«Μη μου ξαναμιλήσεις έτσι μέσα στο σπίτι μου, Ευδοξία.» Η φωνή μου έτρεμε, όχι από φόβο πια, αλλά από εκείνη την οργή που ανεβαίνει αργά από το στομάχι, περνάει από τον λαιμό και σε πνίγει. Η Ευδοξία...
«Μη μου ξαναμιλήσεις έτσι μέσα στο σπίτι μου, Ευδοξία.» Η φωνή μου έτρεμε, όχι από φόβο πια, αλλά από εκείνη την οργή που ανεβαίνει αργά από το στομάχι, περνάει από τον λαιμό και σε πνίγει. Η Ευδοξία στεκόταν απέναντί μου, με το κινητό κολλημένο στο χέρι, τα μαύρα της μαλλιά πεταμένα στο πρόσωπο και εκείνο το ειρωνικό χαμόγελο που ήξερε πως με πληγώνει περισσότερο από κάθε βρισιά. «Το σπίτι σου;» γέλασε. «Το σπίτι του μπαμπά μου είναι.
Εσύ ήρθες μετά.» Ο Αντώνης, ο άντρας μου, στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας.
Είχε μόλις γυρίσει από το συνεργείο του, κουρασμένος, με τα χέρια ακόμα μαυρισμένα από τα λάδια.
Δεν είπε τίποτα για μερικά δευτερόλεπτα.
Κι εκείνα τα δευτερόλεπτα μού φάνηκαν σαν χρόνια.
Περίμενα να με κοιτάξει, να πει έστω ένα «Ευδοξία, όχι έτσι». Αντί γι’ αυτό, κατέβασε το κεφάλι και ψιθύρισε: «Μαρία, άσ’ το τώρα.
Είναι παιδί.» Το “είναι παιδί” έγινε η πιο βαριά φράση της ζωής μου.
Επειδή η Ευδοξία ήταν δεκαέξι χρονών, αρκετά μεγάλη για να με προσβάλλει, να απαιτεί, να εξαφανίζεται ώρες ολόκληρες χωρίς να απαντάει στο τηλέφωνο, να αφήνει πιάτα με ξεραμένα φαγητά στο δωμάτιό της και να μου φωνάζει ότι δεν είμαι η μάνα της.
Αλλά, για τον Αντώνη, ήταν πάντα αρκετά μικρή ώστε να μην έχει ευθύνη για τίποτα.
Γνώρισα τον Αντώνη πριν από επτά χρόνια, σε ένα μικρό καφέ στο Περιστέρι, λίγους μήνες μετά τον θάνατο της πρώην γυναίκας του, της Ιφιγένειας.
Δεν ήθελα να μπλέξω.
Το ήξερα από την αρχή πως ήταν μια κατάσταση δύσκολη.
Εκείνος είχε μια κόρη εννέα χρονών, πληγωμένη, κλειστή, με μάτια που σε κοιτούσαν σαν να περίμεναν να την εγκαταλείψεις κι εσύ.
Εγώ ήμουν τριάντα πέντε, είχα αφήσει πίσω μου έναν αρραβώνα που δεν προχώρησε ποτέ και ένιωθα ότι ο χρόνος έτρεχε πιο γρήγορα απ’ όσο άντεχα να παραδεχτώ. Ο Αντώνης ήταν τρυφερός άνθρωπος.
Μαγείρευε μακαρόνια με κιμά κάθε Κυριακή, έφερνε λουλούδια από το ανθοπωλείο της γειτονιάς χωρίς λόγο και μου μιλούσε για την Ευδοξία με συγκίνηση. «Είναι ό,τι μου έμεινε από την Ιφιγένεια», μου είχε πει ένα βράδυ, καθώς περπατούσαμε στην πλατεία Μπουρναζίου.
Τότε νόμιζα πως καταλάβαινα.
Τώρα ξέρω ότι δεν καταλάβαινα ούτε το μισό βάρος που κουβαλούσε αυτή η φράση.
Στην αρχή προσπάθησα να είμαι διακριτική.
Δεν ήθελα να μπω στη ζωή της σαν αντικαταστάτρια.
Της έπαιρνα μικρά δώρα στα γενέθλιά της, της πρότεινα να πάμε για ψώνια, της μαγείρευα τα αγαπημένα της γεμιστά.
Εκείνη δεχόταν μερικά πράγματα σιωπηλά και άλλα τα απέρριπτε με τρόπο που δεν άφηνε περιθώριο παρεξήγησης. «Η μαμά μου τα έκανε αλλιώς», μου έλεγε όταν της έφτιαχνα τα μαλλιά για το σχολείο. «Η μαμά μου δεν έβαζε τόσο πιπέρι στα γεμιστά.» «Η μαμά μου δεν θα με ανάγκαζε να φορέσω αυτό.» Ποτέ δεν της απάντησα άσχημα. Ποτέ.
Μόνο χαμογελούσα και έλεγα: «Έχεις δίκιο, αγάπη μου.
Η μαμά σου θα τα έκανε όπως ήξερε εκείνη.» Ίσως έφταιξα που από την αρχή δέχτηκα να μικραίνω τον εαυτό μου για να χωρέσω στη σκιά μιας γυναίκας που δεν είχα γνωρίσει ποτέ.
Όμως τότε πίστευα πως με υπομονή θα κέρδιζα την εμπιστοσύνη της.
Όταν παντρευτήκαμε, μετακομίσαμε στο δικό μου διαμέρισμα, ένα δυάρι με πατάρι στον Κολωνό που είχα αγοράσει με δάνειο και με τη βοήθεια του πατέρα μου.
Δούλευα δεκαπέντε χρόνια σε λογιστικό γραφείο, έκανα οικονομίες, στερήθηκα διακοπές, και όταν υπέγραψα τα χαρτιά του σπιτιού ένιωσα περήφανη.
Δεν ήταν μεγάλο, ούτε πολυτελές.
Είχε όμως ένα μικρό μπαλκόνι όπου έβαζα βασιλικούς, μια κουζίνα που μύριζε καφέ κάθε πρωί και έναν καναπέ που διάλεξα μόνη μου ύστερα από τρεις εβδομάδες αναζήτησης.
Έδωσα το υπνοδωμάτιό μου στην Ευδοξία και εμείς κοιμόμασταν στο πατάρι. «Χρειάζεται τον χώρο της», είπα στον Αντώνη.
Αγόρασα γραφείο για τα μαθήματά της, καινούριο στρώμα, κουρτίνες στο χρώμα που διάλεξε η ίδια.
Όταν τα είδε, δεν είπε ευχαριστώ.
Απλώς ρώτησε: «Έχει γρήγορο ίντερνετ;» Ο Αντώνης γελούσε αμήχανα. «Ε, εφηβεία είναι», μου έλεγε. «Μη δίνεις σημασία.» Μα η αδιαφορία δεν ήταν το μόνο πρόβλημα.
Μεγαλώνοντας, η Ευδοξία άρχισε να δοκιμάζει τα όρια που κανείς δεν της έβαζε.
Γύριζε από το σχολείο, πετούσε την τσάντα στο σαλόνι και κλεινόταν στο δωμάτιό της.
Μιλούσε δυνατά στο τηλέφωνο μέχρι τη μία το βράδυ, ενώ εγώ έπρεπε να σηκώνομαι στις επτά για το γραφείο.
Άφηνε τη βρύση ανοιχτή, το φως αναμμένο, το κλιματιστικό να δουλεύει με τις ώρες, κι όταν της έλεγα ήρεμα ότι οι λογαριασμοί της ΔΕΗ είχαν γίνει βουνό, γούρλωνε τα μάτια. «Αν δεν σας φτάνουν τα λεφτά, να δουλέψετε περισσότερο», μου απάντησε μια φορά.
Με κοίταξε ο Αντώνης τότε, σαν να περίμενε να περάσει η μπόρα.
Δεν της είπε ούτε μία λέξη.
Το βράδυ, όταν μείναμε μόνοι, του είπα ότι δεν μπορούσα να δεχτώ τέτοια συμπεριφορά. «Μην την παίρνεις προσωπικά», μου είπε, πλένοντας τα δόντια του. «Περνάει δύσκολη ηλικία.» «Κι εγώ περνάω δύσκολα, Αντώνη.
Δουλεύω, πληρώνω δάνειο, λογαριασμούς, σούπερ μάρκετ, μαγειρεύω για όλους.
Δεν αξίζω ούτε στοιχειώδη σεβασμό;» Έφτυσε την οδοντόκρεμα, σκούπισε το στόμα του και με κοίταξε κουρασμένα. «Δεν θέλω να τη χάσω, Μαρία.
Έχασα ήδη τη μάνα της.
Αν αρχίσω να της φωνάζω, θα πιστέψει ότι δεν την αγαπάω.» Εκεί κατάλαβα ότι δεν πάλευα με μια κακομαθημένη έφηβη μόνο.
Πάλευα με την ενοχή ενός πατέρα που είχε αποφασίσει να πληρώνει για πάντα ένα χρέος που κανείς δεν του ζήτησε.
Και, χωρίς να το καταλαβαίνει, με άφηνε εμένα να πληρώνω το τίμημα.
Η κατάσταση ξέφυγε την άνοιξη, λίγο πριν τις Πανελλήνιες των μεγαλύτερων παιδιών της γειτονιάς και ενώ η Αθήνα έβραζε ήδη από τις πρώτες ζέστες.
Εγώ είχα κλείσει ένα διήμερο στη Ναύπακτο με την αδελφή μου, τη Δέσποινα.
Η μητέρα μας ήταν άρρωστη και η Δέσποινα ήθελε να βρεθούμε, να ξεφύγουμε λίγο. Ο Αντώνης είχε πει ότι θα πήγαινε με την Ευδοξία στο χωριό του, έξω από τη Θήβα, για να δουν τη θεία του. «Θα είμαστε όλοι εκτός, άρα κλείδωσε καλά και έλεγξε αν έκλεισε το θερμοσίφωνο», του είπα την Παρασκευή το πρωί. «Σιγά, Μαρία», μου απάντησε χαμογελώντας. «Δύο μέρες είναι.» Η Ευδοξία δεν ήρθε καν να μας χαιρετήσει.
Άκουσα μόνο την πόρτα του δωματίου της να κλείνει με δύναμη.
Δεν έδωσα σημασία.
Είχα κουραστεί να ερμηνεύω κάθε της κίνηση. Το Σάββατο το βράδυ, λίγο μετά τις έντεκα, με πήρε τηλέφωνο η γειτόνισσα του κάτω ορόφου, η κυρία Καλλιόπη.
Είναι εβδομήντα δύο χρονών, χήρα, και ζει μόνη της με μια γάτα που τη λένε Μπέλα.
Η φωνή της ήταν αναστατωμένη. «Μαρία μου, συγγνώμη που σε ενοχλώ, αλλά γίνεται χαμός πάνω.
Μουσικές, φωνές, χτυπάνε την πόρτα, ανεβοκατεβαίνουν παιδιά.
Είσαστε σπίτι;» Ένιωσα το αίμα να παγώνει.
Κοίταξα τον Αντώνη, που καθόταν απέναντί μου στο δωμάτιο του ξενώνα στη Ναύπακτο.
Είχε πάει τελικά μόνος του στο χωριό, γιατί, όπως μου είχε πει, η Ευδοξία «δεν ένιωθε καλά» και θα έμενε σπίτι μιας φίλης της, της Νεφέλης.
Δεν είχα αμφισβητήσει τίποτα. «Κυρία Καλλιόπη, θα το κοιτάξω αμέσως», της είπα.
Πήρα την Ευδοξία.
Μία κλήση, δύο, τρεις.
Καμία απάντηση.
Έστειλα μήνυμα: «Πού είσαι; Πάρε με αμέσως.» Εμφανίστηκε η ένδειξη ότι το διάβασε.
Δεν απάντησε. Ο Αντώνης τηλεφώνησε κι εκείνος.
Τίποτα. «Θα γυρίσουμε τώρα», είπα. «Μαρία, είναι δυόμισι ώρες δρόμος.
Μπορεί να είναι απλώς με παρέα.» Τον κοίταξα σαν να μην τον αναγνώριζα. «Η γειτόνισσα λέει ότι γίνεται χαμός στο σπίτι μας.
Αντώνη, στο σπίτι μας.» Ξεκινήσαμε μέσα στη νύχτα.
Η διαδρομή πίσω στην Αθήνα ήταν η πιο σιωπηλή της ζωής μου.
Τα φώτα της εθνικής περνούσαν σαν κοφτές ανάσες από το παρμπρίζ.
Εγώ κοιτούσα το κινητό μου, ξανακαλούσα, ξαναδιάβαζα το μήνυμα χωρίς απάντηση. Ο Αντώνης οδηγούσε με τα χέρια σφιγμένα στο τιμόνι, αλλά δεν έλεγε τίποτα.
Ήθελα να φωνάξω: «Βλέπεις τώρα; Βλέπεις τι γίνεται όταν δεν βάζεις ποτέ ένα όριο;» Όμως κρατήθηκα.
Ήξερα ότι η αλήθεια που μας περίμενε θα ήταν αρκετά δυνατή από μόνη της.
Φτάσαμε λίγο μετά τις δύο.
Από τον δρόμο ήδη ακούγαμε μπάσο να δονεί τα τζάμια.
Στην είσοδο της πολυκατοικίας υπήρχαν άδεια κουτάκια μπίρας, αποτσίγαρα και δύο παιδιά που φιλιόντουσαν αδιάφορα δίπλα στα γραμματοκιβώτια.
Η πόρτα του διαμερίσματος ήταν μισάνοιχτη.
Μπήκα πρώτη.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη μυρωδιά: τσιγάρο, αλκοόλ, ιδρώτας και κάτι γλυκερό, βαρύ, που με έκανε να ζαλιστώ.
Στο σαλόνι υπήρχαν τουλάχιστον είκοσι παιδιά.
Κάποια χόρευαν πάνω στο χαλί μου με τα παπούτσια, κάποια κάθονταν στον καναπέ κρατώντας πλαστικά ποτήρια, ενώ ένας άγνωστος είχε ακουμπήσει το ποτό του πάνω στο τραπεζάκι που μου είχε αφήσει η γιαγιά μου.
Η κορνίζα με τη φωτογραφία των γονιών μου ήταν πεσμένη στο πάτωμα, το γυαλί σπασμένο.
Για λίγα δευτερόλεπτα κανείς δεν μας πρόσεξε.
Μετά η Ευδοξία βγήκε από την κουζίνα.
Φορούσε ένα κόκκινο κοντό φόρεμα, είχε βαμμένα μάτια και στο χέρι της ένα ποτήρι που δεν ήθελα καν να σκεφτώ τι είχε μέσα.
Το πρόσωπό της άσπρισε όταν είδε τον πατέρα της. «Μπαμπά…» Ο Αντώνης έκλεισε την πόρτα πίσω μας.
Δεν φώναξε αμέσως.
Η φωνή του ήταν χαμηλή, σχεδόν ξένη. «Όλοι έξω. Τώρα.» Κάποιοι γέλασαν, νομίζοντας ίσως πως ήταν αστείο.
Ένα αγόρι με καπέλο του είπε: «Χαλάρωσε, κύριε, πάρτι κάνουμε.» Τότε ο Αντώνης ύψωσε τη φωνή του τόσο που πάγωσαν όλοι. «Είπα έξω από το σπίτι μου.
Σε πέντε λεπτά θα πάρω την αστυνομία και θα ειδοποιήσω τους γονείς σας έναν έναν.» Η μουσική σταμάτησε.
Μέσα σε λίγα λεπτά, το σπίτι άδειασε από παιδιά που απέφευγαν το βλέμμα μας.
Μερικά ψιθύριζαν συγγνώμη, άλλα έφευγαν βρίζοντας χαμηλόφωνα. Η Ευδοξία στεκόταν στη μέση του σαλονιού, με τα χέρια σταυρωμένα, προσπαθώντας να μη δείξει ότι φοβόταν.
Εγώ πήγα στην κουζίνα.
Ο νεροχύτης ήταν γεμάτος μπουκάλια, ο φούρνος είχε λεκέδες από καμένο φαγητό, το πάτωμα κολλούσε κάτω από τα παπούτσια μου.
Άνοιξα το υπνοδωμάτιο της Ευδοξίας και είδα στον τοίχο, πάνω από το γραφείο που είχα αγοράσει για να διαβάζει, έναν μεγάλο λεκέ από μαρκαδόρο.
Δίπλα στο κρεβάτι της υπήρχε το συρτάρι μου ανοιχτό.
Τα κοσμήματά μου ανακατεμένα.
Γύρισα στο σαλόνι κρατώντας το άδειο κουτί όπου είχα ένα παλιό χρυσό σταυρουδάκι της μητέρας μου. «Πού είναι ο σταυρός μου;» ρώτησα. Η συνέχεια της ιστορίας στα σχόλια 👇👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους