Η κόρη μου μού σύστησε τον άντρα που ήθελε να παντρευτεί. Ήταν ευγενικός, ήρεμος και έμοιαζε ιδανικός, μέχρι που είδα το ρολόι στον καρπό του. Αναγνώρισα αμέσως τη μικρή γρατζουνιά δίπλα στο έξι...
Η κόρη μου μού σύστησε τον άντρα που ήθελε να παντρευτεί.
Ήταν ευγενικός, ήρεμος και έμοιαζε ιδανικός, μέχρι που είδα το ρολόι στον καρπό του.
Αναγνώρισα αμέσως τη μικρή γρατζουνιά δίπλα στο έξι.
Ήταν το ρολόι που μου είχαν αρπάξει οκτώ μήνες νωρίτερα — το τελευταίο δώρο του άντρα μου.
Ο άντρας που ήθελε να παντρευτεί η κόρη μου καθόταν απέναντί μου και φορούσε στον καρπό του το κλεμμένο ρολόι του νεκρού συζύγου μου.
Δεν είπα τίποτα.
Απλώς κοίταζα τη μικρή γρατζουνιά δίπλα στον αριθμό έξι.
Δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω λάθος. Ο Δημήτρης, ο άντρας μου, δεν ήταν άνθρωπος που αγόραζε ακριβά δώρα.
Προτιμούσε μικρά πράγματα που είχαν σημασία μόνο για εμάς.
Ένα σημείωμα μέσα σε βιβλίο.
Καφέ πριν ξυπνήσω.
Ένα λουλούδι από τον κήπο.
Έξι μήνες πριν πεθάνει από καρκίνο, μου είχε δώσει εκείνο το ασημένιο ρολόι.
Στο πίσω μέρος είχε χαράξει: «Στην Ελένη.
Ευχαριστώ για κάθε λεπτό μαζί». Μετά τον θάνατό του δεν το έβγαζα σχεδόν ποτέ.
Μέχρι που, οκτώ μήνες πριν από εκείνο το δείπνο, μου το άρπαξαν έξω από ένα σούπερ μάρκετ.
Έβαζα σακούλες στο αυτοκίνητο όταν κάποιος πέρασε τρέχοντας, μου τράβηξε τον καρπό τόσο δυνατά ώστε παραλίγο να πέσω και εξαφανίστηκε ανάμεσα στα σταθμευμένα αυτοκίνητα.
Έκανα καταγγελία.
Είχα φωτογραφίες και στοιχεία του ρολογιού, αλλά μου είπαν ότι οι πιθανότητες να επιστρέψει ήταν μικρές.
Έκλαψα περισσότερο για εκείνο παρά για οτιδήποτε άλλο είχα χάσει.
Ήταν το τελευταίο πράγμα που είχε διαλέξει ο Δημήτρης ειδικά για μένα.
Και τώρα βρισκόταν στον καρπό του Νικόλα.
Η κόρη μου, η Σοφία, ήταν τριάντα χρονών.
Όταν μου είπε ότι είχε γνωρίσει κάποιον σοβαρά, είδα αμέσως πόσο ερωτευμένη ήταν. «Σε παρακαλώ, μαμά, μη μετατρέψεις το πρώτο δείπνο σε ανάκριση». «Εγώ;» «Εσύ». Είχα υποσχεθεί ότι θα φερόμουν καλά.
Και στην αρχή δεν ήταν δύσκολο. Ο Νικόλας ήταν ευγενικός.
Μιλούσε ήρεμα, δεν προσπαθούσε να εντυπωσιάσει και άκουγε όταν η Σοφία μιλούσε.
Μάλιστα, για λίγα λεπτά σκέφτηκα πόσο θα ήθελα να ήταν εκεί ο Δημήτρης.
Μετά ο Νικόλας σήκωσε το χέρι του για να διορθώσει το μανίκι του.
Και είδα το ρολόι.
Πρώτα τη γρατζουνιά.
Ύστερα τη λίγο στραβωμένη αγκράφα.
Το σημάδι φθοράς στο κούμπωμα.
Τα θυμόμουν όλα. Ο Νικόλας κατάλαβε ότι το κοιτούσα.
Χαμογέλασε. «Σας αρέσει;» Προσπάθησα να κρατήσω σταθερή τη φωνή μου. «Είναι παλιό;» «Ναι.
Ήταν του παππού μου». Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. «Του παππού σου;» «Μου το άφησε ο πατέρας μου.
Έχει μεγάλη συναισθηματική αξία για μένα». Η Σοφία τον κοίταξε τρυφερά.
Εγώ ένιωθα το στομάχι μου να σφίγγεται.
Γιατί αν γύριζε το ρολόι ανάποδα, ήξερα τι θα έβλεπα.
Το δικό μου όνομα.
Δεν τον κατηγόρησα.
Δεν ήθελα να καταστρέψω τη ζωή της κόρης μου βασισμένη μόνο σε όσα θυμόμουν.
Τελειώσαμε το δείπνο κανονικά.
Όταν χωρίσαμε, η Σοφία με αγκάλιασε. «Λοιπόν;» «Θέλω να τον γνωρίσω λίγο καλύτερα». Γέλασε. «Αυτό σημαίνει ότι σου άρεσε». Δεν της απάντησα.
Εκείνο το βράδυ βρήκα τον παλιό φάκελο της καταγγελίας.
Μέσα υπήρχαν φωτογραφίες του ρολογιού, η απόδειξη του εργαστηρίου που είχε κάνει τη χάραξη και μια κοντινή φωτογραφία όπου φαινόταν καθαρά η γρατζουνιά δίπλα στο έξι.
Το επόμενο πρωί πήγα στο ίδιο εργαστήριο.
Ο τεχνίτης θυμήθηκε τη χάραξη.
Βρήκε μάλιστα στο αρχείο του τον αριθμό καταχώρισης και την περιγραφή της συγκεκριμένης κάσας.
Όταν βγήκα από εκεί, δεν είχα πλέον καμία αμφιβολία. Ο Νικόλας φορούσε το ρολόι μου.
Δύο ημέρες αργότερα τον κάλεσα μόνη μου για καφέ.
Ήρθε φορώντας πάλι το ίδιο ρολόι.
Έβαλα μπροστά του τη φωτογραφία, την παλιά καταγγελία και το αντίγραφο από το αρχείο του εργαστηρίου.
Το πρόσωπό του άδειασε.
Έβγαλε αργά το ρολόι από τον καρπό.
Και τότε του είπα: «Τώρα θέλω την αλήθεια. Από πού πήρες πραγματικά το ρολόι του άντρα μου;» Μέρος 2: ...
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους