Το σώμα των άγαμων κληρικών έχει αποκρυσταλλωθεί σε γραφειοκρατία της Εκκλησίας. Αυτό κατέστη δυνατό επειδή αλλοιώθηκε η έννοια «Εκκλησία» και περιορίσθηκε στο ιδρυματικό περιεχόμενό της. Ενώ...
Το σώμα των άγαμων κληρικών έχει αποκρυσταλλωθεί σε γραφειοκρατία της Εκκλησίας.
Αυτό κατέστη δυνατό επειδή αλλοιώθηκε η έννοια «Εκκλησία» και περιορίσθηκε στο ιδρυματικό περιεχόμενό της. Ενώ Εκκλησία σημαίνει Σώμα Χριστού, δηλαδή άνθρωποι βαπτισμένοι και χρισμένοι, η αλλοτριωμένη αντίληψη κάθε φορά που προφέρει τη λέξη Εκκλησία φέρνει κατά νού τη δομή, το ίδρυμα.
Αντί να ερευνάται λοιπόν η διακονία κάποιου κληρικού που πρόκειται να γίνει επίσκοπος αν απετέλεσε προσφορά προς πραγματικούς ανθρώπους, αξιολογείται (όταν γίνεται και αυτό) ως προσφορά προς τον απρόσωπο οργανισμό.
Έτσι η δομή αυτονομείται και μετατρέπεται σε αυτοσκοπό, απαιτώντας και τα ανάλογης νοοτροπίας στελέχη που θα τον επανδρώσουν.
Η διαστρέβλωση αυτή του νοήματος της Εκκλησίας προκαλεί σύγχυση στα χαλαρά συνδεδεμένα μέλη και απογοήτευση στα στελέχη της.
Στους πρώτους, η Εκκλησία δίνει την εντύπωση ενός γιγάντιου οργανισμού που τον χαρακτηρίζουν συγκεκριμένα μέσα και συγκεχυμένοι σκοποί. (Ποιοί σκοποί εκφράζονται από την τόσο συνηθισμένη σκηνή της Λατρείας κατά την οποία ο ψάλτης, με πολύ χειροπιαστά μέσα, τα μικρόφωνα, βασανίζει την ακοή των πιστών με κάτι που κάποτε αποτελούσε επιστολή του απόστολου Παύλου; Τέτοια στιγμιότυπα είναι ακατανόητα για όσους κατά καιρούς παίρνουν το θάρρος να κάμουν το πρώτο βήμα προς την Εκκλησία). Η σημερινή κατάσταση στην ψαλτική συνιστά προνομιακό πεδίο για να καταδειχθεί η εκκλησιαστική αλλοτρίωση.
Η συντριπτική πλειονότητα των ψαλτών μας έχουν ολοκληρωτικά αποξενωθεί από το νόημα και την σκοπιμότητα όσων αρθρώνουν, από τη σημασία και το περιεχόμενο των λεγομένων και πραττομένων, επικεντρωνόμενοι στα τεχνικά σημεία της ψαλτικής τέχνης τα οποία έχουν γίνει αυτοσκοπός. (Μου προκαλεί βαθειά θλίψη να ακούω ιεροψάλτες να διαφωνούν με επιστημονικό πείσμα για λεπτομέρειες της τεχνικής απόδοσης των ύμνων, των οποίων φυσικά αγνοούν παντελώς το νόημα). Στα πλαίσια αυτής της παρακμής, δεν ενοχλήθηκε κανείς που ο «καλλιτέχνης» εξετέλεσε το «κομμάτι» του στην αρχή της ακολουθίας επειδή θα αποχωρούσε νωρίτερα.
Το κατάπιε και αυτό η γενική κρίση ταυτότητας που μαστίζει τη Λατρεία μας, η οποία δεν αναρωτιέται πλέον για εκείνα που ώφειλαν να είναι τα αυτονόητα ερωτήματα: για ποιο λόγο χρειάζονται οι ψάλτες (άραγε θυμάται κανείς ότι αποτελούν λύση ανάγκης και οικονομίας;), γιατί υπάρχουν τα κρατήματα και υπό ποιες συνθήκες έχουν θέση, ποιος επιβάλλει το «Κύριε ελέησον» να διαρκεί περισσότερο από την αίτηση του διακόνου, γιατί σπεύδουμε μεγαλομανιακά να μεταφέρουμε τη Βασιλεύουσα στον ναό της γειτονιάς μας χρίοντας παντού «πρωτοψάλτες» και «λαμπαδαρίους» κ.α. Κάποιες φορές, αυτό το χάσμα μεταξύ του περιεχομένου της Λατρείας και του τρόπου της Λατρείας γίνεται αντιληπτό από κληρικούς και πιστούς πράγματι ως κρίση ταυτότητας.
Τότε αισθάνεται κανείς πολύ μικρός και ανήμπορος να αλλάξει συνήθειες και νοοτροπίες, παρά μόνο δειλά θέτει ερωτήματα σε συναναστροφές που του εμπνέουν εμπιστοσύνη.
Τότε, δηλαδή, βιώνει τη λεγόμενη φυσιολογική αλλοτρίωση στην προσπάθειά του να διατηρήσει την εκκλησιαστική ταυτότητα: «Το αίσθημα της αλλοτρίωσης αποτελεί ένα φυσιολογικο βασικό σημείο συναγερμού που προειδοποιεί το μέλος μιάς μεγάλης ομάδας για κάποιο κίνδυνο ο οποίος απειλεί το αίσθημα ταυτότητάς του... από τις παλινδρομικές συνέπειες των διεργασιών της ομάδας», όπου η παλινδρόμηση εδώ λαμβάνεται ψυχοδυναμικά, ως επαναγωγή της ομάδας σε ανώριμους τρόπους λειτουργίας (εξάρτηση, εξιδανίκευση, λίμναση, παθητικότητα, απώθηση, άρνηση της πραγματικότητας κ.α.). Η φυσιολογική αλλοτρίωση αποτελεί υγιή αντίδραση, προϋπόθεση διόρθωσης, ελπίδα.
Σε αυτή βασιζόμαστε για μια αλλαγή του σκηνικού, γι' αυτό και κάθε μέλος της Εκκλησίας που ενδιαφέρεται για τη Μητέρα του έχει χρέος να μην καταπίνη τη δυσφορία του, αλλά να την μεταποιεί σε προσευχή και (όταν είναι εφικτό) σε δράση.
Αλλά πραγματικότητα της Εκκλησίας δεν αποτελούν μόνο οι αλλοιώσεις και οι παραφθορές.
Υπάρχουν και οι ελπιδοφόρες περιπτώσεις όπου η εκκλησιαστική ταυτότητα καταφέρνει και υπερνικά τη συντεχνία.
Ας προχωρή σουμε στα τρία παραδείγματα - ελπίδες.
Ελπίδα 1η: Κάποια κυρία, τακτική στην εξομολόγηση, διατύπωνε το παράπονο ότι ο άνδρας της ήταν σκληρός, απότομος, και συχνά έβριζε την Εκκλησία και τους ιερείς της.
Ο παπά-Αναστάσης (Κοσμόπουλος) την άκουγε μέ προσοχή κι όταν τέλειωσε της λέει: «Λοιπόν, από δω και πέρα, τέλος στους εσπερινούς, στις παρακλήσεις και στις ολονυκτίες.
Θα κοιτάξεις πιο πολύ τον άνδρα σου και το νοικοκυριό σου, θα του έχεις πάντα έτοιμο το φαγητό και το πουκάμισό του σιδερωμένο. Τις Κυριακές θα τα ετοιμάζεις πρώτα όλα και ύστερα θα έρχεσαι στην εκκλησία, όχι από τον εξάψαλμο αλλά από τη δοξολογία». Η κυρία έφερε τις αντιρρήσεις της, αλλά ο γέροντας στάθηκε ανυποχώρητος και πρόσθεσε: «Μια από αυτές τις ημέρες θα επισκεφτώ τον άντρα σου να τον γνωρίσω». Τώρα οι αντιρρήσεις της κυρίας έγιναν πιο έντονες• την απασχολούσε βλέπετε, ότι ο άντρας της θα έβριζε τον ιερέα.
Ο παπά- Αναστάσης όμως δε φοβόταν κάτι τέτοια. «Εμαθα πως τά' χεις μέ τους παπάδες», λέει στα ίσια στον κύριο, την ημέρα που πήγε στο σπίτι.
Κι ως να συνέλθει ο άνθρωπος από τον αιφνιδιασμό και να ετοιμάσει τις κατά συνθήκην δικαιολογίες, ο εύστροφος ιερέας προσθέτει: «Τά' χω και γω μ' αυτούς τους θεομπαίχτες». Τώρα ο κύριος τα είχε χάσει ολότελα.
Ο παπά-Αναστάσης έμεινε εκείνο το απόγευμα μαζί του για πολλή ώρα.
Ήρθε ύστερα κι άλλη μέρα κι άλλη.
Ήξερε να ανακαλύπτει τους ειλικρινείς του Θεού και να τους κερδίζει.
Είναι γνωστό πως τα παραδείγματα αρετής δεν προσφέρονται για πιστή αντιγραφή αδιακρίτως, αλλά για σπουδή του πνεύματός τους.
Άλλωστε, για να ονομάσει κάποιος ποιμένας τους κληρικούς γενικώς θεομπαίχτες και να είναι αυτό ποιμαντικά αποτελεσματικό, χρειάζεται να το πιστεύει κιόλας.
Δηλαδή να βρίσκεται σε μετάνοια.
Διαφορετικά πρόκειται για λαικισμό.
Μιλώντας για το πνεύμα αυτού του ολιγογράμματου κληρικού, ξεχωρίζουμε τα εξής: α) ενάντια σε κάθε αμυντική συντεχνιακότητα πίστευε πως η πλειονότητα των κληρικών δεν ανταποκρινόταν στην αποστολή της, β) διέκρινε πίσω από την επιφάνεια του αρνητισμού τη δεκτικότητα της εικόνας του Θεού, γ) αρνιόταν να δεχθεί ότι ευλαβής είναι αυτός που συμπεριφέρεται με στερεότυπα ευλάβειας, συχνά μάλιστα προκειμένου να αποδείξει τον άλλο (ακόμη και τον σύντροφό του) ασεβή, δ) ήξερε καλά πως η αφοσίωση στον Θεό περνά μέσα από τις πεζές εκδηλώσεις της αγάπης προς τον άλλο, ε) δεν ενδιαφερόταν για μια ακόμη πιστή ακόλουθο κοντά του, αλλά για ένα ακόμη ζευγάρι μονοιασμένο.
Με λίγα λόγια, χωρίς κάποια θεωρητική θεολογική υποδομή, μπορούσε να διακρίνει ποια είναι η γνήσια εκκλησιαστική ταυτότητα και να παλέψει με παρρησία για την εδραίωσή της.
Ο παπούλης αυτός δεν είχε στο κέντρο της επιθυμίας του τη στήριξη της δικής του θέσης με εξουσιαστικά κριτήρια, αλλά τον ίδιο τον ορισμό της Εκκλησίας ως αλήθειας και αγάπης.
Αντλούσε την ταυτότητά του ως ποιμένα από την πνευματική προκοπή των ανθρώπων, κάτι που παρέχει αληθινή χαρά, σε αντίθεση με τη δημιουργία υπερπληθούς εκκλησιάσματος ή οπαδών η οποία φέρνει μόνο ναρκισσιστική ικανοποίηση.
Εκκλησία γι' αυτόν ήταν ο δεσμός των δύο ανθρώπων και όχι μια δομή που δήθεν χρειαζόταν ενίσχυση. ------------------▪︎--------------▪︎---------------▪︎-------- Οδύνη Σώματος Χριστού (Κεφάλαια εκκλησιαστικής αυτογνωσίας) - Εκδόσεις Ακρίτας
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους