Η Θεωρία της Νίκης του Ιράν Μεταφράζουμε αυτούσιο ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε στο τελευταίο τεύχος του σημαντικότερου δυτικού περιοδικού γεωστρατηγικής και διπλωματίας, το Foreign Affairs. Το...
Η Θεωρία της Νίκης του Ιράν Μεταφράζουμε αυτούσιο ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε στο τελευταίο τεύχος του σημαντικότερου δυτικού περιοδικού γεωστρατηγικής και διπλωματίας, το Foreign Affairs.
Το περιοδικό γενικά στηρίζει την διαχρονική αμερικανική στρατηγική στις παγκόσμιες υποθέσεις, και αυτός είναι και ο κυριότερος λόγος που θεωρούμε σημαντικό το συγκεκριμένο άρθρο, πολύ περισσότερο που η σύνταξη του περιοδικού το προτείνει στην αλληλογραφία της με τους συνδρομητές ως το κυριότερο άρθρο του τελευταίου τεύχους.
Εννοείται ότι το άρθρο δεν αφίσταται της γενικότερης αστικής οπτικής γωνίας υπό την οποία η δυτική γεωστρατηγική ανάλυση βλέπει και ερμηνεύει τις εξελίξεις, δηλαδή με κανένα τρόπο δεν πρόκειται για κάποιο αντι-ιμπεριαλιστικό κείμενο.
Όμως οι αποδοχή και η περιγραφή της πραγματικότητας, έστω και αποκαθαρμένη από την οπτική της πάλης των τάξεων και της ανάδυσης ενός νέου παγκόσμιου αντι-ιμπεριαλιστικού κινήματος, δεν παύει να έχει ξεχωριστή σημασία.
Ο αγώνας της Τεχεράνης για την αναγνώριση της ως μεγάλης δύναμης στη Μέση Ανατολή μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ Των Narges Bajoghli και Vali Nasr Όσον αφορά το Ιράν, η κυβέρνηση Τραμπ έχει να επιδείξει ένα απογοητευτικότατο ιστορικό αποτυχιών.
Δεν κατάφερε να κάμψει την Ισλαμική Δημοκρατία, παρά τους μήνες εντατικών βομβαρδισμών.
Ούτε μπόρεσε να κάμψει τη θέληση του Ιράν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Κι όμως, παρά τις αλλεπάλληλες αποτυχίες των τελευταίων επτά μηνών, Αμερικανοί αξιωματούχοι πιστεύουν ότι τα δεδομένα έχουν πλέον αλλάξει.
Έχουν επιβάλει νέες κυρώσεις, διατηρώντας παράλληλα τον υφιστάμενο αμερικανικό αποκλεισμό των νότιων ακτών της χώρας, περιορίζοντας ασφυκτικά την πρόσβασή της στο εξωτερικό εμπόριο.
Ως αποτέλεσμα, έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Ισλαμική Δημοκρατία σύντομα είτε θα υποχωρήσει είτε θα καταρρεύσει. «Θα προκαλέσουμε οικονομική ασφυξία σε αυτό το καθεστώς», δήλωσε την 1η Σεπτεμβρίου ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Ουάσιγκτον έχει προκαλέσει σημαντικές ζημιές στο Ιράν.
Ωστόσο, η Ισλαμική Δημοκρατία δεν πιστεύει ότι βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης.
Αντιθέτως, η Τεχεράνη θεωρεί ότι θα νικήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες — και δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί.
Η ιρανική κυβέρνηση δεν επιβίωσε απλώς των αμερικανοϊσραηλινών βομβαρδισμών.
Ανταπέδωσε με σφοδρότητα τα πλήγματα, προκαλώντας ζημιές σε αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις και παρεμποδίζοντας τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ.
Ο ιρανικός λαός πληρώνει βαρύ οικονομικό τίμημα εξαιτίας των καταστροφών που προκάλεσε ο πόλεμος και των αποκλεισμών που επέβαλε η Ουάσιγκτον.
Ωστόσο, μεγάλο μέρος του πληθυσμού έχει συσπειρωθεί γύρω από τη σημαία και φαίνεται να αποδέχεται ότι οι στερήσεις είναι αναγκαίες, εάν το Ιράν πρόκειται να υπερασπιστεί τον εαυτό του.
Ως εκ τούτου, η Τεχεράνη έχει αποκτήσει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και τόλμη.
Οι αξιωματούχοι της ενδέχεται να διαφωνούν ως προς τις επιμέρους τακτικές.
Μοιράζονται, όμως, τις ίδιες φιλοδοξίες: να εκδιώξουν τις αμερικανικές δυνάμεις από τον Περσικό Κόλπο, να αναγκάσουν την Ουάσιγκτον να άρει το σύνολο των κυρώσεων και να οδηγήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες στην αποδοχή του Ιράν ως μεγάλης δύναμης.
Αυτό το σχέδιο μπορεί να φαίνεται υπερβολικά φιλόδοξο, δεδομένου ότι το Ιράν έχει υποστεί σημαντική αποδυνάμωση σε υλικό και στρατιωτικό επίπεδο. Η Ισλαμική Δημοκρατία, ωστόσο, θεωρεί ότι οι στόχοι της είναι εφικτοί.
Πιστεύει ότι οι ένοπλες δυνάμεις της μπορούν να εκδιώξουν τα αμερικανικά στρατεύματα από τον Περσικό Κόλπο, συνεχίζοντας να πλήττουν απευθείας τις αμερικανικές βάσεις και ωθώντας τις αραβικές χώρες να πιέσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες να αποχωρήσουν.
Εκτιμά επίσης ότι, προκαλώντας αναταραχή στις ενεργειακές αγορές, μπορεί να αναγκάσει την Ουάσιγκτον να άρει και τους οικονομικούς περιορισμούς.
Με άλλα λόγια, η στρατηγική της Τεχεράνης για τη νίκη βασίζεται στην εκτίμηση ότι μπορεί να αντέξει και να προκαλέσει αρκετό πόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, ώστε αυτές να εγκαταλείψουν την πολιτική ανάσχεσης του Ιράν. ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ Κανείς δεν αμφισβητεί ότι το Ιράν έχει υποστεί βαρύτατα πλήγματα από τον πόλεμο.
Οι αμερικανικοί και ισραηλινοί βομβαρδισμοί επί μήνες έχουν προκαλέσει ζημιές στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις και τις υποδομές της χώρας, εκτοξεύοντας την ανεργία και ωθώντας ακόμη περισσότερους Ιρανούς στη φτώχεια.
Οι κυρώσεις της Ουάσιγκτον και ο ναυτικός αποκλεισμός έχουν οδηγήσει σε ανεξέλεγκτο πληθωρισμό.
Παράλληλα, οι αμερικανικές και ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις μπορούν να καταγράψουν πολλές τακτικές επιτυχίες, μεταξύ των οποίων και τη δολοφονία του πρώην ανώτατου ηγέτη του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ.
Από στρατηγική άποψη, ωστόσο, η σύγκρουση υπήρξε καταστροφική.
Αμερικανοί αξιωματούχοι πίστευαν ότι οι τιμωρητικοί αεροπορικοί βομβαρδισμοί και οι εκτεταμένες προσπάθειες αποδυνάμωσης της ιρανικής οικονομίας θα γονάτιζαν την Ισλαμική Δημοκρατία.
Δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Η Ουάσιγκτον ήλπιζε ότι η δολοφονία του Χαμενεΐ θα πυροδοτούσε μια μαζική εξέγερση κατά της κυβέρνησης.
Και αυτό το σχέδιο απέτυχε.
Αντίθετα, ο θάνατος του Χαμενεΐ έβγαλε στους δρόμους τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Διαδήλωναν κάθε βράδυ στις μεγαλύτερες πόλεις της χώρας και, τελικά, στο πλευρό τους προστέθηκαν Ιρανοί με διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις, οι οποίοι συσπειρώθηκαν για να υπερασπιστούν την πατρίδα τους.
Όταν άρχισε ο πόλεμος, η Τουρκία προετοιμαζόταν να υποδεχθεί 70.000 Ιρανούς πρόσφυγες.
Ωστόσο, ελάχιστοι εγκατέλειψαν τη χώρα.
Μάλιστα, καθώς ο πόλεμος συνεχιζόταν, πολλοί Ιρανοί που ζούσαν στο εξωτερικό επέστρεψαν στην πατρίδα τους, μεταξύ αυτών και προσωπικότητες του πολιτισμού, δημοσιογράφοι και πολιτικοί που βρίσκονταν επί χρόνια στην εξορία, όπως οι τραγουδιστές Μοχσέν Ναμτζού και Μπιτζάν Μορταζαβί.
Αυτή η έξαρση του εθνικισμού δεν σημαίνει ότι οι Ιρανοί στηρίζουν την Ισλαμική Δημοκρατία.
Πολλοί εξακολουθούν να είναι βαθιά δυσαρεστημένοι με την ηγεσία της χώρας τους.
Ωστόσο, η οργή τους απέναντι στην κυβέρνησή τους έχει επισκιαστεί από την οργή τους απέναντι στην Ουάσιγκτον.
Μέχρι πρότινος, οι περισσότεροι Ιρανοί αντιμετώπιζαν με σκεπτικισμό τον ισχυρισμό της Ισλαμικής Δημοκρατίας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδίωκαν την καταστροφή της χώρας τους και, στην πραγματικότητα, ήλπιζαν ότι η Τεχεράνη θα επιδίωκε καλύτερες σχέσεις με την Ουάσιγκτον.
Οι βομβαρδισμοί, όμως, ιρανικών πόλεων και οι επανειλημμένες απειλές του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ότι θα αφανίσει τον πολιτισμό της χώρας —λέγοντας, για παράδειγμα, ότι θα μπορούσε να «ανατινάξει ολόκληρο το έθνος» και να το στείλει «στην κόλαση, χωρίς καμία πιθανότητα επιβίωσης»— έχουν αλλάξει τη στάση τους.
Ιρανοί από όλο το πολιτικό φάσμα πιστεύουν πλέον ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν να εξαφανίσουν τη χώρα τους από τον χάρτη ή, τουλάχιστον, να την αναγκάσουν να υποκύψει σε κάθε αμερικανική απαίτηση. Οι Ιρανοί δεν αντιλαμβάνονται τον πόλεμο ΗΠΑ–Ισραήλ ως μια απελευθερωτική επιχείρηση.
Αυτό το συμπέρασμα προέκυψε από τις εκτενείς συνομιλίες μας με Ιρανούς όλων των ιδεολογικών αποχρώσεων.
Αρχίσαμε να τις πραγματοποιούμε όταν η Ουάσιγκτον βομβάρδισε για πρώτη φορά το Ιράν, τον Ιούνιο του 2025, και συνεχίζουμε μέχρι σήμερα, καταγράφοντας τις πολιτικές τους στάσεις σε όλη αυτή την περίοδο.
Η συντριπτική πλειονότητα εξέφραζε βαθιά θλίψη και οργή απέναντι στην κυβέρνησή της μετά τις σφαγές που ακολούθησαν την καταστολή των μαζικών διαδηλώσεων του Ιανουαρίου.
Διαπιστώσαμε, ωστόσο, ότι οι πολιτικές απόψεις μεταβλήθηκαν δραστικά καθώς ο πόλεμος παρατεινόταν και ο Τραμπ κλιμάκωνε τη ρητορική του περί αφανισμού. «Πιστεύαμε τόσο πολύ στην αμερικανική υπόσχεση», μας είπε ο Αλί, ένας 45χρονος αντιφρονών που επί χρόνια έχει φυλακιστεί λόγω της ακτιβιστικής του δράσης για κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα. «Όμως, με αυτόν τον πόλεμο και με όλα όσα έχει πει και κάνει ο Τραμπ και η κυβέρνησή του, είναι πλέον προφανές ότι οι Αμερικανοί μάς πούλησαν φύκια για μεταξωτές κορδέλες.
Δεν θέλουν τίποτε άλλο παρά την πλήρη υποταγή του Ιράν, και αυτό δεν μπορούμε να το αποδεχτούμε». Ανάλογα αισθήματα εξέφρασε και η Μαχσά, συγγραφέας και καλλιτέχνιδα γύρω στα τριάντα. «Όλα όσα πιστεύαμε ότι πρέσβευαν οι Ηνωμένες Πολιτείες —η ελευθερία, ο σεβασμός και η δημοκρατία— τα βλέπω πλέον ως ψέματα», είπε. «Όσο θυμωμένη κι αν ήμουν επί χρόνια με το καθεστώς μας, αυτή είναι η πατρίδα μας, και καμία ξένη χώρα δεν έχει το δικαίωμα να σκοτώνει τους ηγέτες μας, να ρίχνει βόμβες στα παιδιά μας και να προσπαθεί να μας καταστρέψει». Δεν προκαλεί, λοιπόν, έκπληξη το γεγονός ότι η νεκρική πομπή του Χαμενεΐ τον Ιούλιο προσέλκυσε εκατομμύρια ανθρώπους, παρά το γεγονός ότι η χώρα βρισκόταν εν μέσω πολέμου.
Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, οι παρευρισκόμενοι μοίραζαν κόκκινες σημαίες, συμβολίζοντας την επιθυμία τους για αιματηρή εκδίκηση.
Λίγο αργότερα, το Ιράν επιτέθηκε σε εμπορικά πλοία που διέσχιζαν τα Στενά του Ορμούζ, τινάζοντας στον αέρα την εύθραυστη εκεχειρία που είχε συνάψει με τις Ηνωμένες Πολιτείες τρεις μήνες νωρίτερα. Πολλοί Αμερικανοί αξιωματούχοι φαίνεται να πιστεύουν ότι η άσκηση ασφυκτικής οικονομικής πίεσης θα οδηγήσει τελικά σε αλλαγή στάσης: ότι, αν οι Ιρανοί υποφέρουν αρκετά, θα αποφασίσουν να επιχειρήσουν την ανατροπή της κυβέρνησής τους ή ότι η Ισλαμική Δημοκρατία, φοβούμενη για την επιβίωσή της, θα υποκύψει στις αμερικανικές απαιτήσεις.
Πρόκειται, όμως, για ευσεβείς πόθους.
Τα τελευταία 15 χρόνια, το Ιράν έχει αναπτύξει μια οικονομία ειδικά σχεδιασμένη ώστε να αντέχει στον αμερικανικό οικονομικό πόλεμο. Οι Ιρανοί αξιωματούχοι, για παράδειγμα, έχουν καλλιεργήσει ισχυρές σχέσεις με εμπόρους γειτονικών χωρών και έχουν καταστήσει τη χώρα σχεδόν αυτάρκη σε τρόφιμα.
Ως αποτέλεσμα, παρότι η ιρανική οικονομία δοκιμάζεται και ο πληθωρισμός παραμένει υψηλός, μέχρι στιγμής δεν έχουν παρουσιαστεί ελλείψεις βασικών αγαθών ή υπηρεσιών στις πόλεις και τις κωμοπόλεις της χώρας. «Είναι απίστευτο πόσο καλά οργανωμένα λειτουργούν τα πάντα στο εσωτερικό της χώρας», δήλωσε ο Χαμίντ Ρεζά, μηχανικός που ταξιδεύει τακτικά μεταξύ Ισφαχάν και Τεχεράνης για επαγγελματικούς λόγους. «Τα πράγματα είναι ακριβά, αλλά δεν υπήρξαν απολύτως καθόλου ελλείψεις σε ολόκληρη τη χώρα.
Όλα έχουν αντιμετωπιστεί στο εσωτερικό, με μεγάλη προσοχή». Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Ιρανοί αισιοδοξούν για το μέλλον της χώρας τους.
Ανησυχούν για όσα έρχονται και λαχταρούν να επιστρέψει η ηρεμία και να ανακουφιστεί η οικονομία.
Δεν αντιλαμβάνονται, όμως, τον πόλεμο ΗΠΑ–Ισραήλ ως απελευθερωτικό.
Αντίθετα, τον θεωρούν απρόκλητη επιθετικότητα, ενώ ο εθνικισμός που προέκυψε από αυτήν έχει θολώσει τα όρια μεταξύ των πολιτικών παρατάξεων και έχει μειώσει την πιθανότητα μιας νέας πολιτικής εξέγερσης.
Ο πόλεμος, επομένως, έχει ενισχύσει την Ισλαμική Δημοκρατία. ΚΟΣΤΟΣ ΚΑΙ ΟΦΕΛΟΣ Όπως και ο πληθυσμός της χώρας, έτσι και η ιρανική κυβέρνηση έχει υιοθετήσει μια πιο εχθρική στάση απέναντι στην Ουάσιγκτον από τότε που ξέσπασε η σύγκρουση.
Ο νέος ανώτατος ηγέτης της χώρας, Μοτζταμπά Χαμενεΐ, έχει τοποθετήσει έμπιστους συνεργάτες του σε καίριες θέσεις, ενώ ο ίδιος εξακολουθεί να κρύβεται.
Πρόκειται κυρίως για σκληροπυρηνικά στελέχη που συνδέονται με τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης.
Τα πρόσωπα αυτά, μεταξύ των οποίων ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας Μοχσέν Ρεζαΐ και ο διοικητής των κυριότερων παραστρατιωτικών δυνάμεων του Ιράν που δραστηριοποιούνται στο εσωτερικό της χώρας, Χοσεΐν Ταέμπ, θεωρούν ότι για να αποτραπούν νέες επιθέσεις απαιτείται αποφασιστική και επιθετική αντίδραση σε κάθε πρόκληση.
Αμφιβάλλουν ότι η Ουάσιγκτον επιθυμεί πραγματικά μια διπλωματική λύση.
Επισημαίνουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιτεθεί δύο φορές στο Ιράν ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις και στη συνέχεια υπαναχώρησαν από το μνημόνιο συνεννόησης που είχαν υπογράψει με το Ιράν τον Ιούνιο.
Κατά συνέπεια, υποστηρίζουν ότι οι Αμερικανοί δεν είναι αξιόπιστοι.
Μάλιστα, πιστεύουν ότι ακόμη και αν οι Ηνωμένες Πολιτείες εκδηλώσουν ενδιαφέρον για συνομιλίες, ενδέχεται να προετοιμάζουν νέες επιθέσεις, όπως συνέβη τον Ιούνιο του 2025 και τον Φεβρουάριο του 2026.
Οι σχετικά μετριοπαθείς κύκλοι του Ιράν έχουν κάπως διαφορετική άποψη.
Αυτή η ομάδα πολιτικών ελίτ, στην οποία περιλαμβάνονται ο πρόεδρος του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν, ο πρόεδρος του κοινοβουλίου Μοχάμαντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, ο πρώην πρόεδρος Χασάν Ρουχανί και ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Μοχάμαντ Τζαβάντ Ζαρίφ, υποστηρίζει σταθερά ότι η Τεχεράνη πρέπει να συνεχίσει να αναζητά μια διπλωματική λύση στη σύγκρουση. Ο Πεζεσκιάν και ο Γκαλιμπάφ έχουν τονίσει τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι απλοί πολίτες.
Ωστόσο, η απόσταση που τους χωρίζει από τους σκληροπυρηνικούς ηγέτες της χώρας δεν είναι τόσο μεγάλη όσο ίσως φαίνεται.
Όπως μας είπε ένας αναλυτής που γνωρίζει καλά αυτά τα πρόσωπα, «κανείς δεν λέει ότι το Ιράν πρέπει να παραδοθεί». Μπορεί να θεωρούν κορυφαία προτεραιότητα την οικονομική ανακούφιση, αλλά η λύση που προκρίνουν είναι να εξαναγκάσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες να εφαρμόσουν το μνημόνιο συνεννόησης που υπέγραψαν τον Ιούνιο.
Σύμφωνα με την ιρανική ερμηνεία, η συμφωνία αυτή δέσμευε την Ουάσιγκτον να αποδεσμεύσει όλα τα περιουσιακά στοιχεία του Ιράν, να άρει όλες τις κυρώσεις, να μην επιτεθεί ποτέ ξανά στη χώρα και να καταβάλει αποζημιώσεις — με αντάλλαγμα μόνο μια εκεχειρία και την επανέναρξη της εμπορικής ναυσιπλοΐας μέσω των Στενών του Ορμούζ, για τη διέλευση από τα οποία το Ιράν θα μπορούσε και πάλι να επιβάλλει τέλη.
Από τα τέλη του καλοκαιριού, ο Ρεζαΐ και ο Γκαλιμπάφ δηλώνουν ότι κάθε διπλωματική προσπάθεια πρέπει να ξεκινήσει με την επιστροφή των Ηνωμένων Πολιτειών στο μνημόνιο.
Όπως μας είπε ο ίδιος αναλυτής μετά τις πρόσφατες συναντήσεις στον ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, τα πρόσωπα αυτά θεωρούν ότι «ο Τραμπ δεν είναι έτοιμος» για ουσιαστικές συνομιλίες.
Αντίθετα, πιστεύουν ότι ο Τραμπ θα επιστρέψει στη συμφωνία μόνο εφόσον αποδεχθεί τη νίκη του Ιράν — και αυτό, κατά την άποψή τους, προϋποθέτει να αυξηθεί το κόστος του πολέμου για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Κατά συνέπεια, η συμπεριφορά του Ιράν θα είναι δυσανάλογη και χωρίς φραγμούς.
Αν ο πόλεμος ξαναρχίσει, το Ιράν θα εξαπολύσει επιθέσεις σε ολόκληρη την περιοχή και όχι μόνο στις γειτονικές του χώρες.
Η κυρίαρχη άποψη στην Τεχεράνη είναι ότι η αυτοσυγκράτηση και η προβλεψιμότητα θα προκαλέσουν απλώς μεγαλύτερη πίεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, χωρίς να συμβάλουν στην επίτευξη των βασικών στρατιωτικών στόχων της χώρας: να αναγκάσει την Ουάσιγκτον να αποσύρει όλα τα στρατεύματά της από τον Περσικό Κόλπο και να αποδεχθεί την κυριαρχία του Ιράν.
Οι επανειλημμένες επιθέσεις του Ιράν εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων και εγκαταστάσεων στην Ιορδανία, τη Συρία και σε ολόκληρη την περιοχή του Περσικού Κόλπου αποσκοπούν ήδη στην επίτευξη αυτού του στόχου.
Ως έναν βαθμό, έχουν πετύχει.
Τα πλήγματα έχουν προκαλέσει σοβαρές ζημιές σε αρκετές αμερικανικές στρατιωτικές υποδομές, αναγκάζοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες να μεταφέρουν πολλές από τις επιχειρήσεις και τους στρατιωτικούς πόρους τους στο Ισραήλ και την Ιορδανία, καθώς και να βασιστούν σε μια βάση στον κεντρικό Ινδικό Ωκεανό για την υλικοτεχνική υποστήριξή τους.
Η απειλή ιρανικών επιθέσεων έχει μάλιστα αναγκάσει την Ουάσιγκτον να αποσύρει όλα τα βομβαρδιστικά B-1 από μια βάση στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το Ιράν πιστεύει ότι μπορεί να εξαναγκάσει την Ουάσιγκτον να καταλήξει σε κάποιου είδους οικονομική συμφωνία.
Παράλληλα, η Τεχεράνη επιχειρεί να πείσει τους εταίρους της Ουάσιγκτον στον Περσικό Κόλπο να κλείσουν τις αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις που βρίσκονται στις χώρες τους.
Για τον σκοπό αυτό, έχει δηλώσει ανοιχτά ότι η ειρήνη και η ασφάλεια στον Περσικό Κόλπο θα εξαρτηθούν από την απομάκρυνση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων και έχει βομβαρδίσει επανειλημμένα κράτη του Κόλπου, τα οποία υποπτεύεται ότι συνδράμουν την αμερικανική πολεμική προσπάθεια.
Είναι μάλλον απίθανο το Ιράν να καταφέρει τελικά να τερματίσει τη στρατιωτική παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή του Κόλπου.
Ωστόσο, έχει ήδη κάνει αρκετά ώστε να αναγκάσει τα αραβικά κράτη να επανεξετάσουν κατά πόσο μπορούν να βασίζονται στην αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας.
Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε περιορισμό της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή. Το Ιράν, βεβαίως, θα μπορούσε να εκδιώξει τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις από τη γειτονιά του χωρίς να εξασφαλίσει οικονομική ανακούφιση.
Άλλωστε, η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε την έναρξη της λεγόμενης «Οικονομικής D-Day», εν μέρει επειδή οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις είχαν εξαντληθεί και επειδή οι ιρανικές επιθέσεις εναντίον του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού είχαν αναγκάσει τα αμερικανικά πλοία να απομακρυνθούν περισσότερο από τις ιρανικές ακτές. Το Ιράν, ωστόσο, πιστεύει ότι μπορεί να εξαναγκάσει τον αντίπαλό του σε κάποιου είδους οικονομική συνεννόηση, προκαλώντας του αρκετά μεγάλες οικονομικές απώλειες.
Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής, η Τεχεράνη έχει επιδιώξει να αυξήσει τις τιμές του πετρελαίου, του φυσικού αερίου, του ντίζελ, των καυσίμων αεροσκαφών και άλλων πετρελαϊκών προϊόντων, πλήττοντας αρκετές ενεργειακές εγκαταστάσεις στην περιοχή του Κόλπου.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το κοίτασμα φυσικού αερίου Ρας Λαφάν του Κατάρ, σε αντίποινα για ισραηλινή επίθεση στο ιρανικό κοίτασμα φυσικού αερίου Νότιο Παρς, καθώς και πετρελαϊκές εγκαταστάσεις στο λιμάνι Φουτζάιρα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Το Ιράν πλήττει επίσης δεξαμενόπλοια που μεταφέρουν πετρέλαιο και φυσικό αέριο.
Παράλληλα, επιχειρεί να εδραιώσει τον έλεγχό του στα Στενά του Ορμούζ, τα οποία θεωρεί κυρίαρχο έδαφος του Ιράν. Η Ουάσιγκτον έχει αντιδράσει δυναμικά σε αυτή την προσπάθεια και πρόσφατα κατάφερε να συμβάλει στη διέλευση δεξαμενόπλοιων από αυτό το στρατηγικής σημασίας θαλάσσιο πέρασμα.
Οι επιχειρήσεις αυτές, ωστόσο, απαιτούν τεράστιους ναυτικούς πόρους, τους οποίους οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να διαθέτουν επ’ αόριστον.
Χείρα βοηθείας προσφέρουν στο Ιράν και οι περιφερειακοί του σύμμαχοι.
Ιρακινές δυνάμεις που υποστηρίζονται από το Ιράν επιτέθηκαν σε έναν ζωτικής σημασίας πετρελαιαγωγό, μέσω του οποίου το σαουδαραβικό πετρέλαιο μεταφέρεται σε εγκαταστάσεις στην Ερυθρά Θάλασσα.
Η επίθεση αυτή θα περιορίσει αισθητά την παγκόσμια προσφορά πετρελαίου για μήνες.
Οι σύμμαχοί του στην Υεμένη, οι Χούθι, έχουν επίσης εξαπολύσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον πετρελαϊκών εγκαταστάσεων της Σαουδικής Αραβίας.
Έχουν μάλιστα καταλάβει εκτεταμένες νέες περιοχές και έχουν φτάσει στα Στενά Μπαμπ ελ Μαντέμπ, αποκτώντας έτσι τη δυνατότητα να απειλούν την Ερυθρά Θάλασσα, μέσω της οποίας διέρχεται το 12% του παγκόσμιου εμπορίου.
Οι επιθέσεις αυτές έδειξαν επίσης ότι, παρότι το δίκτυο συμμαχικών δυνάμεων του Ιράν έχει δεχθεί ισχυρά πλήγματα στον Λίβανο και τη Συρία, εξακολουθεί συνολικά να διαθέτει σημαντικές επιχειρησιακές δυνατότητες. ΣΤΑΘΕΡΑ ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να πιστεύουν ότι έχουν στριμώξει το Ιράν. Η Τεχεράνη, όμως, έχει διαφορετική άποψη.
Δεν θεωρεί ότι βρίσκεται σε θέση άμυνας ή ότι έχει ξεμείνει από επιλογές.
Αντίθετα, πιστεύει ότι έχει κατακτήσει θέση μεγάλης δύναμης στη διεθνή σκηνή.
Είναι υπερήφανη για τις στρατιωτικές επιδόσεις της και αισθάνεται ότι πλέον απολαμβάνει έναν νέο βαθμό διεθνούς σεβασμού.
Αξιωματούχοι στην Τεχεράνη υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό τις εικόνες από τη θερμή υποδοχή που επιφύλαξαν τα κράτη-μέλη στις ιρανικές αντιπροσωπείες κατά τις συνόδους του Σεπτεμβρίου του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης και της μη δυτικής ομάδας BRICS. Το Ιράν εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τεράστιες προκλήσεις και δεν έχει βρει ακόμη τον τρόπο να μετατρέψει όσα κέρδισε στον πόλεμο σε μακροπρόθεσμα οφέλη για την περίοδο της ειρήνης.
Είναι, ωστόσο, έτοιμο να συνεχίσει να πολεμά, αν χρειαστεί.
Όπως εξήγησε ανώτερος Ιρανός αναλυτής, ο οποίος βρίσκεται κοντά στους ανθρώπους που χαράσσουν την πολιτική της χώρας, η ιρανική ηγεσία πιστεύει ότι ο λαός της «είναι διατεθειμένος να υπομείνει τις οικονομικές δυσκολίες και τα δεινά, αν αυτό σημαίνει ότι θα νικήσει». Την ίδια στιγμή, οι πολιτικές ελίτ του Ιράν έχουν συσπειρωθεί γύρω από μια κοινή στρατηγική. Η Τεχεράνη, με άλλα λόγια, είναι πεπεισμένη ότι μπορεί να βγει νικήτρια, αρκεί να επιμείνει στην πορεία που έχει χαράξει. Δεν θεωρεί ότι χρειάζεται να κάνει συμβιβασμούς. Πηγή: Foreign Affairs Μετάφραση: Κωστής Μηλολιδάκης
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους