«Όχι, Ελένη, το τραπέζι δεν θα μπει εκεί. Θα το πας προς το μπαλκόνι, να χωρέσουμε όλοι. Και τα πιάτα αυτά όχι, είναι λίγα. Πού είναι το καλό σερβίτσιο;» Γύρισα και την κοίταξα με την πετσέτα ακόμα...
«Όχι, Ελένη, το τραπέζι δεν θα μπει εκεί. Θα το πας προς το μπαλκόνι, να χωρέσουμε όλοι.
Και τα πιάτα αυτά όχι, είναι λίγα.
Πού είναι το καλό σερβίτσιο;» Γύρισα και την κοίταξα με την πετσέτα ακόμα στο χέρι.
Ήταν στο σαλόνι μου, με την τσάντα της στον καναπέ, τα κλειδιά της πάνω στον πάγκο και εκείνο το ύφος που με έκανε πάντα να νιώθω πως στο ίδιο μου το σπίτι ήμουν φιλοξενούμενη. «Κυρία Μαρία, σας είπα, θα το κάνω όπως το έχουμε κανονίσει εγώ και ο Νίκος.» Σήκωσε το φρύδι. «Εγώ για το καλό σας μιλάω.
Εσύ είσαι νέα ακόμα, δεν ξέρεις από τραπέζια.
Στη δική μας οικογένεια αυτά γίνονται αλλιώς.» Στη δική μας οικογένεια.
Αυτή η φράση.
Σαν να μην ήμουν εγώ οικογένεια.
Σαν να ήμουν ένα πρόσθετο, κάτι προσωρινό.
Το πασχαλινό τραπέζι το είχαμε κανονίσει δυο εβδομάδες.
Εγώ ψώνια, εγώ καθαριότητα, εγώ πρόγραμμα, εγώ να συνεννοούμαι με όλους για ώρες και μέρες. Ο Νίκος, όπως πάντα, στη μέση.
Να μη στεναχωρηθεί η μάνα του, να μη θυμώσω εγώ, να περάσουμε «ήρεμα». Μόνο που αυτή η ηρεμία χτιζόταν πάντα πάνω στη δική μου σιωπή.
Η αλήθεια είναι πως δεν άρχισε εκείνη τη μέρα.
Άρχισε από τότε που παντρευτήκαμε και η κυρία Μαρία είχε άποψη για όλα.
Για τις κουρτίνες που διάλεξα.
Για το ότι δουλεύω πολλές ώρες.
Για το ότι παραγγέλνουμε καμιά φορά απ’ έξω «αντί να μαγειρεύει μια γυναίκα σωστά». Για το πότε θα κάνουμε παιδί.
Για το πώς διπλώνω τις πετσέτες.
Ναι, μέχρι κι αυτό.
Μια φορά είχε έρθει σπίτι μας όσο έλειπα και είχε αλλάξει θέση στα ντουλάπια της κουζίνας «για να είναι πιο πρακτικά». Γύρισα κουρασμένη από τη δουλειά και δεν έβρισκα ούτε το αλάτι. Ο Νίκος μου είπε χαμηλόφωνα: «Μην το κάνεις θέμα τώρα». Αυτό το «τώρα» κρατούσε τρία χρόνια.
Εκείνο το απόγευμα, όμως, κάτι έσπασε μέσα μου.
Η κυρία Μαρία άνοιξε το ψυγείο, έβγαλε τη σαλάτα που είχα ετοιμάσει και είπε: «Αυτά δεν σερβίρονται έτσι.
Θα ρεζιλευτούμε.
Και το αρνί ποιος στο είπε να το πάρεις από εκεί; Ο αδερφός του Στέλιου φέρνει καλύτερα.» Πήρα μια ανάσα.
Μετά άλλη μία.
Τα χέρια μου έτρεμαν τόσο που ακούμπησα στον πάγκο. «Φτάνει.» Με κοίταξε σαν να μην άκουσε καλά. «Τι είπες;» «Είπα φτάνει.
Δεν αντέχω άλλο να μπαίνετε εδώ και να ακυρώνετε τα πάντα.
Το σπίτι αυτό είναι δικό μας.
Το τραπέζι αυτό το οργανώνω εγώ.
Αν δεν σας αρέσει, δεν χρειάζεται να έρθετε.» Ακούστηκε το κλειδί στην πόρτα.
Μπήκε ο Νίκος και πάγωσε. «Τι έγινε πάλι;» είπε, κι αυτό το “πάλι” με αποτελείωσε.
Η μητέρα του άρχισε αμέσως. «Ρώτα τη γυναίκα σου πώς μου μιλάει.
Πήγα να βοηθήσω και με διώχνει.
Εγώ που μόνο καλό θέλω.» Γύρισα στον Νίκο. «Πες κάτι.
Μία φορά.
Όχι μετά, όχι όταν φύγει. Τώρα.» Έμεινε σιωπηλός.
Κοίταζε εμένα, μετά εκείνη.
Έτριβε τα δάχτυλά του, όπως κάνει όταν στριμώχνεται.
Τον ήξερα.
Θα προσπαθούσε να τα μπαλώσει.
Να πει να ηρεμήσουμε.
Να περάσει κι αυτό.
Και τότε, πριν προλάβει, έβγαλα την ποδιά και την άφησα πάνω στο τραπέζι. «Το τραπέζι ακυρώνεται.» «Μη λες βλακείες», είπε η πεθερά μου απότομα. «Καθόλου βλακείες.
Δεν θα έρθει κανείς.
Δεν θα κάνω εγώ γιορτή μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα, για να μετράτε αν έβαλα σωστά τα πιρούνια και αν το τσουρέκι είναι αρκετά αφράτο.» Ο Νίκος με κοίταξε σαν να μην με αναγνώριζε. 📚 👇👇👇 📚
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους