«Μπαμπά, άνοιξε... σε παρακαλώ, άνοιξε τώρα.» Ήταν λίγο μετά τις έντεκα το βράδυ όταν άκουσα το κουδούνι να χτυπάει σαν τρελό. Ο Στέλιος πετάχτηκε από τον καναπέ, κι εγώ τον ακολούθησα μέχρι την...
«Μπαμπά, άνοιξε... σε παρακαλώ, άνοιξε τώρα.» Ήταν λίγο μετά τις έντεκα το βράδυ όταν άκουσα το κουδούνι να χτυπάει σαν τρελό. Ο Στέλιος πετάχτηκε από τον καναπέ, κι εγώ τον ακολούθησα μέχρι την πόρτα με εκείνο το κακό προαίσθημα που σου σφίγγει το στομάχι πριν καν μάθεις τι συμβαίνει.
Μόλις άνοιξε, την είδα. Η Ιωάννα.
Η κόρη του από τον πρώτο του γάμο.
Με ένα παιδί από το χέρι, ένα μωρό μισοκοιμισμένο στην αγκαλιά, τα μαλλιά ανακατεμένα, το χείλος σκισμένο και το βλέμμα άδειο. «Μην με διώξετε», είπε μόνο.
Δεν θα πω ψέματα.
Το πρώτο πράγμα που ένιωσα δεν ήταν συμπόνια.
Ήταν παγωμάρα.
Και μετά θυμός.
Γιατί η Ιωάννα δεν με είχε δεχτεί ποτέ.
Ούτε όταν παντρεύτηκα τον πατέρα της, ούτε όταν προσπάθησα να της μιλήσω σαν άνθρωπος.
Για χρόνια με κοιτούσε σαν να είχα κλέψει τη θέση της μάνας της, λες και έφταιγα εγώ που ο γάμος των γονιών της είχε τελειώσει πριν καν γνωρίσω τον Στέλιο. «Πέρασε μέσα», είπε ο Στέλιος με φωνή που έτρεμε.
Έκανα στην άκρη χωρίς να μιλήσω.
Τα παιδιά μπήκαν πρώτα.
Το αγοράκι, ο Μανώλης, κρατούσε ένα σακίδιο τόσο σφιχτά που είχαν ασπρίσει τα δάχτυλά του.
Η μικρή, η Δάφνη, έκλαιγε σιγανά, με εκείνον τον πνιχτό λυγμό που κάνουν τα παιδιά όταν έχουν εξαντληθεί από τον φόβο.
Το σπίτι μας στα Πατήσια δεν ήταν μεγάλο.
Δύο υπνοδωμάτια, μια στενή κουζίνα, ένα σαλόνι που το χειμώνα μύριζε καλοριφέρ και ελληνικό καφέ.
Μέσα σε δέκα λεπτά, η τάξη του σπιτιού μου είχε διαλυθεί.
Κουβέρτες στον καναπέ, παιδικά παπούτσια στην είσοδο, ησυχία βαριά σαν πέτρα. «Τι έγινε;» τη ρώτησε ο Στέλιος. Η Ιωάννα έσκυψε το κεφάλι. «Με χτύπησε πάλι.
Μπροστά στα παιδιά αυτή τη φορά.» Ο Στέλιος έπιασε την καρέκλα της κουζίνας και κάθισε σαν να του κόπηκαν τα πόδια.
Εγώ έμεινα όρθια.
Δεν ήξερα πού να βάλω τα χέρια μου.
Δεν ήξερα τι να νιώσω χωρίς να ντραπώ γι’ αυτό.
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε κανείς. Η Ιωάννα έβαλε τα παιδιά να ξαπλώσουν στο σαλόνι. Ο Στέλιος περπατούσε πάνω κάτω με το κινητό στο χέρι, έτοιμος να πάρει την αστυνομία, δικηγόρο, όποιον έβρισκε.
Κι εγώ έπλενα ένα ποτήρι που ήταν ήδη καθαρό, μόνο και μόνο για να μην αναγκαστώ να την κοιτάξω.
Το πρωί άρχισαν τα δύσκολα. Η Δάφνη έχυσε γάλα στο τραπεζομάντιλο. Ο Μανώλης άνοιγε και έκλεινε τα ντουλάπια από νευρικότητα. Η Ιωάννα ήταν σκιά. Ο Στέλιος είχε γίνει όλος ενοχή, λες και έπρεπε τώρα να διορθώσει χρόνια απουσίας μέσα σε μια μέρα.
Κι εγώ; Εγώ ένιωθα ξένη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.
Δεν άντεξα και το είπα. «Πόσο θα μείνουν;» Ο Στέλιος γύρισε και με κοίταξε σαν να τον χαστούκισα. «Σοβαρά μιλάς τώρα, Ελένη;» «Ναι, σοβαρά μιλάω.
Δεν είπα να φύγουν.
Ρώτησα πόσο θα μείνουν.» Η Ιωάννα σηκώθηκε απότομα. «Το ήξερα.
Το ήξερα ότι δεν με θέλει εδώ.» «Δεν είναι αυτό—» πήγα να πω, αλλά με έκοψε. «Ποτέ δεν ήταν κάτι άλλο.
Πάντα με ανεχόσουν.
Για τον πατέρα μου.» Εκεί λύγισα κι εγώ. «Και εσύ τι έκανες; Με δέχτηκες ποτέ; Μου μίλησες ποτέ χωρίς ειρωνεία; Ό,τι κι αν έκανα, ήμουν η ξένη.
Η γυναίκα που σου χάλασε την εικόνα της οικογένειας.» Έπεσε σιωπή.
Από εκείνες τις βαριές, που ακούς μέχρι και το ψυγείο να βουίζει.
Και τότε ο Μανώλης είπε πολύ σιγά: 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους