ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ ΕΧΕΙ ΘΕΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ; Περί τεχνολογίας, ηλικιακού ρατσισμού και του δικαιώματος στη θεατρική δημιουργία Με αφορμή την παράσταση "Ιστορία αγάπης" της καταλανικής ομάδας...
ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ ΕΧΕΙ ΘΕΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ; Περί τεχνολογίας, ηλικιακού ρατσισμού και του δικαιώματος στη θεατρική δημιουργία Με αφορμή την παράσταση "Ιστορία αγάπης" της καταλανικής ομάδας Agrupación Señor Serrano, που φιλοξενήθηκε στο Φεστιβάλ Δημητρίων, επαναφέρω ορισμένα ερωτήματα που με απασχολούν εδώ και καιρό και τα οποία προκαλούν συχνά οι παραστάσεις στις οποίες η τεχνολογία δεν λειτουργεί απλώς ως υποστηρικτικό μέσο, αλλά καταλαμβάνει πρωταγωνιστική θέση στη σκηνική σύνθεση (βλ. . έργα και σκηνοθεσίες της Σ. Κέννεντι, του Γκ. Κασίερς, του βαν Χόβε, του Tαρκόφσκι, των ομάδων Γούστερ Γκρουπ, Κομπλισιτέ, Γκόμπ Σκουάντ κ.ά) Αναφέρομαι σε ερωτήματα αισθητικά, ασφαλώς, αλλά και πολιτικά, κοινωνικά και επαγγελματικά.
Γιατί η τεχνολογία δεν αλλάζει μόνο τον τρόπο με τον οποίο αφηγούμαστε ιστορίες, αλλά και τους όρους με τους οποίους οι άνθρωποι δικαιούνται να τις αφηγούνται.
Συζητάμε συχνά για τον ηλικιακό ρατσισμό στο θέατρο, για την περιορισμένη παρουσία μεγαλύτερων ηθοποιών, για τους ρόλους που τους ανατίθενται, για την εμμονή με τη νεότητα και για μια αγορά που αντιμετωπίζει συχνά τη σωματική και ηλικιακή ανανέωση ως αυτονόητη αξία.
Σπανιότερα, όμως, εξετάζουμε αν η τεχνολογική καινοτομία μπορεί να δημιουργεί νέες μορφές αποκλεισμού, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει τέτοια πρόθεση.
Και εδώ παρατηρειται ένα παράδοξο.
Καθώς ο πληθυσμός των μεγαλύτερων σε ηλικία ανθρώπων αυξάνεται δραματικά στις δυτικές κοινωνίες, η εξέλιξη αυτή δεν συνεπάγεται αυτομάτως ανάλογη αύξηση της παρουσίας τους στη θεατρική δημιουργία, ούτε ως υποκειμένων των ιστοριών ούτε ως ενεργών συντελεστών τους.
Κάνω αυτή την παρατήρηση γιατί αντί να αναρωτηθούμε πώς μπορεί το θέατρο να αξιοποιήσει αυτή την κοινωνική και ανθρώπινη εμπειρία, εξακολουθούμε συχνά (πάντοτε, μήπως;) να αντιμετωπίζουμε τη νεότητα ως φυσικό σύμμαχο του μέλλοντος.
Βιολογικά, προφανώς και ειναι.
Όμως η φυσιογνωμία του μέλλοντος γράφεται μόνο βιολογικά; Με αυτό κατά νου, διερωτώμαι: μήπως, τελικά, και η τεχνολογία, αντί να διευρύνει τις δυνατότητες συμμετοχής, δημιουργεί καινούργια φίλτρα επιλογής; Τουτέστιν, αποκλεισμού; Έχουμε διερωτηθεί πώς οι ταχύτατα μεταβαλλόμενες ψηφιακές σκηνικές γλώσσες επηρεάζουν τις απαιτήσεις και μεθόδους της υποκριτικής, και εάν ναι, ποιοι μπορούν να ανταποκριθούν σε αυτές; Έχουμε σκεφτεί τι συμβαίνει άραγε με τους ηθοποιούς άνω των εξήντα, δηλαδή τους "μετανάστες της τεχνολογίας", των οποίων η εμπειρία δεν συνοδεύεται πάντοτε από εξοικείωση με τα νέα μέσα; Και, κυρίως, ποιος αποφασίζει ότι η εξοικείωση με αυτά αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη συνέχιση της καλλιτεχνικής τους διαδρομής; Δεν πρόκειται να υποστηρίξω ότι οι μεγαλύτεροι ηθοποιοί δυσκολεύονται εκ φύσεως να αφομοιώσουν τις νέες τεχνολογίες.
Μια τέτοια παραδοχή θα αναπαρήγαγε ακριβώς την προκατάληψη που οφείλουμε να εξετάσουμε.
Το ερώτημα είναι διαφορετικό: τους παρέχουμε τις ίδιες ευκαιρίες εκπαίδευσης, πειραματισμού και επαγγελματικής εξέλιξης που θεωρούμε αυτονόητες για τους νεότερους; Ή μήπως συγχέουμε την έλλειψη πρόσβασης με την έλλειψη ικανότητας; Πότε, άλλωστε, μια νέα δεξιότητα αποτελεί πραγματική καλλιτεχνική ανάγκη και πότε μετατρέπεται σε κριτήριο επαγγελματικού αποκλεισμού; Αν η ψηφιακή ευχέρεια γίνεται προϋπόθεση απασχόλησης, μήπως η ηλικία μετατρέπεται σε μειονέκτημα όχι εξαιτίας των πραγματικών δυνατοτήτων του ηθοποιού, αλλά εξαιτίας των προσδοκιών της αγοράς και των επιλογών των δημιουργών; Μήπως τότε πρέπει να διερωτηθούμε κατά πόσο δεν γερνούν μόνο οι ηθοποιοί, αλλά και τα συστήματα που αποφασίζουν ποιοι ηθοποιοί θεωρούνται σύγχρονοι και ποιοι "ξεπερασμένοι"; Εδώ ανακύπτει και ένα ζήτημα καλλιτεχνικής αξίας, που θα μπορούσε να διατυπωθεί κάπως έτσι: Μπορεί η τεχνολογική εξειδίκευση να υποκαταστήσει την υποκριτική εμπειρία, τη σκηνική παρουσία, τη γνώση του ρυθμού, την αίσθηση του θεατρικού χρόνου και την ικανότητα επικοινωνίας με τον θεατή; Όταν ένας ηθοποιός έχει αφιερώσει δεκαετίες στην τέχνη του, ποιος αποφασίζει αν η εμπειρία του παραμένει αξιοποιήσιμη σε μια νέα σκηνική γλώσσα; Και τι συμβαίνει όταν η τεχνολογική νεωτερικότητα αντιμετωπίζεται ως προσόν, ενώ η καλλιτεχνική ωριμότητα ως κόστος/τίμημα; Και εδώ θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι, για να μην έχουμε παρερμηνείες.
Η τεχνολογία δεν είναι (και δεν ηταν ποτέ) εχθρός του θεάτρου.
Ενίοτε "απειλή", συνήθως όταν πρωτοεμφανίζεται.
Ως εκεί.
Είναι κοινός τόπος το ότι η τεχνολογία μπορεί να ανοίξει νέους δρόμους έκφρασης, να αναδιαμορφώσει τη σχέση σώματος και εικόνας, να διευρύνει τις αφηγηματικές δυνατότητες και να επιτρέψει σε διαφορετικές γενιές καλλιτεχνών να συναντηθούν με τρόπους που προηγουμένως ήταν αδιανόητοι.
Το ζήτημα δεν είναι αν το θέατρο πρέπει να εξελιχθεί τεχνολογικά, αλλά με ποιους όρους εξελίσσεται και ποιοι έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν σε αυτή την εξέλιξη.
Ποιος αναλαμβάνει, επομένως, την ευθύνη της επιμόρφωσης; Ο ίδιος ο ηθοποιός, οι θεατρικοί οργανισμοί, οι σχολές, τα φεστιβάλ ή η πολιτιστική πολιτική; Είναι δίκαιο να απαιτούμε από τους καλλιτέχνες να προσαρμόζονται διαρκώς σε νέες τεχνολογίες, χωρίς να τους εξασφαλίζουμε τον χρόνο, τους πόρους και την υποστήριξη για να το κάνουν; Μπορεί να μιλάμε για ισότιμη πρόσβαση στην καλλιτεχνική δημιουργία όταν η δυνατότητα συμμετοχής εξαρτάται από την οικονομική δυνατότητα του καθενός να εκπαιδευτεί εκ νέου; Και υπάρχει μια ακόμη αντίφαση.
Το θέατρο μπορεί να μιλά για τη γήρανση, τη μνήμη, την απώλεια και τον θάνατο, χωρίς να προσφέρει ουσιαστικό χώρο στους μεγαλύτερους καλλιτέχνες; Μπορεί να αναπαριστά ψηφιακά το ηλικιωμένο σώμα, ενώ αποκλείει το πραγματικό σώμα που θα μπορούσε να φέρει στη σκηνή τη βιωμένη εμπειρία του, τις ρυτίδες του, το πάσχον σώμα του;. Μπορεί να αναγνωρίζει την ηλικία ως θέμα, αλλά όχι ως ενεργό δημιουργική δύναμη; Και σκέφτομαι: Όταν ένας μεγαλύτερος ηθοποιός εμφανίζεται στη σκηνή, του επιτρέπουμε να ενσαρκώσει το παρόν και το μέλλον ή τον περιορίζουμε στους ρόλους που θεωρούμε ότι αντιστοιχούν στην ηλικία του; Και όταν η τεχνολογία μπορεί να αναπαραστήσει σχεδόν τα πάντα, ποια είναι η θέση του ζωντανού ανθρώπου; Ποια η θέση του σώματος που φέρει τη φθορά, τις ρυτίδες, τη μνήμη και τον χρόνο; Ίσως εδώ να βρίσκεται η βαθύτερη πρόκληση.
Η τεχνολογία μπορεί να μεταμορφώσει τα μέσα της θεατρικής δημιουργίας, αλλά δεν εγγυάται από μόνη της ούτε την αισθητική τόλμη ούτε την κοινωνική πρόοδο.
Ένα θέατρο μπορεί να είναι πρωτοποριακό ως προς τις μηχανές που χρησιμοποιεί και συντηρητικό ως προς τους ανθρώπους που επιλέγει.
Μπορεί να επενδύει σε νέες μορφές και να αναπαράγει παλιές ιεραρχίες.
Μπορεί να διευρύνει το φάσμα των αναπαραστάσεών του, περιορίζοντας ταυτόχρονα το φάσμα των δημιουργών του.
Το πραγματικό μέτρο της καινοτομίας, επομένως, δεν είναι μόνο τι μπορεί να κάνει η τεχνολογία για το θέατρο, αλλά ποιους ανθρώπους μπορεί να βοηθήσει να παραμείνουν ενεργοί μέσα σε αυτό.
Αν η κοινωνία του μέλλοντος θα αποτελείται όλο και περισσότερο από μεγαλύτερους σε ηλικία ανθρώπους, γιατί το θέατρο του μέλλοντος να σχεδιάζεται σαν να μην τους χρειάζεται; Και αν η θεατρική τέχνη φιλοδοξεί να παραμένει ένας χώρος συνάντησης, αμφισβήτησης και ανανέωσης, μπορεί να αποκλείει εκείνους που έχουν συμβάλει στη διαμόρφωση της ιστορίας της; Η εκτίμησή μου λέει ότι το θέατρο του μέλλοντος δεν θα κριθεί μόνο από την τεχνολογική του ευρηματικότητα.
Θα κριθεί και από την ικανότητά του να δημιουργεί συνθήκες συμμετοχής, μάθησης και καλλιτεχνικής συνέχειας.
Από το αν θα αντιμετωπίζει την εκπαίδευση ως διαρκή διαδικασία και όχι ως προνόμιο όσων ξεκίνησαν εγκαίρως.
Από το αν θα αναγνωρίζει την εμπειρία όχι ως κατάλοιπο του παρελθόντος, αλλά ως ενεργό υλικό για τη δημιουργία του καινούργιου.
Έχει, λοιπόν, το θέατρο του μέλλοντος θέση για όλους; Η απάντηση δεν θα δοθεί από την τεχνολογία, αλλά από τις επιλογές του ίδιου του θεάτρου.
Γιατί το πραγματικό δίλημμα δεν είναι ανάμεσα στο παλιό και το νέο, ούτε ανάμεσα στον άνθρωπο και τη μηχανή.
Είναι ανάμεσα σε μια πρόοδο που διευρύνει τις δυνατότητες όλων και σε μια πρόοδο που απαιτεί από ορισμένους να αποδείξουν ξανά ότι εξακολουθούν να έχουν δικαίωμα συμμετοχής.
Το θέατρο δεν κινδυνεύει μόνο να αποκλείσει τους μεγαλύτερους ηθοποιούς.
Κινδυνεύει να υιοθετήσει μια αντίληψη προόδου σύμφωνα με την οποία ό,τι είναι νέο θεωρείται αυτομάτως αναγκαίο και ό,τι προϋπάρχει πρέπει διαρκώς να αποδεικνύει ότι αξίζει να υπάρχει.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική ερώτηση που οφείλουμε να θέσουμε σήμερα: όχι μόνο πόσα νέα πράγματα μπορεί να κάνει το θέατρο, αλλά πόσους ανθρώπους είναι διατεθειμένο να συμπεριλάβει στη δυνατότητά του να αλλάζει. ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ Να σημειωσω εν τάχει εδώ ότι πολλά από τα παραπάνω ερωτήματα δεν αφορούν μόνο τους ηθοποιούς, αλλά και τους σκηνοθέτες, οι οποίοι καλούνται επίσης να εξοικειώνονται διαρκώς με τις νέες τεχνολογίες και τις μεταβαλλόμενες σκηνικές γλώσσες, προκειμένου να συνομιλούν δημιουργικά με τις νεότερες γενιές.
Και εδώ, όμως, χρειάζεται προσοχή: η ανάγκη ανανέωσης δεν θα πρέπει να μετατρέπεται σε διαρκή υποχρέωση συμμόρφωσης προς καθετί καινούργιο ούτε να οδηγεί στην απαξίωση της εμπειρίας και της ήδη κατακτημένης καλλιτεχνικής γνώσης.
Το ζητούμενο δεν είναι να αρνηθούμε, από οποιαδήποτε θέση εκκινεί κάποιος, τις νέες μορφές έκφρασης, αλλά να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η συνάντηση του παλιού με το νέο να γίνεται μέσα από τον πειραματισμό και την ανταλλαγή, όχι μέσα από τον αποκλεισμό.
Άλλωστε, η επικοινωνία με τους νέους δεν εξασφαλίζεται αυτομάτως με τη χρήση της τεχνολογίας, όπως και η καλλιτεχνική ανανέωση δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο της νεότητας.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους