Δάσκαλός μας. Τον γνωρίσαμε όταν ήρθε στο Μουσικό Σχολείο Σερρών να μας κάνει ταμπουρά. Έκανε και μπουζούκι. Βλέμμα γλυκό. Χαμόγελο τόσο αληθινό που σε κέρδιζε για πάντα. Έτσι έγινε... Τα πρώτα μας...
Δάσκαλός μας. Τον γνωρίσαμε όταν ήρθε στο Μουσικό Σχολείο Σερρών να μας κάνει ταμπουρά.
Έκανε και μπουζούκι.
Βλέμμα γλυκό.
Χαμόγελο τόσο αληθινό που σε κέρδιζε για πάντα.
Έτσι έγινε... Τα πρώτα μας ξενύχτια έγιναν στο Μινόρε της Αυγής.
Εκεί γνωρίσαμε την λυκοπαρέα του. 3 γερόλυκοι! Μία κιθάρα, ένας μπαγλαμάς με ζεστή ψηλή φωνή και ο Βαγγέλης μας μπουζούκι.
Και τί μπουζούκι! Τί πένα! Τί ταχύτητα στα δάχτυλα! Τί απίστευτες ιδέες στην πορεία της μελωδίας.
Και όλα αυτά δεν συγκρίνονται και δεν έχουν κανένα νόημα μπροστά στο συναίσθημα που μας γέμιζε σκυφτός πάνω από το μπουζούκι του.
Πώς κατάφερνε ρε γαμώ το να είναι ταυτόχρονα τόσο μελαγχολικός και θλιμμένος και αμέσως να σου σκάει κείνο το χαμόγελό του γεμάτο ζεστασιά όταν τον χαιρετούσες; Η πρώτη φορά που μέθυσα.
Που ένιωσα ερωτευμένος.
Η πρώτη φορά που ξενύχτησα.
Και πηγαίναμε ξανά και ξανά! Απ' έξω το ξέραμε το πρόγραμμα.
Πότε θα πουν τον Καϊξή, πότε θα κάνει ταξίμι πριν τα παιδιά της γειτονιάς σου και πριν την Γιωργίτσα με τις υπέροχες δεύτερες! Πότε θα αφήσει ο Γιώργος τον μπαγλαμά στην άκρη και θα πιάσει το τουπερλέκι και θα ακούσουμε την Βασιλική.
Έγιναν εφηβικοί ήρωες και πρότυπο ήθος μουσικού! Αργότερα φοιτητής επέστρεφα συχνά τα Σάββατα.
Είχα βραδινό μάθημα.
Να ρουφήξω κάθε ακκόρντο κάθε μελωδική γραμμή.
Επέστρεφα στον Δάσκαλο.
Ανυπομονούσα να πάω να πάρω την συνηθισμένη καρέκλα και να κάτσω δίπλα του για λίγο όσο έπαιζε.
Να μάθω τα νέα του.
Να του πω τα δικά μου.
Πάλευε να κόψει το τσιγάρο και είχε γεμίσει την βάση του μικροφώνου του με αμέτρητα κομπολόγια.
Τελείωνε το τραγούδι και μου έλεγε κάτσε να πάρω μια τζούρα και έπιανε όποιο κομπολόι προέκυπτε και γω γελούσα.
Μη γελάς ρε μπαγλαμά είναι σοβαρά τα πράγματα μου έλεγε και γελούσε κι αυτός.
Μια μέρα με περίμενε και μου λέει αυτό το έβγαλα για χάρη σου και μου έπαιξε τον Αποσπερίτη που αγαπούσα πολύ.
Τον αγκάλιασα όσο έπαιζε και μου είπε μη νομίζεις θα με μπερδέψεις με την αγκαλιά.
Από έξω το έμαθα σου λέω.
Χθες η Κατερίνα μου πε ξαφνικά πέθανε ο Βαγγέλης.
Και αμέσως κατάλαβα.
Λες και το όνομα αυτό είναι μοναδικά συνδεδεμένο με αυτό το πρόσωπο κατάλαβα.
Και ακόμη δεν το πιστεύω.
Πήγα και του 'πα αντίο.
Και στα σκαλιά της εκκλησίας δύο γερόλυκοι χωρίς τον τρίτο κλαίγαν και λέγανε αντίο στον συνοδοιπόρο τους.
Και η καρδιά μάτωσε.
Όσο γράφω αυτές τις αράδες κλαίω.
Για σένα; Για τους δικούς σου; Για μένα; Όλα έγιναν ένα σε ένα ταξίμι ασταμάτητο που δεν θέλω να φέρει το τραγούδι.
Γιατί δεν θέλω να σταματήσεις να παίζεις.
Κλαίω για τις μνήμες μου.
Για τις στιγμές που μεγάλωνα και γω και οι συμμαθητές μου μέσα από τα τραγούδια, τους χορούς, τις πρώτες γουλιές ελευθερίας.
Κλαίω γιατί αυτό το γαμημένο το αντίο είναι δύσκολο να το πω. Πώς λες αντίο στις στιγμές; Είναι κομμάτι σου! Τις θυμάσαι και συνεχίζεις να βαδίζεις... Γεια σου Βαγγέλη μου... Βαγγέλης Διδασκάλου
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους