[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

ΩΡΟΛΟΓΙΑΚΗ ΒΟΜΒΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟ «ΚΑΡΝΕ» ΤΗΣ ΓΚΙΛΦΟΪΛ Γράφει Ειδικός Συνεργάτης Νέα πολιτική δοκιμασία για την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Η χρήση ημερολογίου —όπως έκανε στην Αμερική— για την καταγραφή...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

ΩΡΟΛΟΓΙΑΚΗ ΒΟΜΒΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟ «ΚΑΡΝΕ» ΤΗΣ ΓΚΙΛΦΟΪΛ Γράφει Ειδικός Συνεργάτης Νέα πολιτική δοκιμασία για την κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Η χρήση ημερολογίου —όπως έκανε στην Αμερική— για την καταγραφή επαφών, συζητήσεων και συμφωνιών με πολιτικούς και επιχειρηματίες ανεβάζει κατακόρυφα την αγωνία.

Η υπόθεση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ μετατρέπεται σε πολιτική ωρολογιακή βόμβα με επίκεντρο και την Αθήνα, καθώς το «Κίμπερλι-gate» περνά από τις προσωπικές αποκαλύψεις στις επίσημες διαδικασίες ελέγχου των δραστηριοτήτων της πρώην πρέσβειρας. Το Μέγαρο Μαξίμου βρίσκεται πλέον αντιμέτωπο με τις πολιτικές συνέπειες μιας υπόθεσης που αγγίζει τις επαφές της αμερικανικής διπλωματικής αποστολής με επιχειρηματικά συμφέροντα και κυβερνητικούς παράγοντες στην Ελλάδα.

Οι εξελίξεις στην Ουάσινγκτον δεν αφήνουν περιθώρια υποτίμησης της υπόθεσης.

Ήδη ο Δημοκρατικός βουλευτής Γκρέγκορι Μικς, επικεφαλής των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, έχει ζητήσει επισήμως από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ τα αρχεία της πρεσβείας στην Αθήνα που σχετίζονται με τις επαφές της Γκίλφοϊλ με τον λομπίστα Χρήστο Μαραφάτσο και επιχειρηματικά πρόσωπα.

Πρόκειται για μια εξέλιξη ιδιαίτερης σημασίας, καθώς στο αίτημα περιλαμβάνονται υπηρεσιακές καταγραφές, πληροφορίες για ταξίδια, μετακινήσεις με μέσα ιδιωτών και επικοινωνίες σχετικές με συγκεκριμένες επιχειρηματικές δραστηριότητες.

Το περιεχόμενο αυτών των αρχείων αποκτά πλέον κεντρική θέση στις διαδικασίες λογοδοσίας.

Το «καρνέ» και οι εκατοντάδες επικοινωνίες μπαίνουν πια στο κάδρο της υπόθεσης.

Η «Wall Street Journal» έχει ήδη αποκαλύψει τον ρόλο που διαδραμάτισαν οι προσωπικές καταγραφές επικοινωνιών στην πολιτική κατάρρευση της Γκίλφοϊλ.

Η δημοσιογραφική ομάδα της αμερικανικής εφημερίδας εξέτασε εκατοντάδες γραπτά μηνύματα και ηλεκτρονικές επικοινωνίες που κάλυπταν χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους, στο πλαίσιο της υπόθεσης με τον Ρεπουμπλικάνο δωρητή Έρικ Ντίτερς.

Το υλικό αυτό άνοιξε τον δρόμο για τις αποκαλύψεις σχετικά με το αίτημα καταβολής 100.000 δολαρίων για προσωπικές οικονομικές υποχρεώσεις της πρώην πρέσβειρας.

Η ίδια αρνείται τις κατηγορίες, ωστόσο η δημοσιοποίηση των μηνυμάτων συνέβαλε καθοριστικά στην απομάκρυνσή της από τη θέση της.

Η πρακτική διατήρησης γραπτών επικοινωνιών αναδεικνύει τη βαρύτητα που μπορούν να αποκτήσουν προσωπικά και υπηρεσιακά αρχεία.

Για την ελληνική πλευρά το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στο περιεχόμενο των καταγραφών που αφορούν τις συναντήσεις της με υπουργούς, κυβερνητικούς αξιωματούχους και επιχειρηματικούς παράγοντες.

Καθώς μπαίνουν στο στόχαστρο οι ελληνικές διασυνδέσεις, το πιο εκρηκτικό τμήμα των αμερικανικών αποκαλύψεων αφορά τις επιχειρηματικές δραστηριότητες γύρω από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα.

Στην επίσημη παρέμβασή του ο Γκρέγκορι Μικς επικαλείται δημοσιεύματα της «Wall Street Journal», σύμφωνα με τα οποία, εκτός των άλλων, ο λομπίστας συνόδευε την Γκίλφοϊλ σε επίσημες συναντήσεις, ακόμα και με ανώτερους κυβερνητικούς αξιωματούχους ξένων χωρών, ενώ ορισμένοι συνομιλητές δεν γνώριζαν την ιδιότητά του ως αμειβόμενου εκπροσώπου επιχειρηματικών συμφερόντων.

Οι καταγγελίες αυτές αποκτούν ιδιαίτερο πολιτικό βάρος για την Αθήνα, καθώς αφορούν έναν από τους σημαντικότερους τομείς της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας: την ενέργεια και τις μεγάλες οικονομικές συμφωνίες.

Η αγωνία στο Μαξίμου, κατά τις πληροφορίες, έχει εκτιναχθεί στα ύψη τις τελευταίες ημέρες και οι νέες ισορροπίες προκαλούν πανικό.

Η θεαματική ανατροπή των ισορροπιών αυτών στην Ουάσινγκτον έχει αλλάξει ριζικά και την πολιτική σημασία της παρουσίας Γκίλφοϊλ στην Ελλάδα.

Η πρώην πρέσβειρα, που προβαλλόταν ως πρόσωπο με προνομιακή πρόσβαση στον Ντόναλντ Τραμπ, απομακρύνθηκε από τη θέση της ύστερα από τις αποκαλύψεις και τη δημόσια —και μάλιστα πρωτοφανή— αποστασιοποίηση του Αμερικανού προέδρου. ΤΟ ΣΤΕΪΤ ΝΤΙΠΑΡΤΜΕΝΤ Η κυβέρνηση Μητσοτάκη είχε επενδύσει στις επαφές με το περιβάλλον Τραμπ ως στοιχείο ενίσχυσης των ελληνοαμερικανικών σχέσεων.

Πλέον όμως καλείται πολιτικά να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις μιας υπόθεσης που εξελίσσεται εκτός του δικού της ελέγχου. Στην Ουάσινγκτον, η έρευνα του γραφείου γενικού επιθεωρητή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ δημιουργεί μάλιστα το πολύ ισχυρό ενδεχόμενο να ακολουθήσουν και νέες διαδικασίες ελέγχου.

Η μετατροπή της υπόθεσης σε ποινική έρευνα, η ενδεχόμενη αξιοποίηση προσωπικών αρχείων και μια πιθανή προσπάθεια της Γκίλφοϊλ να εξασφαλίσει ασυλία ή ακόμα και προεδρική χάρη αποτελούν ξεχωριστά ενδεχόμενα, για τα οποία δεν έχει επιβεβαιωθεί ότι έχουν κινηθεί συγκεκριμένες διαδικασίες.

Πάντως, ήδη ο Ντόναλντ Τραμπ έσπευσε να απαντήσει αρνητικά στην πιθανότητα να της απονείμει χάρη.

Και αυτή ήταν μια επίσημη δήλωση που δείχνει ότι τα πράγματα για την κυρία Γκίλφοϊλ είναι ήδη πολύ σοβαρά στις ΗΠΑ, αφού η προεδρική αποστροφή προοιωνίζεται ότι το πόρισμα της ποινικής έρευνας που έχει αρχίσει σε βάρος της θα είναι καταδικαστικό.

Με αυτά τα δεδομένα και τον φόβο για το πολιτικό κόστος έρχεται πιο κοντά —κατά τις πληροφορίες— και το ενδεχόμενο «αδειάσματος» για πολλούς εμπλεκομένους.

Η προοπτική νέων αποκαλύψεων διαμορφώνει ταυτόχρονα ένα δύσκολο πεδίο πολιτικής διαχείρισης για το Μέγαρο Μαξίμου.

Εφόσον, όπως αναμένεται, οι αμερικανικές έρευνες αναδείξουν επιβαρυντικές ελληνικές διασυνδέσεις, η κυβέρνηση θα βρεθεί αντιμέτωπη με πιέσεις για απόδοση ευθυνών.

Σε μια τέτοια εξέλιξη, το προληπτικό «άδειασμα» υπουργών ή κυβερνητικών στελεχών, που συζητείται ήδη στο παρασκήνιο, μπορούσε να αποτελέσει επιλογή πολιτικής προστασίας του πρωθυπουργού.

Η λογική «να σωθεί ο ίδιος» περιγράφει ένα ενδεχόμενο διαχείρισης της κυβερνητικής φθοράς που έχει χρησιμοποιήσει ο κ. Μητσοτάκης σε ανάλογες περιπτώσεις και κατά το παρελθόν.

Βέβαια, ο κ. Μητσοτάκης ήταν εκείνος που πρώτος πανηγύριζε για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις που βρίσκονταν σε «ιστορικά υψηλό σημείο», συνδέοντας την παρουσία της Γκίλφοϊλ με την περαιτέρω ενίσχυσή τους.

Το βέβαιο είναι ότι το «Κίμπερλι-gate» έχει ήδη πάψει να αποτελεί αποκλειστικά προσωπική υπόθεση της πρώην πρέσβειρας.

Με τα αρχεία της αμερικανικής πρεσβείας να μπαίνουν στο επίκεντρο του κοινοβουλευτικού ελέγχου στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, η ελληνική διάσταση αποκτά νέα πολιτική βαρύτητα.

Και αυτό είναι το στοιχείο που καθιστά το «καρνέ» της Γκίλφοϊλ δυνητική ωρολογιακή βόμβα για το Μαξίμου: οι αμερικανικές διαδικασίες απειλούν να φέρουν στη δημοσιότητα στοιχεία για συναντήσεις και επαφές που έως σήμερα παρέμεναν έξω από τη δημόσια συζήτηση.

Δεν διέφυγε, μάλιστα, της προσοχής ότι μόλις την Πέμπτη επανέφερε στο προσκήνιο την ελληνική διάσταση του σκανδάλου το φιλοκυβερνητικό «Πρώτο Θέμα», βγάζοντας με εύσχημο τρόπο στα μανταλάκια τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου, ο οποίος συγκαταλέγεται πλέον στα μεγαλύτερα πολιτικά βαρίδια —υπό τις νέες συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί— για το Μέγαρο Μαξίμου.

Μέσω της στήλης «Dark Room», δημοσιοποιήθηκε περιγραφή «αυτόπτη μάρτυρα» για το περιβόητο δείπνο στην πρεσβευτική κατοικία, όπου η Γκίλφοϊλ φέρεται ότι καυχήθηκε με «αλέγκρο» ύφος, όπως σημειώνεται, ότι οι Αμερικανοί μπορούν να «ρίχνουν κυβερνήσεις», ακόμα και στην Αθήνα, προκαλώντας την «αμηχανία» του υπουργού προτού διατυπώσει μια χαλαρή και κάθε άλλο παρά στιβαρή αντίδραση.

Η χρονική συγκυρία της ανακίνησης αυτού του στοιχείου προσδίδει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα στην αποκάλυψη, καθώς ο κ. Παπασταύρου εμφανίζεται πλέον εκτεθειμένος στην κριτική, ενώ αναζωπυρώνονται τα σενάρια που καθιστούν επισφαλές το μέλλον όλων εκείνων των στελεχών που συνέδεσαν με διάφορους τρόπους το όνομά τους με την αποπεμφθείσα πρέσβη κατά τη θητεία της στην Αθήνα. ΟΛΟ ΤΟ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ ΤΟΥ «ΚΙΜΠΕΡΛΙ-GATE» Η κατάρρευση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από τον διπλωματικό θώκο των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αθήνα συνιστά μία από τις πιο θεαματικές, απότομες και επεισοδιακές πτώσεις στη σύγχρονη αμερικανική πολιτική ιστορία.

Εκείνη που κάποτε περιδιάβαινε τις δεξιώσεις της ελληνικής πρωτεύουσας ως οιονεί μέλος της οικογένειας Τραμπ και άτυπη υπερδύναμη της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, βρέθηκε μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα έκθετη, πολιτικά απομονωμένη και στο στόχαστρο σαρωτικών ερευνών.

Η παραίτησή της, η οποία ουσιαστικά αποτέλεσε μια ωμή καρατόμηση σε ζωντανή μετάδοση, άνοιξε τον ασκό του Αιόλου για μια άνευ προηγουμένου χιονοστιβάδα εξευτελιστικών αποκαλύψεων.

Τις ημέρες που προηγήθηκαν της αποπομπής της, η ατμόσφαιρα στην αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα μύριζε μπαρούτι.

Καθώς τα αποκαλυπτικά δημοσιεύματα της «Wall Street Journal» άρχισαν να διαδέχονται το ένα το άλλο, η Γκίλφοϊλ επιδόθηκε σε έναν απεγνωσμένο αγώνα επιβίωσης.

Κλεισμένη στο Jefferson House, την επίσημη κατοικία την οποία είχε διακοσμήσει με γιγάντια πορτρέτα του εαυτού της, παρακολουθούσε στην τηλεόραση, με κλειστή τη φωνή, την πολιτική της αποδόμηση, υποπτευόμενη τους πάντες γύρω της, από το προσωπικό της πρεσβείας μέχρι την ομάδα ασφαλείας της, για τις διαρροές. ΑΚΕΡΑΙΟΤΗΤΑ Όταν το σκάνδαλο άγγιξε τον πυρήνα της προσωπικής της ακεραιότητας, με τη δημοσιοποίηση γραπτών μηνυμάτων που έδειχναν ότι είχε ζητήσει 100.000 δολάρια από τον μεγαλοδωρητή των Ρεπουμπλικάνων Έρικ Ντίτερς για να αποπληρώσει την πιστωτική της κάρτα λίγο πριν από την ακρόαση επικύρωσής της από τη Γερουσία, η Γκίλφοϊλ κατέφυγε σε μια ακραία υπερασπιστική γραμμή.

Ισχυρίστηκε σε αξιωματούχους του Λευκού Οίκου ότι τα επίμαχα μηνύματα ήταν κατασκευασμένα από Τεχνητή Νοημοσύνη (AI-generated). Ο ισχυρισμός αυτός όχι μόνο δεν έπεισε κανέναν, αλλά επιδείνωσε τη θέση της, προκαλώντας τον εκνευρισμό των συμβούλων του προέδρου Τραμπ, οι οποίοι ανησυχούσαν για τις επιπτώσεις των σκανδάλων εν όψει των επερχόμενων ενδιάμεσων εκλογών.

Η απελπισία της την οδήγησε μέχρι και στο σημείο να τηλεφωνήσει στον επικεφαλής του συντηρητικού δικτύου Breitbart News, σε μια μάταιη προσπάθεια να ασκήσει πιέσεις υπέρ της.

Η απόφαση για το τέλος της ελήφθη χωρίς καν να της δοθεί η ευκαιρία μιας προσωπικής συνομιλίας με τον Αμερικανό πρόεδρο.

Η επεισοδιακή της αποχώρηση ανακοινώθηκε ψυχρά και διαδικαστικά από τη νέα εκπρόσωπο Τύπου του Λευκού Οίκου Κέιτι Ζακαράια, κατά τη διάρκεια μιας εξαιρετικά σύντομης, 14λεπτης ενημέρωσης των δημοσιογράφων.

Η οποία Ζακαράια, σημειωτέον, απελύθη από τον Ντόναλντ Τραμπ.

Η οδηγία του Τραμπ ήταν σαφής: η Γκίλφοϊλ έπρεπε να τελειώσει αμέσως, καθώς η παραμονή της σκίαζε την περιοδεία του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Ελλάδα.

Το πραγματικό, ωστόσο, «άδειασμα» ήρθε από τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος επέλεξε να συνθλίψει πλήρως την άλλοτε ισχυρή επιρροή της.

Μιλώντας σε δημοσιογράφους, ο πρόεδρος διέγραψε μονοκοντυλιά το παρελθόν της ως αρραβωνιαστικιάς του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ: «Δεν ήταν μέλος της οικογένειάς μου.

Υποθέτω ότι έβγαινε με τον γιο μου πριν από πολύ καιρό», δήλωσε χαρακτηριστικά, υποβαθμίζοντας τον ρόλο της.

Όταν ρωτήθηκε από το δίκτυο Newsmax αν θα εξέταζε το ενδεχόμενο να της απονείμει προεδρική χάρη για ενδεχόμενα ποινικά αδικήματα, η απάντησή του ήταν απόλυτη: «Δεν θέλω καν να το σκέφτομαι αυτό.

Είμαι απογοητευμένος από όσα διάβασα.

Δεν της έχω μιλήσει». Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: η Γκίλφοϊλ δεν είχε πλέον καμία προστασία από τον Λευκό Οίκο.

Μέσα στην ίδια την πρεσβεία το προσωπικό έκανε λόγο για έναν «βίαιο αποκεφαλισμό» της διπλωματικής αποστολής, μην κρύβοντας ωστόσο τη βαθιά του ανακούφιση.

Εργαζόμενοι την περιέγραψαν ως ένα άτομο «απαίσιο και κακότροπο», που συμπεριφερόταν με αλαζονεία και υποτιμούσε συστηματικά τους έμπειρους διπλωμάτες καριέρας.

Ο διασυρμός έλαβε και πιο κοσμικές διαστάσεις, καθώς ελληνικές τηλεοπτικές εκπομπές αποκάλυψαν παρασκηνιακές φήμες ότι η πρώην πρέσβειρα αναχωρεί αφήνοντας πίσω της σοβαρά οικονομικά «φέσια». Ρεπορτάζ ανέφεραν ότι αποχωρεί από τη χώρα «πιστολιάζοντας» λογαριασμούς που αφορούσαν την πολυτελή της διαβίωση, τα πολυάριθμα ρούχα, τις υπηρεσίες ομορφιάς και τα «λούσα» της, σκιαγραφώντας το προφίλ μιας γυναίκας που ζούσε πολύ πάνω από τις δυνατότητες που της εξασφάλιζε ο μισθός του αμερικανικού Δημοσίου.

Με την ασυλία της πρέσβειρας και την προστασία του Τραμπ να έχουν εξανεμιστεί, η Γκίλφοϊλ βρίσκεται πλέον στο στόχαστρο των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο, οι οποίοι δεσμεύονται να αρχίσουν σαρωτικές έρευνες σε περίπτωση που ανακτήσουν τον έλεγχο της Βουλής ή της Γερουσίας, εκδίδοντας κλητεύσεις (subpoenas) για τα πεπραγμένα της.

Η υποψία ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική και η διπλωματική επιρροή μετατράπηκαν σε όχημα για προσωπικά ανταλλάγματα και πώληση πρόσβασης σε ανώτατα κλιμάκια εξουσίας αποτελεί το βασικό αντικείμενο αυτών των ερευνών.

Μέσα σε αυτό το απόλυτο αδιέξοδο, η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ δηλώνει αποφασισμένη να υπερασπιστεί «σθεναρά» το όνομά της απέναντι σε αυτό που αποκαλεί «ψευδείς κατηγορίες». Με την επιστροφή της στις Ηνωμένες Πολιτείες να φαντάζει εφιάλτης, διεθνή μέσα ενημέρωσης, επικαλούμενα πηγές από το περιβάλλον της, αναφέρουν πως το νέο της σχέδιο είναι να παραμείνει στην Ευρώπη.

Ο τελικός της στόχος, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, είναι να αναζητήσει έναν «πλούσιο Ευρωπαίο σύζυγο», σε μια απέλπιδα προσπάθεια να διατηρήσει την ψευδαίσθηση του στάτους και της χλιδής, μακριά από τα συντρίμμια της πολιτικής της καριέρας.

Ακόμα μία εξίσου σκοτεινή πτυχή της υπόθεσης αφορά τις σχέσεις που φέρεται ότι ανέπτυξε η Γκίλφοϊλ με ισχυρά ελληνικά επιχειρηματικά συμφέροντα, μετατρέποντας, σύμφωνα με τα επικριτικά δημοσιεύματα, την αμερικανική πρεσβεία σε ένα ιδιότυπο πεδίο διασταύρωσης διπλωματίας, οικονομικής επιρροής και προσωπικών διασυνδέσεων.

Η «Wall Street Journal» έφερε στο προσκήνιο τις επαφές της με επιχειρηματίες και την εμπλοκή του λομπίστα Χρήστου Μαραφάτσου σε δραστηριότητες που συνδέονταν με τη διπλωματική αποστολή.

Οι αποκαλύψεις αυτές ενίσχυσαν τα ερωτήματα κατά πόσον η εκπροσώπηση των αμερικανικών συμφερόντων είχε αρχίσει να συγχέεται με την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων επιχειρηματικών επιδιώξεων.

Ακόμα πιο επιβαρυντικές για τη δημόσια εικόνα της υπήρξαν οι πληροφορίες περί πολυτελών ταξιδιών και παροχών που φέρεται ότι απολάμβανε χάρη στη γενναιοδωρία εύπορων Ελλήνων επιχειρηματιών.

Το ζήτημα δεν περιορίζεται στην αισθητική της χλιδής ή στην προκλητική επίδειξη πλούτου.

Αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα των κανόνων δεοντολογίας που διέπουν τους Αμερικανούς διπλωματικούς αξιωματούχους, καθώς η αποδοχή δώρων, φιλοξενίας και οικονομικών διευκολύνσεων μπορεί, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να προκαλέσει σοβαρές συγκρούσεις συμφερόντων.

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, οι σχετικές καταγγελίες βρέθηκαν στο μικροσκόπιο του γενικού επιθεωρητή του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ότι έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε παράβαση.

Στο μεταξύ, ιδιαίτερη σημασία αποκτά και μια λεπτομέρεια από την υπόθεση Ντίτερς, η οποία φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο φέρεται ότι αντιλαμβανόταν η Γκίλφοϊλ τη σχέση ανάμεσα στο χρήμα και στην πολιτική πρόσβαση.

Σύμφωνα με τα μηνύματα που εξέτασε το CBS News, η ίδια εμφανίζεται να τον προτρέπει να αποφεύγει τη γραπτή καταγραφή ευαίσθητων συνεννοήσεων και να προτιμά επικοινωνία μέσω της εφαρμογής Signal. Ο Ντίτερς υποστήριξε ότι η απαίτηση των 100.000 δολαρίων αποτελούσε ξεκάθαρη συναλλαγή με προσδοκώμενα πολιτικά ανταλλάγματα, αν και διευκρίνισε ότι τελικά δεν κατέβαλε το ποσό.

Η πλευρά της Γκίλφοϊλ αμφισβητεί τις κατηγορίες. ΒΑΡΥΤΗΤΑ Το σκάνδαλο, ωστόσο, προκάλεσε και ένα απροσδόκητο πρόβλημα για το ίδιο το σύστημα εξουσίας που την ανέδειξε.

Η απομάκρυνσή της έφερε στην επιφάνεια το ευρύτερο ερώτημα για τα όρια της πολιτικής ευνοιοκρατίας και την επιλογή προσώπων με πρωταρχικό προσόν την προσωπική εγγύτητα προς τον εκάστοτε πρόεδρο.

Η περίπτωση της Γκίλφοϊλ εξελίχθηκε έτσι σε σύμβολο μιας διπλωματίας στην οποία η αναγνωρισιμότητα, οι κομματικοί δεσμοί και η πρόσβαση στα οικογενειακά κέντρα εξουσίας μπορούν να αποκτήσουν μεγαλύτερη βαρύτητα από την εμπειρία και τη θεσμική επάρκεια.

Χαρακτηριστικό του κλίματος είναι ότι, προτού ακόμη καταλαγιάσει ο θόρυβος της αποπομπής, άρχισαν να εμφανίζονται δημόσια νέες φιλοδοξίες για τη διαδοχή της.

Η ελληνικής καταγωγής τηλεοπτική προσωπικότητα Ντέμπι Ματενόπουλος εξέφρασε ανοιχτά το ενδιαφέρον της να αναλάβει την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα, επικαλούμενη τους δεσμούς της με την Ελλάδα και την εμπειρία της στην επικοινωνία.

Η εξέλιξη αυτή αποτύπωσε με σχεδόν ειρωνικό τρόπο την ταχύτητα με την οποία η Ουάσινγκτον πέρασε από την αποθέωση της Γκίλφοϊλ στην αναζήτηση της αντικαταστάτριάς της.

Και αυτό ίσως αποτελεί το πιο αμείλικτο στοιχείο ολόκληρης της ιστορίας: η γυναίκα που επένδυσε την πολιτική της επιβίωση στην εγγύτητα προς την εξουσία ανακάλυψε, με τον πιο οδυνηρό τρόπο, ότι στην Ουάσινγκτον η προσωπική εύνοια μπορεί να εξαφανιστεί πολύ ταχύτερα απ’ όσο αποκτήθηκε.

Και όταν εξαφανίζεται, αφήνει πίσω της όχι μόνο ένα κενό εξουσίας, αλλά και μια σειρά αναπάντητων ερωτημάτων που κανένα λαμπερό χαμόγελο, καμία κοσμική εμφάνιση και καμία επίκληση παλαιών γνωριμιών δεν μπορούν πλέον να σβήσουν. ΠΛΗΓΜΑ ΣΤΟ ΚΥΡΟΣ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ Πέρα, όμως, από την προσωπική διάσταση της υπόθεσης, το μεγαλύτερο πλήγμα αφορά το κύρος της αμερικανικής διπλωματίας στην Ελλάδα.

Μια πρεσβεία που παραδοσιακά αποτελεί κομβικό κέντρο γεωπολιτικών αποφάσεων για την ανατολική Μεσόγειο, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, την ενεργειακή ασφάλεια και τη στρατιωτική συνεργασία βρέθηκε να απασχολεί τη διεθνή επικαιρότητα για λόγους εντελώς διαφορετικούς από τη θεσμική αποστολή της.

Η αντιπαράθεση γύρω από την Γκίλφοϊλ ανέδειξε με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο τους κινδύνους που εγκυμονεί η προσωποπαγής άσκηση εξωτερικής πολιτικής.

Όταν η διπλωματική εκπροσώπηση ταυτίζεται με την κοσμική προβολή, τις προσωπικές φιλοδοξίες και την εγγύτητα στα κέντρα εξουσίας, η παραμικρή κρίση απειλεί να μετατραπεί σε θεσμικό ναυάγιο.

Και στην περίπτωση της άλλοτε πανίσχυρης Γκίλφοϊλ, οι καταγγελίες, ανεξάρτητα από την τελική δικαστική ή διοικητική τους αξιολόγηση, έχουν ήδη εγείρει ένα βαρύ πολιτικό ερώτημα: ποιος τελικά πλήρωσε το τίμημα μιας επιλογής που παρουσιάστηκε ως διπλωματικός θρίαμβος και κατέληξε να δοκιμάζει την αξιοπιστία των ίδιων των θεσμών; ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΤΗΚΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΤΟΥ «ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ» Στα καθ’ ημάς, η φυγή της έγινε δεκτή με ένα κράμα θεσμικής περιφρόνησης και ανακούφισης.

Το πρωτόκολλο που προβλέπει εθιμοτυπικές αποχαιρετιστήριες συναντήσεις των απερχόμενων πρέσβεων παραμερίστηκε επιδεικτικά. Η Προεδρία της Δημοκρατίας ξεκαθάρισε ότι ο Πρόεδρος Κωνσταντίνος Τασούλας δεν θα τη δεχθεί, τονίζοντας ότι «δεν υπάρχει πρωτόκολλο» που να τον υποχρεώνει, στερώντας της την ευκαιρία για μια τελευταία επίσημη φωτογραφία εξιλέωσης.

Συνεργάτες του Έλληνα Προέδρου σχολίαζαν μάλιστα ότι η Γκίλφοϊλ είναι τόσο «θρασύς» που ίσως επιχειρούσε να εμφανιστεί απρόσκλητη. ΜΟΝΤΓΚΟΜΕΡΙ: ΕΝΑ «ΤΕΡΑΣ ΠΟΥ ΚΥΝΗΓΟΥΣΕ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ» Η πτώση της Γκίλφοϊλ λειτούργησε ως καταλύτης για να ανοίξουν στόματα που παρέμεναν κλειστά επί χρόνια.

Το σκάνδαλο με τον Έρικ Ντίτερς απέκτησε νομικές διαστάσεις, με τον επιχειρηματία να καταθέτει μήνυση εναντίον της, ισχυριζόμενος μάλιστα ότι διαθέτει επιβαρυντικό ηχητικό υλικό 16 λεπτών ικανό να ταρακουνήσει συθέμελα την Ουάσινγκτον.

Το μήνυμά της, «Honey please, I need you to get this done for me today» («Χρυσέ μου, σε παρακαλώ, χρειάζομαι να το τακτοποιήσεις αυτό για μένα σήμερα»), προκειμένου να εξοφληθεί η κάρτα της American Express με αντάλλαγμα κυβερνητική εύνοια, στοιχειοθετεί, σύμφωνα με το δημοσίευμα, πράξεις που ξεφεύγουν από τα όρια της πολιτικής ηθικής και αγγίζουν την ποινική έρευνα.

Η αποδόμησή της όμως δεν περιορίστηκε στα πεπραγμένα της στην Αθήνα.

Το παρελθόν της στο δίκτυο Fox News ανασύρθηκε με τον πλέον χυδαίο τρόπο.

Η πρώην συνάδελφός της, Λίζα «Κένεντι» Μοντγκόμερι, μέσα από ένα καταπελτικό άρθρο της στην «Daily Mail», σκιαγράφησε μια γυναίκα με «αμείλικτο ναρκισσισμό», που αποτελούσε ένα «τέρας που κυνηγούσε το κύρος». Η Μοντγκόμερι αποκάλυψε ότι η Γκίλφοϊλ υπερηφανευόταν ανοιχτά για τη σεξουαλική της ζωή, επιδεικνύοντας φωτογραφίες της μαύρης κάρτας American Express ενός πρώην συντρόφου της —τον οποίο αποκαλούσε «Λεξ Λούθορ» και χαρακτήριζε «ερωτευμένη μηχανή μετρητών»— δίπλα σε φωτογραφίες των γεννητικών του οργάνων. Δημοκρατία της Κυριακής

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences