Η εργατική τάξη είναι πασιφανές ότι είναι διαλυμένη, διαιρεμένη, απολίτικη, αποπροσανατολισμένη και λουμπενοποιημένη. Και είναι απολύτως ορθή και απαράκαπμτη η αναγκαιότητα να οργανωθεί...
Η εργατική τάξη είναι πασιφανές ότι είναι διαλυμένη, διαιρεμένη, απολίτικη, αποπροσανατολισμένη και λουμπενοποιημένη.
Και είναι απολύτως ορθή και απαράκαπμτη η αναγκαιότητα να οργανωθεί συνδικαλιστικά στην σφαίρα της παραγωγής και κεντρικό-πολιτικά στην σφαίρα του κράτους· όμως με μεγάλη δυσαρέσκεια συνειδητοποιώ όλο και καθαρότερα, ότι προκειμένου η εργατική τάξη να καταφέρει να οργανωθεί συνδικαλιστικά και πολιτικά επιτυχώς, ώστε σε πρώτη φάση να αμυνθεί, και ύστερα, να αντεπιτεθεί στην τάξη των ιδιοκτητών, πρέπει παράλληλα φροντίσει να αμυνθεί αποτελεσματικά και στο επίπεδο της κατανάλωσης.
Ναι, της κατανάλωσης.
Όχι, δεν μιλάω για τον Συνήγορο του Καταναλωτή.
Μιλάω για εκείνο τον εκμαυλισμό και τον εκφυλισμό του ήθους της εργατικής τάξης που επετεύχθη από τις διάφορες λιμβικές (limbic) βιομηχανίες που κερδοφορούν εκμεταλλευόμενες την νευροβιολογική συγκρότηση του ανθρώπου.
Δεν πιστεύω ότι η αστική τάξη έκατσε και οργάνωσε συνειδητά μία συγκεκριμένη στρατηγική και τακτική, ώστε να καταφέρει αυτό που σε λίγες δεκαετίες κατάφερε, διότι η κοντόθωρη ή μεσοπρόθεσμη επιδίωξη της κερδοφορίας που την χαρακτηρίζει κατέληξε σε μία ευτυχή ετερογονία των σκοπών που ήταν ακόμη πιο ωφέλιμη για αυτήν απ’ ότι η απλή κερδοφορία: συνέτριψε τον ταξικό της αντίπαλο.
Αυτά που φυσικά συζητώ δεν αναιρούν ούτε την κρατική παρέμβαση της αστικής τάξης ώστε να διαλυθούν τα συνδικάτα, να ιδιωτικοποιηθεί η δημόσια περιουσία, να απορρυθμιστεί η αγορά και απεμπολώντας την λαϊκή κυριαρχία να περιορισθεί μέχρι και η ικανότητα του κράτους να παρεμβαίνει σε υποθέσεις πολιτικής οικονομίας.
Μιλάω για μία ακόμη από τις πτυχές της κοινωνικής ολότητας, εκείνη του υποκειμένου.
Θα μπω κατευθείαν στο ψητό: μία εργατική τάξη που, για παράδειγμα, είναι εθισμένη στον τζόγο, είναι μία φιλοχρήματη, ανέντιμη και ατομικιστική-συμφεροντολόγα τάξη, η οποία ξυπνάει και κοιμάται σκεφτόμενη πώς θα καταφέρει τον άμεσο και γρήγορο πλουτισμό.
Μιλάω για την ίδια κουλτούρα που αναπαράγεται, δοξάζεται και προωθείται από την σύγχρονη μουσική βιομηχανία.
Αν ένα πράγμα μου δίδαξε το εργασιακό περιβάλλον του ΟΠΑΠ είναι ότι το πρώτο πράγμα που χάνει ένας τζογαδόρος είναι η εντιμότητά του και η όποια συναίσθηση της δικαιοσύνης που διαθέτει.
Αργά η γρήγορα, θα πει ψέματα, θα εξαπατήσει, θα κλέψει, θα ρίξει τον διπλανό του προκειμένου να κερδίσει λίγα λεφτά ακόμη για να παίξει.
Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν μπορεί να αφήσει στην άκρη το άμεσο ατομικό του συμφέρον, ώστε να διεκδικήσει κάτι συλλογικό που δεν εξαντλείται απλώς και μόνο στο συμφέρον.
Δεν υπάρχει καν έννοια συλλογικού συμφέροντος σε αυτόν, πόσο δε μάλλον έννοια κοινωνικής δικαιοσύνης.
Όχι απλώς δεν θα γίνει απεργός, αλλά θα γίνει και απεργοσπάστης.
Όχι απλώς δεν θα αφιερώσει τον χρόνο του σε κάτι που μπορεί να χρειαστεί παρατεταμένους κόπους και θυσίες για να καρποφορήσει, αλλά και θα το σαμποτάρει είτε δια της απουσίας του, είτε ενεργά, αν μπορεί να κερδίσει κάτι άμεσα κι ανόδυνα.
Το ίδιο ισχύει και για τις βιομηχανίες της πορνογραφίας, του junk food και των διαφόρων γλυκών και snacks, αλκοολούχων και ναρκωτικών, των social media, της πολιτιστικής βιομηχανίας της μουσικής, των ταινιών, των σειρών και του gaming, και θα τολμήσω να το παρακάνω για λόγους έμφασης και να πω ακόμη και του τουρισμού.
Διότι αυτές οι βιομηχανίες είναι κατ’ εξοχήν ηδονιστικές· πατάνε πάνω στον τρόπο που ο ανθρώπινος οργανισμός βιώνει την ευχαρίστηση, την επιβράβευση και την επιθυμία, ώστε να τον επαναρρυθμίσουν με τέτοιο τρόπο ώστε να τον εθίσουν, δηλαδή να διαμορφώσουν τις συνήθειες του και την ψυχή του ως τα μύχια της, να τον κάνουν ηδονιστή.
Και ηδονισμός για την εργατική τάξη σημαίνει το εξής: δουλεύω για να απολαμβάνω αυτά τα καταναλωτικά αγαθά, είτε είναι τζόγος, είτε είναι μπύρες ή κόκες ή games ή ταξίδια.
Όλη η ζωή μου οργανώνεται γύρω από την απόλαυση της κατανάλωσης στον ελεύθερο χρόνο μου, πράγμα που όχι απλώς δυσχεραίνει, αλλά και αποκλείει τον ηθικό και πολιτικό βίο.
Από την άλλη, μία ζωή που οργανώνεται γύρω από τον τυχοδιωκτισμό της ηδονής, οργανώνεται και γύρω από την αποφυγή της οδύνης.
Όμως δεν μπορούμε να πούμε ακριβώς ότι κάνει την ζωή των εργατών μαλθακή, διότι η εργατική τάξη εργάζεται σκληρά για να απολαύσει το καρότο της.
Μπορούμε, ωστόσο, να πούμε με βεβαιότητα δύο πράγματα: ότι, πρώτον, η σκληραγώγηση και η εργατικότητα της εργατικής τάξης καναλιζάρεται με αναγκαιότητα στην εργασία που είναι το μέσο για αυτές τις καταναλωτικές οδούς-αδιέξοδα, αντί να καναλιζάρεται εκεί που πρέπει.
Επομένως σπαταλιέται.
Δεύτερον, ότι η εργατική τάξη μπορεί να διαθέτει εργατικότητα αλλά όχι φιλοπονία· μπορεί να διαθέτει σκληραγώγηση αλλά όχι αποφασιστικότητα.
Τα πρώτα είναι χαρακτηριστικά και των δούλων, ενώ τα δεύτερα μόνο ελευθέρων κι αυτόνομων ανθρώπων.
Η εργασία παραμένει μία αγγαρεία, ένα αναγκαίο κακό, ένας καημός και ένα βάσανο.
Το πρόβλημα με αυτό δεν έχει να κάνει απλώς με την αλλοτριωμένη φύση της εργασίας και τα συναφή.
Έχει να κάνει ότι ο συνδικαλισμός και η πολιτική, αν είναι να καρποφορήσει, πρέπει κάποιος να *θέλει* να τα κάνει.
Και να θέλει όχι απλώς επειδή έχει κάτι να κερδίσει ή επειδή έχει πλάκα, αλλά επειδή *πρέπει* να το κάνει.
Να το κάνει όχι επειδή είναι αναγκασμένος, εφόσον θέλει να ικανοποιήσει σκοπούς πέραν από αυτό — με στάθμιση ηδονής και οδύνης — αλλά επειδή το θεωρεί δίκαιο καθήκον, το οποίο κάνει για χάρη του ίδιου τόσο, όσο και για χάρη των αποτελεσμάτων του.
Όταν μπορεί να πράξει έτσι, και όχι λόγω του μαστιγίου ή καρότου, τότε ο εργάτης θα παραμείνει μεν μισθωτός σκλάβος στο επίπεδο της παραγωγής, αλλά ηθικο-πρακτικά θα είναι ελεύθερος κι αυτόνομος άνθρωπος.
Διότι τότε θα κρίνει τι είναι ορθό και δίκαιο, θα ορίζει τι είναι δέον να συμβεί, θα υπακούει σε αυτό που ο ίδιος όρισε για τον εαυτό του ως δέον να πραχθεί και θα το κάνει.
Αυτό για το οποίο μιλάω, η δεσμευτική αίσθηση της δικαιοσύνης και η αυτοπειθαρχία της αυτονομίας, είναι πέραν της στάθμισης οφέλους και ζημιάς, και είναι το μόνο ισχυρό θεμέλιο που μπορεί να αντέξει τους κραδασμούς της ζημιάς ή της οδύνης που θα κληθεί να επωμιστεί μία οργανωμένη εργατική τάξη κατά την συνδικαλιστική και πολιτικής της δράση.
Η σφαίρα της κατανάλωσης μαζί με όλη την νεοφιλελεύθερη hustler culture τον σπρώχνει προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση: λεφτά και απολαύσεις για εμένα, λιγότεροι κόποι και οδύνες για εμένα και ας γίνει με όρους αντι-κοινωνικούς, εξαπάτησης, κανιβαλισμού, χαφιεδισμού.
Βασική αντίληψη της εγελιανής παράδοσης είναι ότι το καθολικό δεν είναι μία κενή αφαίρεση, αλλά διέρχεται από τα επιμέρους.
Πριν φτάσει ένας άνθρωπος να υπηρετεί μεγάλα και σπουδαία μεγέθη όπως την τάξη ή τον λαό, πρέπει να μπορεί να υπηρετήσει μικρότερα μεγέθη όπως την οικογένεια ή τον/την σύντροφο του, τους φίλους του, τους συναδέλφους στον περιορισμένο χώρο της παραγωγικής μονάδας που εργάζεται, την γειτονιά του.
Πρέπει να ξεκινήσει με το να μην λέει ψέματα, αν θέλει να μπορεί να ορκίζεται αξιόπιστα και θα πρέπει να συνεργάζεται σωστά με δικούς του συναδέλφους, αν είναι να διεκδικήσει από κοινού συμφέροντα με αγνώστους απέναντι στην τάξη των εργοδοτών.
Χωρίς συγκεκριμένα πρόσωπα, συγκεκριμένες πράξεις σε καθημερινό επίπεδο, δεν υπάρχουν γενικοί φορείς, πολιτική και σκοποί.
Ένας τζογαδόρος, ένας αλκοολικός, ένας τεμπέλης που πίνει όλη μέρα τσιγάρα και παίζει όλη μέρα games, ένας φλώρος που δεν μπορεί ούτε πιστός να μείνει στην κοπέλα του ή εκείνος που ζει και αναπνέει για τις δεκαπέντε ημέρες διακοπών του Αυγούστου, είναι ένας άνθρωπος αναξιόπιστος όχι απλώς για να αναλάβει ορισμένα συνδικαλιστικά και πολιτικά καθήκοντα, αλλά δεν έχει αυτήν την υποκειμενική συγκρότηση ώστε ούτε καν εξαρχής να τα θελήσει.
Το πρόβλημα με αυτήν την τερατώδη διόγκωση αυτών των βιομηχανιών και την διάχυτη διείσδυση τους στις ψυχές του λαϊκού κόσμου δεν είναι το προϊόν που προσφέρουν καθ’ εαυτό, διότι είναι μία χαρά και να πίνουμε αλκοόλ και να τρώμε σουβλάκια και να πηγαίνουμε ταξίδια και να παίζουμε games ή να χρησιμοποιούμε social media.
Το πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά είναι πανταχού παρόντα και τα πάντα πληρώντα σε τέτοιο βαθμό που οργανώνουν το αξιακό πλέγμα, το νόημα της ζωής και στην τελική την σύνολη υποκειμενικότητα των τάξεων που ζούνε από την εργασία τους και όχι την ιδιοκτησία τους.
Προφανώς η Αριστερά έχει ευθύνη για αυτό, αλλά όχι απόλυτη: το ‘68 είναι μερικώς ορθό, μερικώς εσφαλμένο, αλλά εξ ολοκλήρου οικειοποιούμενο από το Κεφάλαιο, και δεν είναι εδώ ο τόπος για αυτή την συζήτηση.
Βέβαια, ο μαρξισμός-λενινισμός, και αυτό πρέπει να του αναγνωριστεί, ποτέ δεν έχαψε αυτό παραμύθι που άλλοι χάψαμε.
Το ζητούμενο ωστόσο δεν είναι να δούμε τι έγινε το ‘68, αλλά να δούμε τι θα γίνει σήμερα: ένας άνθρωπος χωρίς ιστορική και πολιτική κρίση θα πιστέψει ότι είμαι πουριτανός ή δεν ξέρω εγώ τι. Και αλήθεια, μακάρι να ήμουν· μακάρι να μην είχα συνειδητοποιήσει πέντε πράγματα για τα οποία μιλάω επειδή εγώ ο ίδιος έφαγα τα μούτρα μου.
Ίσως να πιστέψει ότι πρόκειται περί κάποιου ηθικού πανικού.
Όμως οποίος το πιστέψει αυτό, είτε δεν έχει δει με τα μάτια τουν την συνθήκη του ταξικού υποκειμένου, είτε δεν διαθέτει τα μάτια — την κρίση — για να την αξιολογήσει.
Απεναντίας, ενας άνθρωπος με πολιτική κρίση ή προσωπική πείρα θα δει πολύ ευδιάκριτα ότι στον νου μου έχω ένα πολύ ψύχραιμο και μετρημένο είδος ήθους και κουλτούρας που μπορεί να καταστήσει την εργατική τάξη ικανή να αμυνθεί στον ηθικό-πολιτικό εκφυλισμό της από το λιμβικό σύγχρονο καπιταλισμό. Το ΚΚΕ, ασχέτως μία διάφορες θέσεις ή πρακτικες με τις οποίες διαφωνώ, από την περιορισμένη γνώση μου, είναι ήδη κοντά σε αυτήν λογική και αυτό είναι προς την τιμή του.
Αλλά αν είναι να μιλάμε συγκεκριμένα και για πρώτα βήματα, ας μην πάμε μακριά· ας δούμε κάτι τόσο συνηθισμένο που περνάει σχεδόν απαρατήρητο.
Τα ομαδικά (λαϊκά) αθλήματα όπως το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ που διδάσκουν την νεολαία να συνενώνεται, να συνεργάζεται και να αυτοπειθαρχεί για έναν κοινό σκοπό, έχουν αρχίσει και υποχωρούν όλο και περισσότερο μπροστά στην συνδρομή στο γυμναστήριο που δεν κάνει άλλο απ’ το να ενσακρώνει την εκθεσιακή λογική του σώματος στην βιτρίνα του καταναλωτικού σεξουαλικού πεδίου.
Κάποτε, όμως, θυμάμαι οι γειτονιές ήταν γεμάτες εφήβους και νέους που έπαιζαν μπάλα ή μπάσκετ.
Κάποτε, τα συνδικάτα της βιομηχανικής εργατικής τάξης είχαν ποδοσφαιρικές ομάδες που στην πορεία έγιναν οι μεγάλες ομάδες που παίζουν σε πανευρωπαϊκές διοργανώσεις πρώτης κατηγορίας.
Ε λοιπόν, ή το φαινόμενο αραίωσε ή δεν έχω παρατηρήσει ορθά τι συμβαίνει στην δική μου γειτονιά.
Δεν είναι απλώς το γυμναστήριο, δεν είναι απλώς η drill της hustler ανθρωποφαγίας, δεν είναι απλώς ο τζόγος που πλέον έχει διεισδύσει μέχρι και στο κινητό στην τσέπη μας, δεν είναι απλώς οι κόκες και το μαύρο, δεν είναι απλώς τα μεταμεσονύχτια games στα internet cafe — όπου εργαζόμενοι δουλεύουν για βασικό μέχρι το πρωί για να τρέξουν — δεν είναι απλώς ότι πλέον οικογένειες και φίλοι δεν κάθονται γύρω από το τραπέζι για να φάνε και να μιλήσουν, δεν είναι απλώς η όλο και περισσότερη σεξουαλικοποίηση της γυναίκας και η πορνοποίηση της κουλτούρας — που εγκωμιάζεται από την Αριστερά — και το γεγονός ότι δύο άνθρωποι δεν μπορούν να στεριώσουν, πόσο δε μάλλον να αγαπηθούν, δεν είναι απλώς ότι όλη η κοινωνία έχει γεμίσει με όλου του είδους τους εθισμούς, τις όλο και πιο εκλεπτυσμένες απολαύσεις και τις πιο μικροπρεπείς ή αποκρουστικές αντι-κοινωνικές συμπεριφορές.
Είναι όλα αυτά μαζί.
Το πρόβλημα δεν είναι μονάχα η αποβιομηχάνιση, η επισφαλής εργασία και τα λοιπά που στο τέλος της ημέρας ανάγονται στο ζήτημα της σύγχρονης ταξικής σύνθεσης, είναι ότι στους διάφορους αντι-καπιταλιστικούς χώρους μιλάμε για επαναστάσεις, ηγεμονίες και ιστορίες, ενώ ο κόσμος έξω — και μέσα — δεν μπορεί πλέον, εξαιτίας της εκμετάλλευσης της νευροβιολογίας του από τις εν λόγω λιμβικές βιομηχανίες, να φροντίσει ούτε τον εαυτό του.
Οι κεφαλαιοκράτες διαθέτουν ολόκληρες διαφοροποιημένες ομάδες καλοπληρωμένων λακέδων-επιστημόνων που κάθονται και οργανώνουν τον επιστημονικό και συντονισμένο εθισμό του λαϊκού κόσμου σε ένα σωρό μαλακίες που εκφυλίζουν το ήθος του και τσακίζουν την αξιοπρέπεια και την δυνατότητα πολιτικής του συνείδησης.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, έχουμε και τους κατασκευασιοκράτες και τους μεταδομιστές να μας λένε ότι δεν υπάρχει βιολογία και επιστημονική αλήθεια.
Ίσως χειρότεροι από αυτούς όμως, να είναι εκείνοι οι χοντροκομμένοι μαρξιστές που όταν ανοίγουν το στόμα τους να υπερασπιστούν την αλήθεια και την ύπαρξη και εγκυρότητα (!) της επιστήμης της βιολογίας κάνουν την θέση του μαρξισμού χειρότερη στις ενδοκινηματικές συζητήσεις.
Εκτός αν κάτι μου διαφεύγει — πράγμα που πολύ εύχομαι — οι εκπρόσωποι της εργατικής τάξης — και έχουμε πολλούς από αυτούς και μάλιστα πολύ αξιόλογους — αποτυγχάνουν να συλλάβουν το πρόβλημα ορθά και να απαντήσουν πρακτικά σε αυτές τις ανάγκες του σύγχρονου ταξικού υποκειμένου.
Οι ταξικοί εχθροί μας επιστρατεύουν όλη την ισχύ εκείνου του πράγματος που εμείς ακόμη συζητάμε αν υπάρχει.
Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί χάνουμε.
Από την άλλη λοιπόν μπάντα, Ο Jordan Peterson έκανε θραύση και έγινε αστέρας εν μία νυκτί επειδή έγραψε ένα βιβλίο με τον απλό τίτλο «12 Rules for Life» και με υπότιτλο «An Andidote to Chaos». Τώρα, ο ανθός της αρσενικής, δυτικής νεολαίας ακούει αυτόν και τους ομοίους του σαν να ήταν ο Πάπας.
Και ο Πάπας ο Λέωντας κάνει καλύτερη υπαρξιακή και ηθική αντιπολίτευση στην αντρόσφαιρα και τον MAGA τραμπισμό απ’ ότι η δυτική Αριστερά.
Ευτυχώς στην Ελλάδα, επειδή έχουμε την τύχη να είμαστε πάντοτε καθυστερημένοι, η ασθένεια δεν έχει προχωρήσει το ίδιο εδώ, ούτε έχει ριζώσει τόσο καλά, όπως εκεί.
Είναι κατά την γνώμη μου μεγάλο σφάλμα της κομμουνιστικής αριστεράς, μαρξιστικής-λενινιστικής και μη, να νομίζει οτι όσα την αφορούν είναι ζητήματα απλώς πολιτικά με την στενή έννοια του όρου της κεντρικής πολιτικής και της πολιτικής οικονομίας.
Είναι πολιτικό με την ευρεία, την υπαρξιακή και την ηθικό-πρακτική έννοια του όρου, εκείνου του υποκειμενικού στοιχείου σε όλο του το βάθος: ότι οι άνθρωποι δεν ξέρουν πια πώς να σκεφτούν, να νιώσουν και να ζήσουν, και ότι θα γραπωθούν από τον πρώτο που θα τους απλώσει το χέρι — είτε με το αγνότερο κίνητρο, είτε για να πλουτίσει από την απελπισία τους — ώστε βγουν από τους διάφορους εθισμούς και τα αδιέξοδα και να βάλουν μία τάξη στην ζωή τους, ώστε αυτή η μία και μοναδική ζωή που θα ζήσουνε να έχει αξία και νόημα.
Τα διάφορα βιβλία αυτοβοήθειας λύνουν και δένουν και η ψυχοθεραπεία έχει γίνει πλέον μία εκκοσμίκευση θρησκεία της κακιάς ώρας.
Και η Δεξιά ήδη απαντάει, όπως απαντάει, γι’ αυτό και ανεβαίνει, είτε ως μετριοπαθής συντηρητισμός, είτε ως ήπια ακροδεξιά ή ως νεοφασισμός.
Αν η Αριστερά αγνοήσει αυτήν την επιτακτική συνθήκη, θα χάσει την πολύτιμη ιστορική ευκαιρία της να ηγεμονευσει στην εποχή των τεράτων, όπου το παλιό modus vivendi καταρρεύει και το καινούργιο παλεύει ακόμη να γεννηθεί.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους