[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

«Μαμά, μη το κάνεις πιο δύσκολο απ’ όσο είναι… απλώς θέλω να πάω να μείνω με τον μπαμπά για λίγο.» Ο Δημήτρης στεκόταν στην πόρτα με ένα σακβουαγιάζ στο χέρι, δεκαέξι χρονών παιδί, και απέφευγε να με...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Μαμά, μη το κάνεις πιο δύσκολο απ’ όσο είναι… απλώς θέλω να πάω να μείνω με τον μπαμπά για λίγο.» Ο Δημήτρης στεκόταν στην πόρτα με ένα σακβουαγιάζ στο χέρι, δεκαέξι χρονών παιδί, και απέφευγε να με κοιτάξει.

Πίσω του, στο πεζοδρόμιο, το αυτοκίνητο του Στέφανου ήταν αναμμένο.

Και στη θέση του συνοδηγού καθόταν η Αθηνά. Η Αθηνά.

Η γυναίκα που για δεκατέσσερα χρόνια έμπαινε στο σπίτι μου χωρίς να χτυπήσει, που έπινε καφέ στην κουζίνα μου, που ήξερε πού κρατούσα τα σεντόνια και πότε έκλαιγα κρυφά στο μπάνιο.

Νόμιζα πως ο πόνος του διαζυγίου ήταν το χειρότερο πράγμα που θα ζούσα.

Έκανα λάθος.

Με τον Στέφανο χωρίσαμε πριν από δύο χρόνια.

Όχι με φωνές στην αρχή.

Με εκείνη τη σιωπή τη βαριά.

Λογαριασμοί απλήρωτοι στο τραπέζι, νεύρα για το παραμικρό, η δουλειά του στην οικοδομή να πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο, εγώ να τρέχω σε ένα φαρμακείο με σπαστό ωράριο και να προσπαθώ να κρατήσω σπίτι, παιδί, αξιοπρέπεια.

Μέχρι που μια μέρα μου είπε, χωρίς καν να με κοιτάξει καλά καλά: «Δεν μπορώ άλλο, Ιωάννα.

Πνίγομαι εδώ μέσα.» Εγώ πάλι δεν πνιγόμουν; Εγώ τι έκανα τόσα χρόνια; Όταν βγήκε το διαζύγιο, ήμουν κομμάτια, αλλά είχα ακόμα την Αθηνά.

Έτσι νόμιζα.

Ερχόταν σπίτι, μου έφερνε τυρόπιτα από τον φούρνο, μου έλεγε «θα σταθείς στα πόδια σου, θα δεις». Με αγκάλιαζε και μου ψιθύριζε ότι με θαυμάζει.

Τώρα που το σκέφτομαι, ανατριχιάζω.

Πόσο καιρό με κοιτούσε στα μάτια και μου έλεγε ψέματα; Το έμαθα τυχαία. Μια Κυριακή, στην πλατεία της γειτονιάς.

Είχα βγει να πάρω καφέ και τους είδα.

Εκείνον και εκείνη.

Όχι απλώς μαζί.

Χέρι χέρι. Ο Στέφανος έσκυψε και της ίσιωσε το κασκόλ, με μια τρυφερότητα που είχα χρόνια να δω. Έμεινα ακίνητη. Η Αθηνά με είδε πρώτη.

Άσπρισε. «Ιωάννα… άκουσέ με…» «Μη με ακουμπήσεις», της είπα.

Και η φωνή μου έτρεμε τόσο, που ντράπηκα και για αυτό. Ο Στέφανος έκανε ένα βήμα μπροστά. «Θα σου το λέγαμε.» «Πότε; Μετά τον γάμο;» Δεν απάντησε.

Και αυτό ήταν η απάντηση.

Για μήνες ήμουν σαν φάντασμα μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.

Το σπίτι που βάψαμε μαζί λίγο πριν γεννηθεί ο Δημήτρης.

Το τραπέζι που διαλέξαμε με δόσεις.

Τα ντουλάπια που ακόμη έτριζαν όπως τότε.

Όλα είχαν μνήμη.

Και κάθε γωνία με πλήγωνε.

Όταν μου ανακοίνωσαν ότι θα παντρευτούν, δεν έκλαψα μπροστά τους.

Το κράτησα μέχρι να κλείσω την πόρτα.

Μετά έπεσα κάτω στην κουζίνα, δίπλα στο ψυγείο, και έκλαιγα με λυγμούς για ώρα.

Εκεί με βρήκε ο Δημήτρης. «Μαμά…» Τον κοίταξα και είδα στα μάτια του φόβο.

Όχι μόνο για μένα.

Και για τον εαυτό του.

Ήταν παιδί χωρισμένων γονιών, στη μέση μιας βρόμικης ιστορίας που δεν διάλεξε ποτέ.

Προσπάθησα να μη τον τραβήξω στο μέρος μου.

Αλήθεια προσπάθησα.

Αλλά δεν τα κατάφερνα πάντα. «Σου φαίνεται φυσιολογικό όλο αυτό;» του είπα μια φορά. «Δεν ξέρω τι να σου πω! Είσαι συνέχεια θυμωμένη!» φώναξε. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences