[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

«Δηλαδή τι θες να μου πεις τώρα, μαμά; Να φύγω;» μου φώναξε η Ιωάννα από την κουζίνα, με τα μάτια κόκκινα και τα χέρια να τρέμουν. Η μικρή Ελπίδα είχε ξυπνήσει από τις φωνές και έκλαιγε στο διπλανό...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Δηλαδή τι θες να μου πεις τώρα, μαμά; Να φύγω;» μου φώναξε η Ιωάννα από την κουζίνα, με τα μάτια κόκκινα και τα χέρια να τρέμουν.

Η μικρή Ελπίδα είχε ξυπνήσει από τις φωνές και έκλαιγε στο διπλανό δωμάτιο.

Κι εγώ, με τη σύνταξη κομμένη στα δύο, τον λογαριασμό της ΔΕΗ ανοιχτό πάνω στο τραπέζι και μια σακούλα φάρμακα δίπλα στα ποτήρια, ένιωσα για πρώτη φορά ότι αν μιλήσω άλλο, θα σπάσω.

Δεν της είπα να φύγει.

Αυτό ήταν το χειρότερο.

Δεν ήθελα να φύγει.

Ήθελα απλώς να σταματήσω να κουβαλάω τα πάντα μόνη.

Όταν η Ιωάννα γύρισε σπίτι μου πριν από ενάμιση χρόνο, κρατούσε τη μικρή από το χέρι και μια βαλίτσα με ρούχα. Ο Στέφανος την είχε αφήσει ξεκρέμαστη.

Άλλες κουβέντες στην αρχή, μετά σιωπές, μετά ψέματα, και στο τέλος μια υπογραφή κι ένα παιδί στη μέση.

Την κοίταξα τότε στην πόρτα και δεν ρώτησα τίποτα.

Μόνο την αγκάλιασα. «Μαμά, για λίγο μόνο», μου είπε.

Αυτό το «για λίγο» έγινε μήνες.

Και μετά έγινε ζωή ολόκληρη.

Στην αρχή δεν με πείραζε.

Τι να πείραζε μια μάνα; Κρατούσα την Ελπίδα για να πάει η Ιωάννα σε συνεντεύξεις. Μαγείρευα. Έπλενα.

Πλήρωνα το σούπερ μάρκετ. «Μέχρι να στρώσουν τα πράγματα», έλεγα και σε εκείνη και στον εαυτό μου.

Μόνο που τα πράγματα δεν στρώνανε. Η Ιωάννα βρήκε μια δουλειά μερικής απασχόλησης σε ένα κατάστημα στο κέντρο, αλλά τα λεφτά ήταν λίγα και ακανόνιστα.

Μια έμπαιναν, τρεις έβγαιναν.

Παιδικός σταθμός δεν έβγαινε οικονομικά.

Ο πατέρας της μικρής έστελνε όποτε θυμόταν και όποτε τον πίεζαν.

Και φυσικά, όταν ερχόταν η ώρα των εξόδων, όλα κοιτούσαν εμένα.

Το ρεύμα, το νερό, τα κοινόχρηστα, τα φρούτα της μικρής, οι πάνες στην αρχή, μετά τα φάρμακα όταν αρρώσταινε.

Ακόμα και το πετρέλαιο τον χειμώνα εγώ το πλήρωσα.

Από πού; Από τη σύνταξή μου.

Και μετά από κάτι λίγα που είχα στην άκρη.

Τα χρήματα που φύλαγα για ώρα ανάγκης.

Ε, να λοιπόν η ώρα ανάγκης.

Μόνο που η ανάγκη δεν τελείωνε ποτέ.

Άρχισα να κουράζομαι άσχημα.

Όχι μόνο στο σώμα.

Στο κεφάλι.

Να ξυπνάω πριν απ’ όλους για να ετοιμάσω πρωινό.

Να τρέχω στο φαρμακείο.

Να πηγαίνω τη μικρή στην παιδική χαρά γιατί η Ιωάννα «ήταν πτώμα». Να ακούω και τις γκρίνιες της. «Μαμά, μη της δίνεις τόσα γλυκά.» «Μαμά, γιατί της έβαλες αυτό το μπουφάν;» «Μαμά, μην ανακατεύεσαι τόσο.» Και μέσα μου να ανεβαίνει κάτι πικρό.

Να ανακατεύομαι σε όλα, αλλά να είμαι και αόρατη ταυτόχρονα.

Ένα απόγευμα άνοιξα το συρτάρι που είχα τα βιβλιάρια και έμεινα να κοιτάζω το υπόλοιπο.

Τόσο λίγο.

Ένιωσα ντροπή, φόβο, θυμό.

Στα εξήντα οκτώ μου είχα αρχίσει να μετράω αν φτάνουν τα λεφτά για το σούπερ μάρκετ και για τις εξετάσεις μου.

Κι εκείνο το βράδυ, όσο η Ιωάννα μιλούσε στο κινητό γελώντας με μια φίλη της, εγώ έβραζα μακαρόνια και σκεφτόμουν ότι έχω μήνες να πιω έναν καφέ με την ησυχία μου.

Δεν ήταν ο καφές.

Ήταν ότι δεν μου ανήκε πια ούτε μια ώρα της μέρας μου.

Η έκρηξη ήρθε για κάτι μικρό.

Πάντα έτσι γίνεται.

Μου είπε να κρατήσω τη μικρή και το Σάββατο βράδυ, γιατί ήθελε «λίγο να ξεσκάσει». Την κοίταξα και δεν αναγνώρισα ούτε τη φωνή μου όταν απάντησα. «Όχι, Ιωάννα.

Δεν μπορώ.» Γύρισε απότομα. «Τι εννοείς δεν μπορείς; Μία φορά είπα να βγω.» 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences