το παιχνίδι ούτε τις κουβέντες.
Έκανα από μέσα μου πρόβα τι θα του έλεγα.
Στην αρχή είχα ετοιμάσει ολόκληρη εισαγωγή.
Όσο περνούσε η ώρα, την έκοβα.
Κάπου μετά τα μεσάνυχτα είχα μείνει μ’ ένα «κύριε Πάνο» και δεν ήξερα πώς να συνεχίσω.
Στο μεταξύ νύσταζα.
Ο λαιμός μου παρέδιδε πρώτος και το κεφάλι μου κατέβαινε προς το στήθος.
Πεταγόμουν, ίσιωνα, προσπαθούσα να δείχνω παρών.
Με τόσο σοβαρό λόγο να βρίσκομαι εκεί, κόντευα να με θυμούνται ως εκείνον που αποκοιμήθηκε περιμένοντας. Ο Πεταλίδης με λυπήθηκε.
Θυσίασε την παρτίδα - νομίζω προς όφελος του Ξανθού και του Σπύρου, που ήταν «ζευγάρι» - και μου έκανε νόημα να πάω στο μπαρ. Ο Ξανθός συνέχιζε να αγορεύει.
Οι άλλοι του την έμπαιναν.
Για τον γιατρό, πάντως, είχε αδυναμία. - Να τον έχει ο Θεός καλά, να σώζει κανέναν άνθρωπο, έλεγε. Ο Ανέστης πήρε σχεδόν αγκαλιά τον Σπύρου και τον έφερε κοντά μου. - Πάνο, ο μικρός σε θέλει κάτι.
Ο γιατρός με κοίταξε μ’ ένα ελαφρύ χαμόγελο. - Έλα, συνάδελφε.
Τι τρέχει; Θέλεις πάλι συνέντευξη; Του είχα πάρει μία για το «Βήμα». Εκείνη τη στιγμή θα προτιμούσα να έχω μπροστά μου το δυσκολότερο ερωτηματολόγιο της ζωής μου. - Κύριε Πάνο, είναι ένα παιδάκι… Του εξήγησα όπως μπορούσα. - Ξέρω ότι περιμένουν πολλοί, αλλά… Δεν με άφησε να τελειώσω. - Θα πεις στη μητέρα να έρθει αύριο με το παιδί στην κλινική.
Κατά τις δύο.
Να μη φύγουν αν δεν με δουν.
Έχω δύο χειρουργεία και δεν ξέρω τι ώρα θα τελειώσω.
Έμεινα να τον κοιτάζω. - Και μη σε απασχολεί.
Γύρισε στον Κοντώτση. - Χρήστο, σημείωσε το όνομα.
Κι εκεί τα έχασα.
Εγώ, που είχα περάσει ώρες κάνοντας πρόβα, δεν κατόρθωνα να του πω ούτε πώς έλεγαν το παιδί. - Δεν πειράζει, είπε.
Ας πουν το δικό σου. Ο Χρήστος σημείωσε.
Λίγο αργότερα ο γιατρός ξανακάθισε στο τραπέζι.
Οι άλλοι συνέχισαν την κουβέντα τους.
Εγώ έμεινα για λίγο στο μπαρ.
Είχα ακόμη πάνω μου όλη την ένταση, σαν να μην είχε προλάβει το σώμα μου να ακούσει την απάντηση.
Τρεις μέρες αργότερα έφτασε στο σπίτι μια τούρτα τριών κιλών και μια ανθοδέσμη που μπορούσε να αναλάβει μόνη της τον στολισμό γάμου. - Από τη μάνα του παιδιού, είπε η δική μου.
Είχαν πάει.
Τον είχε δει.
Τη μεθεπομένη τον είχε χειρουργήσει.
Όλα είχαν πάει καλά.
Κοίταζα την τούρτα με αμηχανία.
Εγώ είχα καθίσει σ’ ένα μπαρ και είχα ξεχάσει ένα όνομα.
Τώρα έπρεπε να δεχτώ και λουλούδια.
Την τέταρτη μέρα ξαναπήγα στο Γκάλερι.
Τον βρήκα και πλησίασα. - Θέλω να σας ευχαριστήσω.
Δεν ξέρω πώς… - Φοβερό παιδί ο μικρός, μου είπε.
Θα ζήσει να κάνει τα όνειρά του πραγματικότητα.
Το είπε ήσυχα.
Εγώ είχα έρθει προετοιμασμένος για ευχαριστίες, εκείνος μου μιλούσε ήδη για το παιδί που είχε γνωρίσει. - Όσο για σένα, να έρχεσαι να τα λέμε.
Να τρώμε και κανένα ψάρι.
Με είχε απαλλάξει κι από τον ευχαριστήριο λόγο.
Θα του ήμουν ευγνώμων και γι’ αυτό.
Ύστερα από χρόνια, το καταραμένο 2012 άρχισαν να φεύγουν ο ένας μετά τον άλλον.
Σαν να μάζευε κάποιος τις καρέκλες από το Γκάλερι ενώ εμείς είχαμε ακόμη κουβέντα.
Στις 30 Αυγούστου έφυγε ο αγαπημένος μου διευθυντής, ο Δημήτρης Γουσίδης. Ο Ντούτσε.
Εκείνος που δεν με άφησε να τελειώσω τα «μήπως» και τα «αν μπορεί» και είπε απλώς «θα πάμε μαζί». Στις 7 Σεπτεμβρίου έφυγε ο Ανέστης Πεταλίδης. Ο Πατριάρχης.
Εκείνος που με είδε να μπαίνω και κατάλαβε αμέσως πως κάτι είχα.
Και στις 17 Οκτωβρίου του 2012, σαν σήμερα, κηδέψαμε τον θρυλικό Παναγιώτη Σπύρου.
Μέσα σε λίγες εβδομάδες είχαν φύγει και οι τρεις άνθρωποι που εκείνο το βράδυ είχαν σκύψει πάνω από την αγωνία μου.
Ακόμη τους ακούω να συνεννοούνται πάνω από το κεφάλι μου.
Εγώ είχα φτάσει ολόκληρος άντρας, δημοσιογράφος, με ύφος και επαγγελματικές ανησυχίες, κι εκείνοι με είχαν ξανακάνει «τον μικρό». Τότε έκανα πως με πείραζε.
Τώρα θα καθόμουν αδιαμαρτύρητα και στο σκαμπό.
Για τον βίο και τον μύθο του Παναγιώτη Σπύρου έχουν γραφτεί πολλά.
Εγώ κρατάω εκείνη τη νύχτα.
Τον καπνό, τα χαρτιά, τον Ανέστη να μου κάνει νόημα, τον Χρήστο να σημειώνει.
Κι έναν άνθρωπο που με άκουσε να τραυλίζω και μου είπε να στείλω τη μάνα με το παιδί στις δύο.
Αν μου έδωσε κάτι αυτή η δουλειά, ήταν ότι με κάθισε δίπλα σε μερικούς ανθρώπους που αλλιώς θα γνώριζα μόνο από τις εφημερίδες.
Τους είδα και κουρασμένους, και δύστροπους, και αστείους, και άδικους καμιά φορά στην κουβέντα.
Έτσι τους θυμάμαι καλύτερα.
Κι αν ερχόταν ποτέ κάποιος - θεός, άγιος, διάβολος, δεν θα εξέταζα σχολαστικά την ταυτότητά του - και μου έλεγε πως μπορώ να φέρω έναν πίσω, θα άρχιζα τα παζάρια.
Έχω πολλούς να ζητήσω.
Αν επέμενε στον έναν, θα ζητούσα τον Σπύρου.
Τον φαντάζομαι να φτάνει με τον Χρήστο, να με βλέπει και να χαμογελάει. - Έλα, συνάδελφε.
Τι τρέχει πάλι; Θα του τραβούσα μια καρέκλα. - Τίποτα, κύριε Πάνο.
Για ψάρι σάς περιμένω. Και, γνωρίζοντάς με, μέχρι να καθίσει θα είχα βουρκώσει και θα έκανα πως μου μπήκε καπνός...
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους