ΒΡΩΜΙΚΗ ΠΟΛΙΣ ( 1965 ) Το πιο επικίνδυνο ψέμα δεν είναι «σ’ αγαπώ». Είναι «μαζί μου είσαι ασφαλής». Υπάρχουν άνθρωποι που μας πληγώνουν. Και υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν κάτι πολύ χειρότερο. Μας...
ΒΡΩΜΙΚΗ ΠΟΛΙΣ ( 1965 ) Το πιο επικίνδυνο ψέμα δεν είναι «σ’ αγαπώ». Είναι «μαζί μου είσαι ασφαλής». Υπάρχουν άνθρωποι που μας πληγώνουν.
Και υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν κάτι πολύ χειρότερο.
Μας κάνουν να πιστέψουμε ότι ήρθαν να μας σώσουν από εκείνους που μας πληγώνουν.
Η «Βρώμικη Πόλις» του 1965 μοιάζει αρχικά με ένα παλιό κοινωνικό μελόδραμα.
Ένας σκληρός σύζυγος.
Μια γυναίκα παγιδευμένη σ’ έναν δυστυχισμένο γάμο.
Μια ερωμένη.
Ένας άγνωστος άνδρας που εμφανίζεται ξαφνικά και μοιάζει να της προσφέρει αυτό που της λείπει.
Κι όμως, πίσω από αυτή την ιστορία υπάρχει κάτι πολύ πιο σκοτεινό.
Μια ιστορία για το τι συμβαίνει όταν ένας άνθρωπος στερηθεί τόσο πολύ την ασφάλεια, ώστε ο πρώτος που θα του προσφέρει την εμπειρία: «Εγώ είμαι εδώ.
Εγώ θα σε προστατέψω.» μπορεί να γίνει εξαιρετικά σημαντικός.
Όχι επειδή είναι αδύναμος.
Αλλά επειδή είναι άνθρωπος. Η Άννα ζει με έναν άνδρα που έχει πάψει να αποτελεί σπίτι. Ο Μικές δεν είναι το μέρος στο οποίο μπορεί να ακουμπήσει.
Είναι το μέρος από το οποίο πρέπει να προστατευθεί.
Κι όμως παραμένει.
Γιατί οι άνθρωποι δεν μένουν πάντοτε σε μια σχέση επειδή αγαπούν.
Μερικές φορές μένουν επειδή φοβούνται.
Φοβούνται τη μοναξιά.
Τα παιδιά.
Την οικονομική καταστροφή.
Τη γνώμη των άλλων.
Το: «Τι θα πει ο κόσμος;» Και τότε μια σχέση μπορεί να έχει τελειώσει συναισθηματικά πολύ πριν ένας άνθρωπος μπορέσει πρακτικά να την εγκαταλείψει.
Αυτό είναι σημαντικό να το καταλάβουμε.
Γιατί από έξω είναι εύκολο να ρωτήσεις: «Γιατί δεν έφευγε;» Από μέσα όμως η πραγματική ερώτηση μπορεί να είναι: «Πού ακριβώς να πάω; Ποιος θα είναι εκεί; Τι θα χάσω αν φύγω; Και είμαι πράγματι ικανή να σταθώ μόνη μου μετά από όλα όσα έχω ζήσει;» Και τότε εμφανίζεται ο Αλέξης.
Στην πιο ευάλωτη στιγμή.
Όταν εκείνη κινδυνεύει, αυτός την προστατεύει.
Όταν ο άνδρας της την ταπεινώνει, εκείνος της μιλά διαφορετικά.
Όταν η ζωή της μοιάζει φυλακή, εκείνος εμφανίζεται σαν έξοδος.
Και υπάρχει κάτι βαθιά ανθρώπινο σε αυτό.
Όταν κάποιος μας έχει κρατήσει πολύ καιρό μέσα στο κρύο, δεν χρειάζεται να εμφανιστεί ο τέλειος άνθρωπος για να τον αγαπήσουμε.
Μερικές φορές αρκεί να εμφανιστεί κάποιος που μοιάζει με ζεστασιά.
Αυτό όμως δημιουργεί ένα τρομερό ερώτημα: Ερωτευόμαστε πάντοτε τον άνθρωπο; Ή μερικές φορές ερωτευόμαστε και την ανακούφιση που αισθανόμαστε κοντά του; Δεν είναι το ίδιο.
Και δεν σημαίνει ότι το συναίσθημα είναι ψεύτικο.
Σημαίνει ότι ο άνθρωπος μπορεί να γίνει φορέας μιας πολύ βαθύτερης ανάγκης.
Να συμβολίζει: «Μαζί σου ίσως σωθώ.» Στον ασφαλή συναισθηματικό δεσμό υπάρχει ένα απλό, σχεδόν παιδικό ερώτημα κάτω από όλα τα υπόλοιπα: «Όταν φοβηθώ, θα είσαι εκεί;» Ο Αλέξης φαίνεται να απαντά: «Ναι.» Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το έγκλημα.
Όχι μόνο στο ότι λέει ψέματα.
Αλλά στο ότι χρησιμοποιεί την ασφάλεια ως δόλωμα. Η Άννα δεν παραδίδει απλώς το σώμα της.
Παραδίδει την εμπιστοσύνη της.
Του δίνει κάτι πολύ πιο εύθραυστο: την πεποίθηση ότι μπροστά της βρίσκεται επιτέλους ένας άνθρωπος που δεν θα την πληγώσει.
Και τελικά μαθαίνει ότι ο άνθρωπος στον οποίο κατέφυγε για να σωθεί ήταν μέρος εκείνου από το οποίο προσπαθούσε να σωθεί.
Δεν ξέρω αν υπάρχει πολύ πιο καταστροφική μορφή σχεσιακής προδοσίας.
Γιατί μετά από μια τέτοια αποκάλυψη δεν αρκεί να πεις: «Αυτός ήταν ψεύτης.» Το τραύμα πηγαίνει βαθύτερα.
Γίνεται: «Τότε τι από αυτά που ένιωσα ήταν πραγματικό;» «Πότε με κοίταζε επειδή με ήθελε και πότε επειδή έπαιζε τον ρόλο του;» «Εγώ ποιον αγάπησα;» Και τελικά: «Αν έκανα τόσο μεγάλο λάθος για έναν άνθρωπο, μπορώ να εμπιστευτώ ξανά την κρίση μου;» Αυτό είναι ένα από τα πιο βαθιά τραύματα της προδοσίας.
Δεν καταστρέφει μόνο την εικόνα που έχουμε για τον άλλον.
Μπορεί να τραυματίσει και τη σχέση που έχουμε με τον ίδιο μας τον εαυτό.
Και δίπλα σε όλα αυτά υπάρχει ο Τάσος.
Ο άνθρωπος που βλέπει.
Ο άνθρωπος που καταλαβαίνει.
Ο άνθρωπος που πονά.
Ο άνθρωπος που, με έναν τρόπο, αγαπά.
Και όμως δεν κάνει αρκετά.
Κι εδώ η ταινία θέτει χωρίς να το φωνάζει ένα τρομερό ηθικό ερώτημα: Αρκεί να είσαι καλός όταν δεν προστατεύεις εκείνον που βλέπεις να καταστρέφεται; Υπάρχει μια μορφή βίας που προκαλείται από τον θύτη.
Και υπάρχει και η εγκατάλειψη που προκαλείται από εκείνους που γνωρίζουν και παραμένουν ακίνητοι.
Στις ανθρώπινες σχέσεις η απουσία ανταπόκρισης μπορεί να γίνει τραύμα από μόνη της.
Το: «Με είδες και δεν ήρθες» πολλές φορές πονά όσο και το: «Μου το έκανες.» Ίσως γι’ αυτό ο τίτλος «Βρώμικη Πόλις» είναι πολύ πιο έξυπνος απ’ όσο φαίνεται.
Γιατί ο άνθρωπος που είναι υπεύθυνος για την καθαριότητα της πόλης είναι εκείνος που μολύνει περισσότερο τις ανθρώπινες σχέσεις γύρω του.
Και έτσι η «βρωμιά» παύει να είναι τα σκουπίδια.
Γίνεται: η εξαπάτηση. η εξουσία. η ντροπή. η βία. η κοινωνική υποκρισία. η σιωπή.
Η πόλη μπορεί να είναι καθαρή στους δρόμους της και βρώμικη στις σχέσεις της.
Ένας γάμος μπορεί να φαίνεται αξιοπρεπής και μέσα του ένας άνθρωπος να διαλύεται.
Ένας γοητευτικός άνδρας μπορεί να μοιάζει σωτήρας και να είναι παγίδα.
Ένας αξιοπρεπής πολίτης μπορεί να είναι κακοποιητής.
Και μια κοινωνία μπορεί να προστατεύει την εικόνα του γάμου πολύ περισσότερο από τον άνθρωπο μέσα στον γάμο.
Κι εδώ βρίσκεται ίσως η πιο σκληρή ειρωνεία. Η Άννα φοβάται αρχικά την κοινωνική κατακραυγή αν χωρίσει.
Και τελικά χάνει σχεδόν τα πάντα ακριβώς επειδή οι άνθρωποι γύρω της χρησιμοποιούν αυτή την ντροπή εναντίον της.
Πόσες ζωές άραγε δεν καταστράφηκαν επειδή κάποιος φοβήθηκε περισσότερο το: «τι θα πουν;» από το: «τι μου συμβαίνει;» Αυτό δεν αφορά μόνο το 1965.
Αφορά ακόμη σχέσεις σήμερα.
Άνθρωποι που μένουν εκεί όπου υποφέρουν, για να μη θεωρηθούν αποτυχημένοι.
Άνθρωποι που κρύβουν την προδοσία.
Την κακοποίηση.
Τη μοναξιά.
Την έλλειψη σεξουαλικής σχέσης.
Την απόγνωση.
Επειδή η εικόνα προς τα έξω πρέπει να παραμένει καθαρή.
Και κάπως έτσι η πραγματική ζωή γίνεται η βρώμικη πίσω πλευρά της βιτρίνας.
Στο τέλος η Άννα σκοτώνει τον άνθρωπο που νόμιζε ότι την αγαπούσε.
Και φυσικά αυτό δεν είναι λύτρωση.
Δεν είναι δικαιοσύνη.
Δεν είναι θεραπεία.
Είναι η τελική καταστροφή.
Αλλά αν θέλουμε πραγματικά να καταλάβουμε έναν άνθρωπο, δεν αρκεί να κοιτάξουμε μόνο την τελευταία του πράξη.
Χρειάζεται να δούμε τη διαδρομή που τον έφερε εκεί.
Πρώτα ένας σύζυγος που έπαψε να είναι ασφαλής.
Μετά η απώλεια ενός παιδιού.
Μετά ένας «σωτήρας». Μετά ο έρωτας.
Μετά η αποκάλυψη ότι ο σωτήρας ήταν μέρος του σχεδίου.
Μετά η δημόσια ταπείνωση.
Και τέλος η πλήρης κατάρρευση της δυνατότητας να ξεχωρίσει το: «με αγαπούν» από το: «με χρησιμοποιούν». Η ψυχολογία δεν υπάρχει για να λέει ότι όλες οι πράξεις είναι αποδεκτές.
Υπάρχει για να μπορεί να ρωτά: «Τι συνέβη σε αυτόν τον άνθρωπο πριν φτάσει εδώ;» Και η θεραπεία μάς οδηγεί ακόμη βαθύτερα.
Δεν σταματά στη συμπεριφορά.
Ρωτά τι βρίσκεται από κάτω.
Κάτω από την οργή μπορεί να υπάρχει τρόμος.
Κάτω από την προσκόλληση μπορεί να υπάρχει απόγνωση.
Κάτω από το: «Δεν μπορώ χωρίς εσένα» μπορεί να υπάρχει: «Δεν έχω πια κανένα μέρος που να αισθάνομαι ασφαλής.» Και κάτω από μια καταστροφική επιλογή μπορεί να υπάρχει ένας άνθρωπος που έχασε σταδιακά όλες τις ασφαλείς του βάσεις.
Αυτό δεν κάνει την πράξη σωστή.
Αλλά κάνει την ιστορία ανθρώπινη.
Και ίσως τελικά αυτή να είναι η μεγάλη υπαρξιακή ερώτηση της «Βρώμικης Πόλης»: Τι απομένει μέσα μας όταν όλοι οι άνθρωποι που θα μπορούσαν να αποτελέσουν “σπίτι” γίνονται πηγή κινδύνου; Ο σύζυγος προδίδει.
Ο σωτήρας προδίδει.
Ο καλός άνθρωπος σιωπά.
Η κοινωνία κρίνει.
Και τότε ο άνθρωπος μένει χωρίς ασφαλές καταφύγιο.
Ίσως η μεγαλύτερη τραγωδία της Άννας δεν είναι ότι αγάπησε λάθος άνθρωπο.
Είναι ότι έζησε τόσο πολύ χωρίς πραγματική ασφάλεια, ώστε όταν κάποιος υποδύθηκε την ασφάλεια, ήταν σχεδόν αδύνατο να μην τον πιστέψει.
Γι’ αυτό αυτή η ταινία δεν είναι για μένα μια ιστορία που λέει: «Πρόσεχε ποιον ερωτεύεσαι.» Λέει κάτι πολύ πιο σοβαρό. «Πρόσεχε τι συμβαίνει στον άνθρωπο όταν η ανάγκη του να σωθεί γίνει μεγαλύτερη από την ικανότητά του να ελέγξει αν αυτός που τον πλησιάζει είναι πράγματι ασφαλής.» Γιατί άλλο πράγμα είναι κάποιος να σε κάνει να νιώθεις καλύτερα.
Και άλλο να είναι ασφαλής.
Άλλο να σε επιθυμεί.
Και άλλο να σε φροντίζει.
Άλλο να έρθει όταν καταρρέεις.
Και άλλο να μπορείς να βασιστείς πάνω του όταν πάψει να χρειάζεται να σε εντυπωσιάσει.
Η πραγματική ασφάλεια δεν χρειάζεται σκηνοθεσία.
Δεν κατασκευάζει τον φόβο για να εμφανιστεί μετά ως σωτηρία.
Δεν ζητά να εξαρτηθείς.
Δεν σε απομονώνει.
Δεν χρησιμοποιεί την ευαλωτότητά σου ως είσοδο.
Η πραγματική αγάπη δεν λέει μόνο: «Έλα σε μένα.» Λέει: «Μπορείς να είσαι εδώ χωρίς να φοβάσαι ότι αυτό που μου εμπιστεύεσαι θα χρησιμοποιηθεί κάποτε εναντίον σου.» Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο σύγχρονο μήνυμα μιας ταινίας του 1965.
Ότι το αντίθετο της μοναξιάς δεν είναι απλώς να βρεις κάποιον.
Είναι να βρεις μια σχέση μέσα στην οποία η ευαλωτότητά σου δεν γίνεται όπλο.
Έναν άνθρωπο μπροστά στον οποίο μπορείς να χαμηλώσεις την άμυνά σου, χωρίς αργότερα να ανακαλύψεις ότι ακριβώς από εκεί μπήκε ο κίνδυνος.
Γιατί στο τέλος, το βαθύτερο ερώτημα της αγάπης δεν είναι: «Με θέλεις;» Είναι: «Είμαι ασφαλής όταν σου εμπιστεύομαι την καρδιά μου;» Και κάποιες φορές η μεγαλύτερη τραγωδία δεν είναι να ακούσεις ένα «όχι». Είναι να ακούσεις ένα «ναι» που ήταν ψέμα. — Αντώνης Γκλιόγκος EFT Couples Therapist & Relationship Specialist | Ψυχοθεραπευτής
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους