[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

65 χρόνια… «Συνοικία το Όνειρο» «Μια ταινία ποιότητας δεν είναι έργο ενός ανθρώπου. Είναι αποτέλεσμα σωστής συνεργασίας και ταυτότητας ιδεολογικού “πιστεύω” όλων των βασικών παραγόντων που τη...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

65 χρόνια… «Συνοικία το Όνειρο» «Μια ταινία ποιότητας δεν είναι έργο ενός ανθρώπου.

Είναι αποτέλεσμα σωστής συνεργασίας και ταυτότητας ιδεολογικού “πιστεύω” όλων των βασικών παραγόντων που τη δημιουργούν». Τα λόγια αυτά ανήκουν στον Αλέκο Αλεξανδράκη και αφορούν το πρώτο και τελευταίο σκηνοθετικό του εγχείρημα, το νεορεαλιστικό φιλμ «Συνοικία το Όνειρο», που έκανε την πρώτη δημόσια προβολή του στις 16 Οκτωβρίου 1961, πριν από ακριβώς 65 χρόνια… μέσα από μια βαριά λογοκριμένη εκδοχή.

Σε μια φτωχογειτονιά της μεταπολεμικής Αθήνας, στον Ασύρματο, κάτω από τον λόφο του Φιλοπάππου και στη σκιά του ιερού βράχου της Ακρόπολης, οι κάτοικοι μόλις που καταφέρνουν να επιβιώσουν, ανάμεσα στα πλινθόκτιστα σπίτια και τις λάσπες.

Κι όμως, δεν παύουν να ονειρεύονται πως κάποτε θα καταφέρουν να ζήσουν με αξιοπρέπεια.

Σε αυτή την προσφυγική συνοικία, η φτώχεια, η ανέχεια και η καθημερινή βιοπάλη αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής των ανθρώπων της.

Κι όμως, αυτή ακριβώς η πλευρά της ελληνικής πραγματικότητας ήταν αρκετή για να χαρακτηριστεί η ταινία «επικίνδυνη». Η πολιτεία θεωρεί πως η ταινία προπαγανδίζει τον κομμουνισμό.

Το έργο περνά από σκληρή λογοκρισία και, παρά τα εμπόδια, εξασφαλίζει τελικά άδεια προβολής.

Η πρεμιέρα του, ωστόσο, στον κινηματογράφο «Ράδιο Σίτι» διακόπτεται βίαια από την αστυνομία, η οποία εισβάλλει στην αίθουσα και κατεβάζει την ταινία. Η Ελλάδα της φτώχειας, των παραγκουπόλεων και των ανθρώπων που παλεύουν καθημερινά για την επιβίωσή τους «δυσφημεί την εικόνα μιας ευημερούσας Ελλάδας στο εξωτερικό», σύμφωνα με τη λογική του μετεμφυλιακού κράτους.

Τελικά, η ταινία προβάλλεται λίγο αργότερα, αλλά η λογοκριμένη εκδοχή της απέχει τόσο πολύ από το αρχικό όραμα του δημιουργού της, ώστε ο ίδιος ο Αλεξανδράκης δεν την αναγνωρίζει ως την ταινία που είχε γυρίσει.

Την αποκατεστημένη κόπια, την ταινία όπως την ονειρεύτηκε και τη γύρισε ο Αλεξανδράκης, φτάνοντας μέχρι την οικονομική του καταστροφή, δεν θα έχουμε ποτέ την ευκαιρία να τη δούμε στην αρχική της μορφή.

Σύμφωνα με τις σχετικές μαρτυρίες, οι αρχές είχαν φροντίσει να καταστραφούν ακόμη και τα αρνητικά της.

Έτσι, ένα έργο που γεννήθηκε από την ανάγκη να αποτυπώσει μια αθέατη πλευρά της ελληνικής κοινωνίας έμελλε να πληρώσει ακριβά την ίδια του την ειλικρίνεια… Όσο για τους συντελεστές και τους ηθοποιούς, η συνάντησή τους υπήρξε μνημειώδης. Ο Αλέκος Αλεξανδράκης σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί, έχοντας στο πλευρό του την τότε σύζυγό του, Αλίκη Γεωργούλη, η οποία επωμίζεται με απαράμιλλο σθένος και το βάρος της παραγωγής.

Μια τολμηρή απόφαση, που φανερώνει πόσο βαθιά πίστευαν και οι δύο στο εγχείρημά τους.

Ο σπαραχτικός Μάνος Κατράκης, στον ρόλο του Νεκροφόρα, παραδίδει ένα πραγματικό σεμινάριο υποκριτικής, ενσαρκώνοντας έναν ηττημένο, αλλά περήφανο φτωχοδιάβολο.

Δίπλα του, η συγκλονιστική Σαπφώ Νοταρά και ο Αλέκος Πέτσος, με τις εξαιρετικές ερμηνείες τους στους δεύτερους ρόλους, αποτυπώνουν με ωμότητα αλλά και ανθρωπιά τη ζωή στο κοινωνικό περιθώριο.

Το αιχμηρό σενάριο υπογράφουν ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης και ο συγγραφέας Κώστας Κοτζιάς, ενώ τη μουσική συνθέτει ο Μίκης Θεοδωράκης.

Η φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση, μέσα από το εμβληματικό «Βρέχει στη φτωχογειτονιά», δίνει μουσική υπόσταση στη θλίψη, τη ματαίωση, αλλά και την αξιοπρέπεια των ανθρώπων της ταινίας.

Ένα τραγούδι που ξεπερνά τα όρια της κινηματογραφικής αφήγησης και γίνεται διαχρονική φωνή της φτωχολογιάς.

Η «Συνοικία το Όνειρο» υπήρξε το τόλμημα μιας ομάδας αριστερών καλλιτεχνών που, κόντρα στο ρεύμα της εποχής και τις διώξεις, θέλησαν να κινηματογραφήσουν το απόκληρο κομμάτι της Ελλάδας στο μετεμφυλιακό της φόντο.

Μας άφησαν μια πολύτιμη παρακαταθήκη, θυμίζοντάς μας πως οι ρίζες της συλλογικής μας μνήμης απλώνονται σε μια μεγάλη μάζα φτωχολογιάς, προσφυγιάς και μεροκαματιάρικης βιοπάλης: πως, σε πείσμα όσων θέλησαν να το κρύψουν, όλοι προερχόμαστε από συνοικίες χαμένων ονείρων.

Όπως ανέφερε η Αλίκη Γεωργούλη, χρόνια αργότερα, σε συνέντευξή της: «Μας έφεραν κοντά, πάνω απ’ όλα, τα κοινά ιδανικά μας, οι κοινοί στόχοι, η πίστη του ενός στον άλλον και πρωταρχικά η συναίσθηση πως έχουμε όλοι μας την υποχρέωση να προσφέρουμε κάτι ουσιαστικό στην ελληνική κινηματογραφία, ξεκόβοντας πια από τις ανούσιες υπηρεσίες που της προσφέραμε οι περισσότεροί από μας για πολλά χρόνια». Προκόπης Σαμαρτζής

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences