[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Στην Αθήνα του 1952, τότε που οι παλιές γειτονιές μύριζαν βασιλικό, βρεγμένη πέτρα και κάρβουνο, και τα μεγάλα αρχοντικά της Πλάκας έκρυβαν πίσω από τις βαριές ξύλινες πόρτες τους ζωές που κανείς δεν...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Στην Αθήνα του 1952, τότε που οι παλιές γειτονιές μύριζαν βασιλικό, βρεγμένη πέτρα και κάρβουνο, και τα μεγάλα αρχοντικά της Πλάκας έκρυβαν πίσω από τις βαριές ξύλινες πόρτες τους ζωές που κανείς δεν γνώριζε, έφτασε ένα πρωινό του Νοέμβρη ένα κορίτσι από ένα ορεινό χωριό της Ευρυτανίας.

Την έλεγαν Ερατώ, ήταν μόλις δεκαέξι χρονών και κουβαλούσε μαζί της μια μικρή πάνινη βαλίτσα, δυο αλλαξιές ρούχα, ένα μάλλινο ζακετάκι και μια φωτογραφία της μάνας της, που είχε πεθάνει τον προηγούμενο χειμώνα.

Ο πατέρας της, άνθρωπος σκληραγωγημένος από τη φτώχεια και τη συμφορά, δεν είχε πια τη δύναμη να θρέψει τα μικρότερα παιδιά του.

Έτσι, όταν ένας μακρινός συγγενής τού μίλησε για μια εύπορη οικογένεια στην Αθήνα που ζητούσε ένα κορίτσι για τις δουλειές του σπιτιού, εκείνος δέχτηκε χωρίς να εξετάσει πολλά. Η Ερατώ θα έφευγε από το χωριό για να γίνει δουλάκι, όπως έλεγαν τότε τα κορίτσια που υπηρετούσαν σε ξένα σπίτια, με την ελπίδα πως θα είχε φαγητό, ένα κρεβάτι και ίσως λίγα χρήματα για να στέλνει στους δικούς της.

Το σπίτι βρισκόταν σ’ έναν στενό δρόμο της Πλάκας, κάτω από την Ακρόπολη, πίσω από μια ψηλή σιδερένια αυλόπορτα, με μια μικρή αυλή γεμάτη γλάστρες και μια κληματαριά που είχε χάσει τα φύλλα της.

Ήταν διώροφο, με ψηλά ταβάνια, ξύλινα πατώματα και μεγάλα παράθυρα που έβλεπαν στον δρόμο.

Στο ισόγειο βρισκόταν η κουζίνα, η τραπεζαρία και το καθιστικό, ενώ στον επάνω όροφο ήταν τα υπνοδωμάτια των κυρίων. Η Ερατώ θα κοιμόταν σ’ ένα στενό δωμάτιο δίπλα στην κουζίνα, εκεί όπου φυλάσσονταν παλιές κουβέρτες, καλάθια και άδεια μπουκάλια.

Το κρεβάτι της ήταν σιδερένιο, το στρώμα λεπτό και το παράθυρο τόσο μικρό, που για να δει τον ουρανό έπρεπε να σηκωθεί στις μύτες των ποδιών της.

Η κυρία του σπιτιού, η Αλεξάνδρα Δεληγιάννη, ήταν μια γυναίκα γύρω στα πενήντα, καλοντυμένη, με αυστηρό πρόσωπο και μαλλιά πάντα καλοχτενισμένα.

Ο σύζυγός της είχε εμπορικές επιχειρήσεις και συναναστρεφόταν ανθρώπους που φορούσαν ακριβά κοστούμια, ενώ η ίδια περνούσε τις ημέρες της ανάμεσα σε επισκέψεις, κοινωνικές υποχρεώσεις και απογευματινά τραπέζια.

Είχε μάθει να θεωρεί την τάξη του σπιτιού απόδειξη της δικής της αξίας και δεν ανεχόταν ούτε ένα ποτήρι που να μην έχει τοποθετηθεί σωστά ούτε μια σκόνη πάνω στα έπιπλα.

Για εκείνη, η Ερατώ δεν ήταν ένα παιδί που είχε αφήσει πίσω την οικογένειά του, αλλά ένα επιπλέον ζευγάρι χέρια που έπρεπε να μάθει γρήγορα να υπακούει.

Από την πρώτη κιόλας ημέρα, το κορίτσι κατάλαβε πως η ζωή στην Αθήνα δεν θα ήταν όπως την είχε φανταστεί.

Ξυπνούσε πριν χαράξει, άναβε τη φωτιά στην κουζίνα, ζέσταινε το νερό, σκούπιζε τα δωμάτια, ξεσκόνιζε τα έπιπλα, έπλενε τα πιάτα και κατέβαινε στην αγορά για τα ψώνια της ημέρας.

Έπειτα έπρεπε να ετοιμάσει το μεσημεριανό, να στρώσει το τραπέζι, να μαζέψει τα σερβίτσια και να σιδερώσει τα πουκάμισα του κυρίου.

Το απόγευμα, όταν οι κυρίες της γειτονιάς έρχονταν για καφέ, εκείνη στεκόταν διακριτικά πίσω από την πόρτα, έτοιμη να εμφανιστεί μόλις ακουγόταν το κουδούνι.

Το βράδυ, όταν το σπίτι ησύχαζε, τα χέρια της πονούσαν τόσο πολύ, που δυσκολευόταν να κρατήσει τη χτένα για να ξεμπλέξει τα μαλλιά της.

Οι μέρες περνούσαν και η Αθήνα, που στην αρχή τής φαινόταν τεράστια και λαμπερή, άρχισε να γίνεται ένας λαβύρινθος από δρόμους που δεν προλάβαινε να γνωρίσει.

Έβλεπε γυναίκες να περπατούν με τακούνια και καλοραμμένα φορέματα, κοπέλες να βγαίνουν από τα σχολεία κρατώντας βιβλία, παιδιά να τρέχουν στις πλατείες και ζευγάρια να κάθονται στα καφενεία.

Κάθε φορά που περνούσε μπροστά από μια βιτρίνα με φορέματα, κοντοστεκόταν για λίγο και φανταζόταν πώς θα ήταν να έχει κι εκείνη ένα ρούχο διαλεγμένο με τη δική της επιθυμία.

Ύστερα θυμόταν πως είχε έρθει στην πρωτεύουσα για να βοηθήσει την οικογένειά της και συνέχιζε τον δρόμο της, κρατώντας σφιχτά τη λίστα με τα ψώνια.

Το μόνο πρόσωπο που της φερόταν με κάποια καλοσύνη ήταν η κυρά-Δέσποινα, η ηλικιωμένη μαγείρισσα του σπιτιού.

Είχε εργαστεί από κορίτσι σε ξένες οικογένειες και γνώριζε καλά τη μοίρα των υπηρετριών.

Κάποιες φορές, όταν η κυρία έλειπε, έβαζε στην άκρη ένα κομμάτι πίτα ή μια φέτα ψωμί με τυρί και το άφηνε για την Ερατώ.

Δεν της έδινε μεγάλες συμβουλές ούτε της έταζε πως όλα θα καλυτέρευαν.

Της έμαθε όμως να κρατά λίγα χρήματα χωριστά από τα υπόλοιπα, να φυλάει τα γράμματα της οικογένειάς της σ’ ένα μεταλλικό κουτί και να μην ξεχνά πως η δουλειά της δεν ήταν ολόκληρη η ζωή της.

Τα γράμματα από το χωριό έφταναν αραιά.

Ο πατέρας της έγραφε λίγες γραμμές, με γράμματα στραβά, πως τα μικρότερα αδέλφια της μεγάλωναν, πως η σοδειά δεν είχε πάει καλά και πως τα χρήματα που έστελνε ήταν μεγάλη βοήθεια.

Δεν της έλεγε ποτέ πόσο του έλειπε ούτε πόσο δύσκολα περνούσε χωρίς εκείνη. Η Ερατώ, από τη μεριά της, απαντούσε πως ήταν καλά, πως το σπίτι ήταν μεγάλο και πως είχε αρκετό φαγητό.

Δεν ήθελε να τον κάνει να μετανιώσει για την απόφαση που είχε πάρει.

Κάθε φορά που τελείωνε ένα γράμμα, το δίπλωνε προσεκτικά και το έκρυβε κάτω από το στρώμα της, δίπλα στη φωτογραφία της μητέρας της.

Ο χειμώνας πέρασε και ήρθε η άνοιξη.

Οι μυρωδιές από τις νεραντζιές γέμισαν τους δρόμους της Αθήνας, οι αυλές άρχισαν να πρασινίζουν και τα παράθυρα των σπιτιών άνοιγαν όλο και περισσότερο. Η Ερατώ είχε ψηλώσει, τα χαρακτηριστικά της είχαν αρχίσει να αλλάζουν και το παιδικό βλέμμα της είχε αποκτήσει μια σοβαρότητα που δεν ταίριαζε στην ηλικία της.

Η κυρία Αλεξάνδρα πρόσεξε πως το κορίτσι δεν ήταν πια το φοβισμένο παιδί που είχε φτάσει το φθινόπωρο.

Γι’ αυτό και αύξησε τις υποχρεώσεις του, θεωρώντας πως, αφού είχε μάθει τη δουλειά, μπορούσε να αναλάβει περισσότερα. Η Ερατώ άρχισε να καταλαβαίνει πως η καλή εργασία δεν σήμαινε απαραίτητα καλύτερη μεταχείριση και πως σε ορισμένα σπίτια η προθυμία ενός ανθρώπου γινόταν αφορμή να του ζητούν ολοένα περισσότερα.

Ένα απόγευμα, καθώς κατέβαινε τα σκαλιά για να πετάξει τα σκουπίδια, συνάντησε την κόρη της οικογένειας, τη δεκαεννιάχρονη Ιουλία, που επέστρεφε από μια επίσκεψη.

Η νεαρή κοπέλα είχε σπουδάσει σε σχολείο θηλέων, μάθαινε γαλλικά και ετοιμαζόταν να αρραβωνιαστεί έναν δικηγόρο. Η Ερατώ την παρατηρούσε συχνά από μακριά, όχι επειδή τη ζήλευε, αλλά επειδή προσπαθούσε να καταλάβει πώς δύο κορίτσια σχεδόν συνομήλικα μπορούσαν να ζουν τόσο διαφορετικές ζωές.

Η μία είχε δικαίωμα να ονειρεύεται, να βγαίνει, να μαθαίνει και να διαλέγει το μέλλον της.

Η άλλη έπρεπε να ζητά άδεια ακόμη και για να κατέβει στον δρόμο μια Κυριακή. Η Ιουλία, ωστόσο, δεν ήταν τόσο αδιάφορη όσο φαινόταν.

Είχε μεγαλώσει μέσα στην άνεση και δεν γνώριζε πολλά για τις δυσκολίες των ανθρώπων που εργάζονταν στο σπίτι της, όμως κάποιες φορές έβλεπε την Ερατώ να αποκοιμιέται όρθια από την κούραση ή να κρύβει διακριτικά τα κοκκινισμένα χέρια της.

Μια μέρα τής άφησε ένα παλιό βιβλίο με ιστορίες και παραμύθια. Η Ερατώ το πήρε σαν να κρατούσε κάτι πολύτιμο.

Από τότε, όταν τελείωνε όλες τις δουλειές της και οι υπόλοιποι κοιμούνταν, διάβαζε λίγες σελίδες κάτω από το φως μιας μικρής λάμπας.

Οι λέξεις τής άνοιγαν έναν κόσμο που δεν είχε γνωρίσει ποτέ, έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι μπορούσαν να φύγουν από τον τόπο τους, να αλλάξουν τη μοίρα τους και να ξεκινήσουν από την αρχή.

Με τον καιρό, η Ερατώ έμαθε να διαβάζει καλύτερα και άρχισε να γράφει μόνη της.

Στην αρχή αντέγραφε προτάσεις από το βιβλίο, έπειτα έγραφε τις σκέψεις της σε μικρά χαρτιά.

Περιέγραφε τη μυρωδιά του ψωμιού που έβγαζε η κυρά-Δέσποινα από τον φούρνο, τη βροχή που έτρεχε στα πλακόστρωτα της Πλάκας, τα πρόσωπα των ανθρώπων που περνούσαν έξω από το αρχοντικό.

Έγραφε ακόμη για το χωριό της, για το πατρικό σπίτι με τη χαμηλή σκεπή, για τη μάνα της που τραγουδούσε όταν ζύμωνε και για το μικρό μονοπάτι που οδηγούσε στη βρύση.

Χωρίς να το καταλάβει, είχε αρχίσει να φυλάει μέσα στις λέξεις όλα όσα φοβόταν πως θα ξεχνούσε.

Όταν συμπλήρωσε τα δεκαοκτώ της χρόνια, είχε ήδη περάσει δύο χειμώνες στο σπίτι των Δεληγιάννηδων.

Είχε αποκτήσει μεγαλύτερη πείρα, γνώριζε τις τιμές στην αγορά, ήξερε να μαγειρεύει πολλά φαγητά και μπορούσε να διαχειριστεί σχεδόν μόνη της ολόκληρο το νοικοκυριό.

Παρ’ όλα αυτά, ο μισθός της παρέμενε μικρός και οι ώρες εργασίας ατέλειωτες.

Ένα μέρος από τα χρήματα πήγαινε στο χωριό, ένα άλλο το κρατούσε για τα απαραίτητα, κι ό,τι απέμενε το έκρυβε στο μεταλλικό κουτί.

Είχε αρχίσει να σκέφτεται πως δεν ήθελε να περάσει όλη της τη ζωή σκύβοντας πάνω από ξένα τραπέζια, αλλά δεν ήξερε ακόμη πώς θα μπορούσε να ξεφύγει από τη μοίρα που άλλοι είχαν αποφασίσει γι’ αυτήν.

Η ευκαιρία ήρθε απρόσμενα, όταν η κυρά-Δέσποινα αρρώστησε και αναγκάστηκε να επιστρέψει στο χωριό της για να μείνει κοντά στην κόρη της.

Πριν φύγει, μίλησε σε μια παλιά γνωστή της, την κυρία Καλλιόπη, που διατηρούσε ένα μικρό μαγειρείο κοντά στην οδό Αθηνάς.

Εκείνη αναζητούσε μια νέα γυναίκα για να τη βοηθά στην κουζίνα και δεχόταν να πληρώνει κανονικό μεροκάματο. Η Ερατώ δίστασε.

Η ζωή στο αρχοντικό, όσο δύσκολη κι αν ήταν, της εξασφάλιζε ένα κρεβάτι και φαγητό.

Στο μαγειρείο θα έπρεπε να πληρώνει το δωμάτιό της, να αγοράζει τα ρούχα της και να μάθει να στηρίζεται αποκλειστικά στον εαυτό της.

Ωστόσο, για πρώτη φορά είχε μπροστά της μια απόφαση που μπορούσε να πάρει μόνη της.

Έφυγε ένα πρωινό του Μαρτίου, αφήνοντας το δωμάτιο όπως το είχε βρει.

Δεν πήρε τίποτε από το σπίτι, παρά μόνο τη βαλίτσα της, το μεταλλικό κουτί με τις οικονομίες της, το βιβλίο και τα χαρτιά όπου είχε γράψει τις σκέψεις της.

Η κυρία Αλεξάνδρα δεν προσπάθησε να την κρατήσει.

Της έδωσε τον τελευταίο μισθό της και τη συνόδευσε μέχρι την πόρτα με την ψυχρή ευγένεια που χαρακτήριζε κάθε αποχαιρετισμό της. Η Ερατώ βγήκε στον δρόμο και στάθηκε για λίγο κάτω από τον πρωινό ήλιο.

Δεν ένιωθε θρίαμβο.

Ένιωθε φόβο, αλλά μέσα στον φόβο υπήρχε κάτι καινούργιο, κάτι που δεν είχε αισθανθεί ποτέ όσο εργαζόταν στο αρχοντικό.

Για πρώτη φορά, η μέρα που άρχιζε της ανήκε.

Το μαγειρείο της κυρίας Καλλιόπης ήταν μικρό, θορυβώδες και γεμάτο μυρωδιές.

Από νωρίς το πρωί έμπαιναν εργάτες, υπάλληλοι, μικροπωλητές και άνθρωποι που έψαχναν ένα φτηνό πιάτο φαγητό. Η Ερατώ εργαζόταν σκληρά, αλλά τώρα ο κόπος της είχε συγκεκριμένο αντίκρισμα.

Έπαιρνε το μεροκάματό της, πλήρωνε ένα μικρό δωμάτιο σε μια αυλή στου Ψυρρή και κρατούσε τα υπόλοιπα χρήματα για το μέλλον.

Το βράδυ, όταν επέστρεφε κουρασμένη, μπορούσε να καθίσει στο κρεβάτι της και να διαβάσει χωρίς να περιμένει κάποιο κουδούνι να τη σηκώσει.

Μπορούσε να κλείσει την πόρτα της και να νιώσει πως είχε έναν χώρο δικό της, όσο μικρός κι αν ήταν.

Τα χρόνια πέρασαν. Η Αθήνα άλλαζε, οι δρόμοι γέμιζαν αυτοκίνητα, τα παλιά σπίτια έδιναν τη θέση τους σε πολυκατοικίες και οι γειτονιές που άλλοτε γνώριζαν όλους τους κατοίκους τους άρχισαν να γεμίζουν με ξένους. Η Ερατώ δεν επέστρεψε στο χωριό παρά μόνο για σύντομες επισκέψεις.

Τα αδέλφια της μεγάλωσαν, έκαναν δικές τους οικογένειες και έμαθαν να ζουν χωρίς τη δική της καθημερινή παρουσία.

Εκείνη συνέχισε να δουλεύει, πρώτα στο μαγειρείο και αργότερα σ’ ένα μικρό ξενοδοχείο, όπου ανέλαβε την κουζίνα και την επίβλεψη του προσωπικού.

Είχε πια μάθει να λογαριάζει τα έξοδα, να διαπραγματεύεται το μεροκάματο και να αναγνωρίζει πότε κάποιος προσπαθούσε να εκμεταλλευτεί την ανάγκη ενός άλλου.

Δεν παντρεύτηκε ποτέ, όχι επειδή δεν γνώρισε ανθρώπους που θα μπορούσαν να γίνουν σύντροφοί της, αλλά επειδή είχε μάθει από νωρίς πόσο εύκολα μια γυναίκα μπορούσε να χάσει τη φωνή της όταν όλη της η ζωή εξαρτιόταν από κάποιον άλλον.

Για ένα διάστημα έζησε με έναν άνθρωπο που εκτιμούσε την εργατικότητά της, όμως οι δρόμοι τους χώρισαν ήσυχα, όταν κατάλαβαν πως ήθελαν διαφορετικά πράγματα. Η Ερατώ δεν αισθάνθηκε πως είχε αποτύχει.

Είχε επιτέλους το δικαίωμα να αποφασίζει για τον εαυτό της, ακόμη κι όταν οι αποφάσεις της την οδηγούσαν στη μοναξιά.

Στα σαράντα της, έχοντας αποταμιεύσει αρκετά χρήματα, νοίκιασε ένα μικρό ισόγειο κοντά στην πλατεία Βικτωρίας και άρχισε να μαγειρεύει για λίγους πελάτες που εργάζονταν στα γύρω καταστήματα.

Δεν ήταν μεγάλο μαγαζί ούτε είχε πολυτελή τραπέζια.

Είχε όμως καθαρά τραπεζομάντιλα, μια παλιά ξυλόσομπα, δυο παράθυρα που έβλεπαν στον δρόμο και μια κουζίνα που μοσχοβολούσε κάθε μεσημέρι. Η Ερατώ έφτιαχνε φασολάδα, γεμιστά, κοκκινιστό και πίτες, όπως είχε μάθει από τη μητέρα της και την κυρά-Δέσποινα.

Στην αρχή δούλευε μόνη της, όμως όταν οι δουλειές αυξήθηκαν, πήρε κοντά της δύο νεαρές κοπέλες από την επαρχία που είχαν έρθει στην Αθήνα αναζητώντας εργασία.

Σε εκείνες φερόταν διαφορετικά απ’ ό,τι είχαν φερθεί κάποτε σ’ εκείνη.

Τους εξασφάλιζε συγκεκριμένο ωράριο, κανονικό μισθό και χρόνο για να ξεκουράζονται.

Αν κάποια ήθελε να παρακολουθήσει μαθήματα ή να μάθει μια τέχνη, η Ερατώ προσπαθούσε να τη βοηθήσει.

Δεν ήθελε να τις κάνει να πιστέψουν πως η καλοσύνη ήταν χάρη που όφειλαν να ανταποδώσουν με ατελείωτη εργασία.

Γνώριζε πολύ καλά πόσο ακριβό τίμημα είχε η σιωπή των φτωχών και πόσο δύσκολο ήταν να πει ένα κορίτσι όχι όταν δεν είχε πού να κοιμηθεί την επόμενη νύχτα.

Μια από τις κοπέλες, η μικρή Μαρία από τη Μεσσηνία, της θύμιζε έντονα τον εαυτό της.

Ήταν ήσυχη, εργατική και συνήθιζε να κρύβει την κούρασή της πίσω από ένα χαμόγελο. Η Ερατώ την παρατηρούσε χωρίς να την πιέζει, αναγνωρίζοντας σ’ εκείνη τον ίδιο φόβο που είχε κάποτε κι η ίδια, τον φόβο μήπως χάσει τη δουλειά της και βρεθεί ξανά χωρίς ασφάλεια.

Ένα βράδυ, καθώς έκλειναν το μαγαζί, η Ερατώ τής έδωσε ένα τετράδιο και ένα μολύβι.

Δεν της ζήτησε να γράψει ούτε της εξήγησε τι έπρεπε να κάνει.

Ήθελε μόνο να έχει κάτι δικό της, κάτι που δεν θα μπορούσε να της πάρει κανένας εργοδότης.

Όταν έφτασε στα εξήντα, τα μαλλιά της είχαν ασπρίσει στους κροτάφους και τα χέρια της είχαν αποκτήσει τις χαρακτηριστικές γραμμές των ανθρώπων που δούλεψαν μια ζωή.

Το μαγειρείο της είχε γίνει γνωστό στη γειτονιά και πολλοί από τους πελάτες της έρχονταν όχι μόνο για το φαγητό, αλλά και για τη ζεστασιά που ένιωθαν εκεί μέσα.

Η ίδια εξακολουθούσε να σηκώνεται νωρίς, να ελέγχει τα τρόφιμα και να ανοίγει τα παράθυρα για να μπαίνει ο πρωινός αέρας.

Δεν είχε αποκτήσει πλούτη ούτε είχε γίνει μια σπουδαία κυρία της Αθήνας.

Είχε όμως καταφέρει κάτι που στα δεκαέξι της έμοιαζε αδύνατο: να μη χρειάζεται να ζητά την άδεια κανενός για να ζήσει τη ζωή της.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, το σώμα της άρχισε να κουράζεται περισσότερο.

Τα γόνατά της πονούσαν όταν στεκόταν πολλή ώρα στην κουζίνα, τα μάτια της δυσκολεύονταν να διαβάσουν το μικρό γράψιμο και τα πρωινά ξυπνούσε πιο αργά.

Τότε αποφάσισε να παραδώσει το μαγειρείο στη Μαρία, που είχε πια μεγαλώσει και είχε μάθει κοντά της όσα χρειαζόταν για να το κρατήσει ζωντανό. Η Ερατώ δεν έφυγε απότομα.

Για μήνες συνέχισε να περνά κάθε μέρα από το μαγαζί, να δοκιμάζει το φαγητό, να συμβουλεύει διακριτικά και να κάθεται σε μια γωνιά κοντά στο παράθυρο.

Σιγά σιγά, όμως, έμαθε να αφήνει και τους άλλους να αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους.

Το τελευταίο της σπίτι ήταν ένα μικρό διαμέρισμα με μπαλκόνι, λίγες γλάστρες και μια παλιά ξύλινη βιβλιοθήκη.

Εκεί είχε φυλάξει όλα τα γράμματα από το χωριό, τη φωτογραφία της μητέρας της, το πρώτο βιβλίο που είχε διαβάσει και το μεταλλικό κουτί όπου κάποτε έκρυβε τις οικονομίες της.

Συχνά καθόταν δίπλα στο παράθυρο και παρατηρούσε τους ανθρώπους που περνούσαν στον δρόμο.

Έβλεπε κορίτσια με σχολικές τσάντες, γυναίκες που επέστρεφαν από τη δουλειά, ηλικιωμένους που περπατούσαν αργά και παιδιά που έτρεχαν χωρίς να γνωρίζουν ακόμη πόσο δύσκολη μπορούσε να γίνει η ζωή.

Κάποιες φορές θυμόταν το αρχοντικό της Πλάκας και το στενό δωμάτιο δίπλα στην κουζίνα.

Δεν ένιωθε πια μόνο πίκρα.

Καταλάβαινε πως εκείνο το κορίτσι που είχε φτάσει στην Αθήνα με μια πάνινη βαλίτσα δεν είχε γνωρίσει μόνο την αδικία, αλλά είχε ανακαλύψει σταδιακά και τη δύναμή του.

Δεν είχε αλλάξει τον κόσμο ούτε είχε διορθώσει τις αδικίες που συνέχιζαν να υπάρχουν γύρω της.

Είχε όμως φροντίσει ώστε, όπου μπορούσε να παρέμβει, κανένα άλλο κορίτσι να μην αισθανθεί πως η φτώχεια το υποχρέωνε να παραδώσει και την αξιοπρέπειά του.

Ένα ήσυχο φθινοπωρινό απόγευμα, όταν πια είχε περάσει τα ογδόντα, η Ερατώ άνοιξε το μεταλλικό κουτί και έβγαλε από μέσα τη φωτογραφία της μητέρας της.

Την κράτησε για ώρα στα χέρια της, προσπαθώντας να θυμηθεί τη φωνή της, το χαμόγελό της και τη ζεστασιά της παλάμης της όταν ήταν μικρή.

Έπειτα έβγαλε τα χαρτιά όπου είχε γράψει τις σκέψεις της όλα εκείνα τα χρόνια.

Οι σελίδες είχαν κιτρινίσει, μερικές λέξεις είχαν σβηστεί, όμως η ιστορία της παρέμενε εκεί, όπως ακριβώς την είχε ζήσει: ένα κορίτσι που έφυγε από το χωριό του για να υπηρετήσει σε ένα ξένο σπίτι και χρειάστηκε να περάσει σχεδόν μια ολόκληρη ζωή ώσπου να καταλάβει πως δεν είχε γεννηθεί για να ανήκει σε κανέναν. Η Ερατώ πέθανε έναν χειμωνιάτικο μήνα, ήσυχα, στο σπίτι της, έχοντας κοντά της τη Μαρία και δυο ανθρώπους που είχαν γίνει η οικογένειά της με τα χρόνια.

Δεν άφησε πίσω της μεγάλα κτήματα, κοσμήματα ή τραπεζικούς λογαριασμούς.

Άφησε το μαγειρείο, τα βιβλία της, τα τετράδια της και μια ζωή που είχε ξεκινήσει μέσα στη φτώχεια, είχε περάσει μέσα από την αδικία και είχε καταλήξει σε μια μικρή, προσωπική νίκη.

Στην κηδεία της ήρθαν άνθρωποι που είχαν φάει κάποτε στο μαγαζί της, γυναίκες που είχαν εργαστεί κοντά της, γείτονες που τη γνώριζαν από παλιά και κορίτσια που είχαν βρει κοντά της την πρώτη τους ευκαιρία να σταθούν στα πόδια τους.

Χρόνια αργότερα, όταν το παλιό μαγειρείο ανακαινίστηκε, η Μαρία κράτησε ένα μικρό ξύλινο τραπέζι στην άκρη της αίθουσας.

Πάνω του τοποθέτησε τη φωτογραφία της Ερατώς, το παλιό μεταλλικό κουτί και ένα από τα τετράδιά της.

Δεν έγραψε κανένα μεγάλο αφιέρωμα ούτε κρέμασε επιγραφές που να εξηγούν στους πελάτες ποια ήταν η γυναίκα της φωτογραφίας.

Άφησε μονάχα τα αντικείμενα εκεί, για όποιον ήθελε να σταθεί και να τα κοιτάξει κι έτσι, μέσα στη θορυβώδη Αθήνα που άλλαζε συνεχώς πρόσωπο, η μνήμη μιας παλιάς υπηρέτριας εξακολούθησε να ζει σε μια γωνιά ενός μικρού μαγειρείου, θυμίζοντας πως πίσω από κάθε κορίτσι που σκύβει το κεφάλι στη δουλειά μπορεί να υπάρχει μια ολόκληρη ιστορία που κανείς δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να ακούσει. Άννα Δανάλη

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences