«Μπαμπά;» ψιθύρισα μόνος μου μέσα στο αμάξι, και ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος. Τον είδα καθαρά. Έβγαινε από μια παλιά πολυκατοικία στη Νέα Σμύρνη με σακούλες από σούπερ μάρκετ στο ένα χέρι...
«Μπαμπά;» ψιθύρισα μόνος μου μέσα στο αμάξι, και ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος.
Τον είδα καθαρά.
Έβγαινε από μια παλιά πολυκατοικία στη Νέα Σμύρνη με σακούλες από σούπερ μάρκετ στο ένα χέρι και με το άλλο κρατούσε το χέρι ενός μικρού κοριτσιού, πέντε-έξι χρονών.
Δίπλα του ήταν μια γυναίκα με φόρμα, σαν να γύριζαν σπίτι τους από μια τελείως κανονική μέρα.
Ο πατέρας μου έσκυψε, είπε κάτι στο παιδί και εκείνο γέλασε.
Αυτό το γέλιο με αποτέλειωσε.
Εκείνη την ώρα εγώ υποτίθεται πως πήγαινα να αφήσω κάτι χαρτιά σε έναν πελάτη του θείου μου.
Ο πατέρας μου υποτίθεται πως ήταν στη Λαμία για δουλειά. «Έκτακτο ραντεβού», είχε πει το πρωί.
Το ίδιο τροπάρι χρόνια τώρα.
Ταξίδια, καθυστερήσεις, βραδινές συσκέψεις, τηλέφωνα που τα σήκωνε πάντα έξω από το σπίτι.
Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα ακίνητος.
Έβλεπα τον άνθρωπο που μου έλεγε να είμαι τίμιος, να σέβομαι τη μάνα μου, να μην κάνω διπλές ζωές, και ήθελα να βγω από το αμάξι και να του ουρλιάξω.
Δεν βγήκα.
Τον ακολούθησα μόνο μέχρι που μπήκε πάλι μέσα στην πολυκατοικία.
Σαν κλέφτης.
Σαν να έψαχνα αποδείξεις για κάτι που η καρδιά μου είχε ήδη καταλάβει.
Όταν γύρισα σπίτι, η μάνα μου τηγάνιζε πατάτες.
Η μυρωδιά με χτύπησε άσχημα.
Τόσο γνώριμη, τόσο ασφαλής, και εγώ κουβαλούσα μέσα μου κάτι που θα τα τίναζε όλα στον αέρα. «Τι έχεις;» με ρώτησε. «Είσαι χλωμός.» Την κοίταξα και κόμπιασα. «Μάνα… τον είδα.» Γύρισε με την τρυπητή στο χέρι. «Ποιον;» «Τον πατέρα.» «Και; Στη Λαμία δεν ήταν;» «Δεν ήταν στη Λαμία.» Άφησε την τρυπητή στον πάγκο. «Μίλα καθαρά, Άρη.» Της τα είπα όλα όπως τα είδα.
Τη γυναίκα.
Το παιδί.
Τις σακούλες.
Την άνεση.
Τον τρόπο που στεκόταν εκεί, σαν να ανήκε.
Όσο μιλούσα, το πρόσωπό της άδειαζε.
Δεν έκλαιγε.
Αυτό ήταν το χειρότερο. «Είσαι σίγουρος;» είπε στο τέλος, τόσο χαμηλά που μετά βίας την άκουσα. «Μακάρι να μην ήμουν.» Κάθισε στην καρέκλα της κουζίνας και έπιασε το τραπεζομάντιλο με τα δύο χέρια. «Γι’ αυτό τα λεφτά δεν έφταναν ποτέ;» ψιθύρισε. «Γι’ αυτό έλεγε κάθε μήνα ότι έχει δόσεις, χρέη, πεσμένη δουλειά;» Εκεί κατάλαβα ότι δεν ήταν μόνο απιστία.
Ήταν ολόκληρη ζωή κρυμμένη με ψέματα που τα πληρώναμε κι εμείς.
Το νοίκι που αργούσε.
Οι καβγάδες για τη ΔΕΗ.
Η αδελφή μου που δεν πήγε φροντιστήριο αγγλικών μια χρονιά γιατί «δεν βγαίναμε». Ο πατέρας γύρισε λίγο μετά τις δέκα.
Άνοιξε την πόρτα χαλαρός, με εκείνο το κουρασμένο ύφος που φορούσε πάντα όταν ήθελε να μην τον ρωτήσει κανείς πολλά.
Η μάνα μου στεκόταν όρθια στο σαλόνι. «Πώς ήταν η Λαμία;» του είπε.
Πάγωσε μόνο για ένα δευτερόλεπτο. «Τρέξιμο.
Τι έγινε;» «Να σου πει ο γιος σου τι έγινε.» Με κοίταξε.
Και εκεί, για πρώτη φορά, είδα φόβο στα μάτια του. «Σε είδα στη Νέα Σμύρνη», του είπα. «Με μια γυναίκα. Και ένα κοριτσάκι.»
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους