Ο ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ ΠΟΥ ΕΞΑΙΡΕΙ ΤΟΝ ΕΙΣΒΟΛΕΑ. Η ΕΥΡΩΠΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ. Υπάρχει μία ιδεολογική αντίφαση που η συμφωνία Τραμπ–Πούτιν φέρνει ξανά στην επιφάνεια. Πολιτικές...
Ο ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ ΠΟΥ ΕΞΑΙΡΕΙ ΤΟΝ ΕΙΣΒΟΛΕΑ. Η ΕΥΡΩΠΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ.
Υπάρχει μία ιδεολογική αντίφαση που η συμφωνία Τραμπ–Πούτιν φέρνει ξανά στην επιφάνεια.
Πολιτικές δυνάμεις από διαφορετικά άκρα του ευρωπαϊκού φάσματος, εκ δεξιών και εξ αριστερών, συναντώνται στην υποστήριξη της συνεννόησης με τον ρώσο δικτάτορα.
Οι αφετηρίες τους υποτίθεται διαφέρουν, αλλά το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.
Η καταδίκη του ιμπεριαλισμού συνυπάρχει με μία εντυπωσιακή επιείκεια απέναντι στον ρωσικό επεκτατισμό.
Η κυριαρχία των λαών προβάλλεται ως αδιαπραγμάτευτη αρχή, μέχρι τη στιγμή που ο λαός που διεκδικεί την κυριαρχία του είναι ο ουκρανικός! Τότε η αρχή αρχίζει να υποχωρεί μπροστά στις γεωπολιτικές συμπάθειες.
Τι ακριβώς καλείται να μιμηθεί η Ευρώπη; Να εγκαταλείψει μία πολιτική που, με όλες τις αδυναμίες και τα λάθη της, επιχειρεί να περιορίσει τη δυνατότητα του ρώσου δικτάτορα να χρηματοδοτεί έναν επιθετικό ιμπεριαλιστικό πόλεμο, για να ακολουθήσει τη συγκυριακή προσωπική πολιτική του Τραμπ; Να ξαναμετατρέψει την ενεργειακή της εξάρτηση από τη Μόσχα σε «ρεαλισμό», λες και δεν πλήρωσε ήδη πανάκριβα αυτή την αυταπάτη;Να αποκαταστήσει τα έσοδα του ρώσου δικτάτορα χωρίς να έχει προηγηθεί ούτε ειρήνη ούτε αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων, αλλά επειδή ο εισβολέας άντεξε αρκετά ώστε η Δύση να κουραστεί; Είναι πραγματικά παράδοξο να παρουσιάζονται ως «αντισυστημικοί» ή ακόμη και «αντιιμπεριαλιστές» εκείνοι που απαιτούν από την Ευρώπη να εγκαταλείψει την Ουκρανία και να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις μίας μεγάλης δύναμης που επιχειρεί με τα όπλα να αλλάξει τα σύνορα μίας μικρότερης χώρας.Αν αυτό είναι αντιιμπεριαλισμός,τότε πρόκειται για έναν αντιιμπεριαλισμό που έχει κάνει μία εξαιρετικά βολική εξαίρεση,τον ίδιο τον εισβολέα. Η Ευρώπη έχει ασφαλώς λόγους να ασκεί κριτική στον εαυτό της.Αλλά δεν έχει κανέναν λόγο να απολογείται επειδή αρνείται να θεωρήσει φυσιολογικό ότι στον 21ο αιώνα μία μεγάλη χώρα μπορεί να εισβάλλει στη γειτονική της, να καταλαμβάνει εδάφη και ύστερα να απαιτεί οικονομική αποκατάσταση και πολιτικές ανταμοιβές ως τίμημα για να σταματήσει τον πόλεμο που η ίδια ξεκίνησε.
Αντί να αντιγράφει τον Τραμπ, η Ευρώπη έχει σήμερα την ευκαιρία να αποκτήσει αυτό που επί δεκαετίες της έλειπε, δική της στρατηγική βούληση.
Ακριβώς εδώ μπορεί να βρίσκεται ο ιστορικός της ρόλος.
Όχι να αντικαταστήσει μία εξάρτηση από την Ουάσιγκτον με μία νέα εξάρτηση από τη Μόσχα, αλλά να αποδείξει ότι μπορεί να υπερασπιστεί με δικά της μέσα την ευρωπαϊκή ασφάλεια και την αρχή ότι τα σύνορα δεν αλλάζουν επειδή ο ισχυρότερος διαθέτει περισσότερα άρματα και περισσότερο χρόνο.Η υποστήριξη της Ουκρανίας δεν είναι φιλανθρωπία προς μια τρίτη χώρα, είναι υπεράσπιση του ίδιου του ευρωπαϊκού κανόνα που προστατεύει κάθε μικρό και μεσαίο κράτος της ηπείρου,αλλά και τη δημοκρατία και ελευθερία απέναντι στη δικτατορία και τον ολοκληρωτισμό.
Γι’ αυτό και το πραγματικό ερώτημα δεν είναι γιατί η Ευρώπη δεν ακολουθεί τον Τραμπ.
Είναι γιατί θα έπρεπε να τον ακολουθήσει σε μία πολιτική που κινδυνεύει να ανταμείψει τον εισβολέα,να τιμωρήσει εκείνον που αντιστάθηκε και να διδάξει στον επόμενο επίδοξο κατακτητή ότι η επιθετικότητα αποδίδει,αρκεί να έχεις την υπομονή να περιμένεις μέχρι να κουραστούν οι δημοκρατίες. « AMERICA FIRST UKRAINE PAYS » Αυτό που για το Κίεβο αποτελεί εργαλείο άμυνας, για τον Λευκό Οίκο μετατρέπεται σε πληθωριστικό κίνδυνο.
Το ρωσικό διυλιστήριο αποκτά δύο ταυτότητες, για τον ουκρανό αποτελεί τμήμα της οικονομικής υποδομής του κράτους που του επιτίθεται, ενώ για τον Τραμπ γίνεται ένας κρίκος στην απέλπιδα προσπάθεια να μειωθεί η τιμή στην αμερικανική αντλία. Η Ουκρανία καλείται ουσιαστικά να συνεκτιμά, όταν σχεδιάζει τη στρατηγική της, όχι μόνο τις ρωσικές στρατιωτικές δυνατότητες, αλλά και την τιμή του ντίζελ στο Οχάιο! Πρόκειται για μία ιδιότυπη εξαγωγή του αμερικανικού πολιτικού κόστους.Ο Τράμπ αντιμετωπίζει ένα εσωτερικό οικονομικό πρόβλημα και επιχειρεί να μεταφέρει μέρος των συνεπειών του στον ασθενέστερο σύμμαχο.
Δεν ζητείται από τον αμερικανό ψηφοφόρο να αποδεχθεί το κόστος μιας γεωπολιτικής επιλογής με τον πόλεμο στο Ιράν,αλλά απαιτείται από τον ουκρανό να προσαρμόσει τον τρόπο με τον οποίο πολεμά, ώστε ο αμερικανός να πληρώνει λιγότερο! Αυτό δεν είναι απλώς «America First». Είναι «America First, Ukraine Pays». Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα.Το ντίζελ πρέπει πρώτα να παραχθεί. Η Ρωσία έχει ήδη καταφύγει σε περιορισμούς εξαγωγών για να προστατεύσει την εγχώρια αγορά της, ενώ τα ουκρανικά πλήγματα έχουν προκαλέσει σοβαρές διαταραχές στη λειτουργία μεγάλων διυλιστηρίων και προσωρινή αναστολή του 50% της δυναμικότητος τους.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι πόσους τόνους υποσχέθηκε ο Πούτιν, αλλά πόσους μπορεί πραγματικά να διαθέσει εάν συνεχιστούν τα πλήγματα και ταυτόχρονα πρέπει να καλύψει τις τεράστιες ελλείψεις που παρατηρούνται εντός. Ο Πούτιν πούλησε πολιτικά στον Τραμπ όχι απλώς ντίζελ, αλλά μια μελλοντική παραγωγική ικανότητα την οποία δεν ελέγχει απολύτως.Ο Τραμπ, από την πλευρά του, έχει συνδέσει την πολιτική του αξιοπιστία(όση του παρέμεινε) με μία αλυσίδα παραγόντων που βρίσκονται έξω από τον πλήρη έλεγχο του,τη ρωσική παραγωγή, τη λειτουργία των διυλιστηρίων, τη συνέχιση των ουκρανικών επιχειρήσεων και την εξέλιξη ενός πολέμου που δεν έχει τερματιστεί.
Εάν οι αμερικανικές τιμές δεν μειωθούν αισθητά, η συμφωνία μπορεί να επιστρέψει εναντίον του. Ο Τραμπ πούλησε στον Πούτιν την προσδοκία ότι μπορεί να πειθαρχήσει την Ουκρανία και ο Πούτιν πούλησε στον Τραμπ την προσδοκία ότι μπορεί να εγγυηθεί το ντίζελ.
Κανένας από τους δύο δεν ελέγχει πλήρως αυτό που υποσχέθηκε.Η σοβαρότερη διάσταση, ωστόσο, βρίσκεται αλλού. Ο ΤΡΑΜΠ ΖΗΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΖΕΛΕΝΣΚΙ ΝΑ ΠΑΡΑΔΩΣΕΙ ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΤΩΝ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΩΝ ΟΣΑ Ο ΠΟΥΤΙΝ ΔΕΝ ΚΑΤΟΡΘΩΣΕ ΝΑ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΙ ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ Υπάρχει όμως μία παραποίηση της πραγματικότητος που διαπερνά τη συζήτηση για την υποτιθέμενη αδιαλλαξία του Ζελένσκι. Ο Ουκρανός πρόεδρος έχει αποδεχθεί την κατάπαυση των εχθροπραξιών στις υφιστάμενες γραμμές αντιπαράθεσης.
Έχει δηλαδή αποδεχθεί, ως βάση για τον τερματισμό των συγκρούσεων, μία πραγματικότητα εξαιρετικά οδυνηρή για τη χώρα του, τη συνέχιση της ρωσικής κατοχής περίπου του 20% της ουκρανικής επικράτειας, χωρίς βεβαίως να αναγνωρίζει τη νομιμότητα της.
Τι περισσότερο απαιτείται λοιπόν από την Ουκρανία; Να παραδώσει και εκείνα που ο εισβολέας δεν μπόρεσε να κατακτήσει;Εδώ βρίσκεται η πραγματική φύση της διαφωνίας. Ο Πούτιν δεν αρκείται στη διατήρηση των κατεχόμενων εδαφών.
Απαιτεί επιπλέον την παράδοση περιοχών του Ντονμπάς που ο ρωσικός στρατός, ύστερα από χρόνια πολέμου και απώλειες εκατοντάδων χιλιάδων εξακολουθεί να μην ελέγχει.
Η διπλωματία καλείται έτσι να πραγματοποιήσει εκείνο που δεν κατόρθωσε ο ρωσικός στρατός.
Να μετατρέψει μία ανεκπλήρωτη στρατιωτική επιδίωξη σε πολιτικό δικαίωμα.
Να απονείμει στον εισβολέα, ως αντάλλαγμα για τον τερματισμό της δικής του επιθετικότητας, εδάφη που δεν κατάφερε να καταλάβει.
Το εξωφρενικότερο είναι ότι ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, αντί να αναγνωρίσει τη θεμελιώδη διαφορά ανάμεσα στην αποδοχή μιας κατάπαυσης του πυρός και στην απαίτηση παράδοσης επιπλέον εδαφών, στρέφεται εναντίον του ηγέτη της χώρας που δέχθηκε την εισβολή.Αυτό δεν αποτελεί απλώς μια δυσμενή διαπραγματευτική πρόταση. Ο Τράμπ με τη διαμεσολάβηση του μετατρέπεται σε μηχανισμό ολοκλήρωσης των ανεκπλήρωτων κατακτητικών στόχων της Ρωσίας. Η Ουκρανία εμφανίζεται αδιάλλακτη επειδή αρνείται να παραδώσει όσα εξακολουθεί να υπερασπίζεται. Η Ρωσία εμφανίζεται πρόθυμη για ειρήνη υπό τον όρο ότι θα αποκτήσει όσα δεν κατόρθωσε να κατακτήσει ! Η επιθετικότητα επιβραβεύεται δύο φορές, πρώτα με τη διατήρηση των κατεχόμενων εδαφών και έπειτα με την απαίτηση παραχώρησης πρόσθετων περιοχών ως τίμημα για την παύση της.
Εάν ένας εισβολέας μπορεί να απαιτεί στις διαπραγματεύσεις όσα απέτυχε να κατακτήσει με τα όπλα, ποίο ακριβώς μήνυμα στέλνεται στον επόμενο επίδοξο κατακτητή; Ότι ακόμη και η στρατιωτική του αποτυχία μπορεί να μετατραπεί σε διπλωματική επιτυχία, αρκεί να συνεχίσει τον πόλεμο μέχρι οι ισχυρότεροι να κουραστούν. Ο Ζελένσκι δεν αρνείται να σταματήσει ο πόλεμος.
Αρνείται να υπογράψει ότι η στρατιωτική αντοχή της Ουκρανίας πρέπει τελικά να ανταμειφθεί με την παράδοση ακόμη περισσότερης ουκρανικής γης.Τελικά η διεθνής διπλωματία υπάρχει για να τερματίζει τις κατακτήσεις ή για να νομιμοποιεί εκείνες που δεν ολοκληρώθηκαν; Ο Πούτιν ζητά από τον Τραμπ να του εξασφαλίσει μέσω της αμερικανικής επιρροής εκείνο που ο ίδιος δεν μπορεί να εξασφαλίσει μέσω της ρωσικής στρατιωτικής ισχύος.
Ζητάει δηλαδή τη υποκατάσταση της ρωσικής στρατιωτικής ισχύος από την αμερικανική διπλωματική πίεση! Η 3η ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΣΥΛΙΑΣ Υπάρχει, ωστόσο, μία προοπτική που ο Τραμπ δεν μπορεί να αγνοήσει.
Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου ενδέχεται να αλλάξουν ριζικά τους συσχετισμούς στην Ουάσιγκτον.
Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν σημαντικό προβάδισμα των Δημοκρατικών και εάν αυτό μεταφραστεί σε κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ο Αμερικανός πρόεδρος θα βρεθεί αντιμέτωπος με έναν έλεγχο που μέχρι σήμερα η ρεπουμπλικανική πλειοψηφία έχει περιορίσει.
Οι κοινοβουλευτικές επιτροπές θα μπορούν να απαιτούν έγγραφα, να καλούν μάρτυρες και να διερευνούν τις επιχειρηματικές συναλλαγές της οικογένειας και του περιβάλλοντος του, τις συγκρούσεις συμφερόντων και τις αποφάσεις της κυβέρνησης του.
Οπωσδήποτε θα εξεταστούν και οι όροι της ενεργειακής συνεννόησης με τον Πούτιν, εφόσον ανακύψουν συγκεκριμένα ερωτήματα για τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων.
Δεν θα πρόκειται πλέον μόνο για πολιτική αντιπαράθεση, αλλά για θεσμικό έλεγχο με δυνατότητα κλητεύσεων και δημόσιων ακροάσεων. Ο Πούτιν, από την άλλη, μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως προσωπικό διπλωματικό θρίαμβο και να ενισχύσει πρόσκαιρα το κύρος του στο εσωτερικό της ρωσικής ελίτ.
Αλλά καμία συμφωνία με τον Τραμπ δεν μπορεί να αποκαταστήσει αυτομάτως τα κατεστραμμένα διυλιστήρια, να εξαλείψει τις ελλείψεις καυσίμων ή να επιλύσει τα τρομερά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ρωσική οικονομία. Η Μόσχα είχε ήδη επιβάλει από τον Ιούλιο περιορισμούς στις εξαγωγές ντίζελ,ενώ οι ρωσικές εξαγωγές έχουν μειωθεί σημαντικά.
Η ανακατεύθυνση μέρους των διαθέσιμων ποσοτήτων προς την αμερικανική αγορά δεν δημιουργεί από μόνη της πρόσθετη παραγωγή,απλώς αλλάζει τον προορισμό του καυσίμου.
Οι προσωπικές συνεννοήσεις δεν καταργούν ούτε την πραγματικότητα ούτε τη δύναμη των κοινωνιών που αντιστέκονται. Ο Πούτιν μπορεί να ελέγχει δια της ολοκληρωτικής βίας και των διώξεων την πολιτική ζωή της Ρωσίας, αλλά δεν μπορεί να διατάξει ούτε τα διυλιστήρια του να παράγουν όσα χρειάζεται ούτε την Ουκρανία να παραδοθεί. Ο Τραμπ μπορεί να διαπραγματεύεται με τον Πούτιν, αλλά δεν μπορεί να διατάξει ούτε τους Ουκρανούς να εγκαταλείψουν τη χώρα τους, ούτε τους Ευρωπαίους να εγκαταλείψουν την Ουκρανία, ούτε τους Αμερικανούς ψηφοφόρους να του εξασφαλίσουν μια βολική κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ο Τραμπ αναζητά στον Πούτιν διέξοδο από τις πολιτικές του δυσκολίες και ο Πούτιν αναζητά στον Τραμπ όσα δεν κατόρθωσε να κερδίσει στο πεδίο της μάχης.
Αλλά υπάρχει και ένας τρίτος παράγοντας που οι δύο τους υποτιμούν.Οι κοινωνίες που αρνούνται να αποδεχθούν ότι η ισχύς δημιουργεί δικαίωμα. Η Ουκρανία άντεξε όταν πολλοί προέβλεπαν την κατάρρευση της.Η Ευρώπη δεν εγκατέλειψε την Ουκρανία και η αμερικανική δημοκρατία εξακολουθεί να διαθέτει εκλογές και θεσμούς που μπορούν να περιορίσουν έναν πρόεδρο.
Ο ρώσος δικτάτορας δεν κέρδισε τον πόλεμο,δεν υπέταξε την Ουκρανία,ούτε κατόρθωσε να επιβάλει στην Ευρώπη την επιστροφή στην παλιά εξάρτηση.Καμία προσωπική συμφωνία των δύο δεν μπορεί να μετατρέψει αυτές τις αποτυχίες σε νίκη, εάν η Ουκρανία εξακολουθήσει να αντιστέκεται, η Ευρώπη εξακολουθήσει να στέκεται δίπλα της και οι δημοκρατικές κοινωνίες εξακολουθήσουν να απαιτούν λογοδοσία.
Οι δημοκρατίες έχουν ένα όπλο που οι αυταρχικοί ηγέτες συστηματικά υποτιμούν.Μπορούν να κάνουν λάθη, να κουραστούν, ακόμη και να παρασυρθούν,αλλά μπορούν και να διορθώσουν την πορεία τους. Ο Πούτιν πίστεψε ότι ο χρόνος εργάζεται γι’ αυτόν,η Ουκρανία απέδειξε ότι η αντίσταση μπορεί να ανατρέψει τους σχεδιασμούς του.
Τώρα είναι η σειρά της Ευρώπης να αποδείξει ότι η δημοκρατική αντοχή μπορεί να είναι ισχυρότερη από την αυταρχική επιμονή.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους