Ο ΕΝΝΙΑΧΡΟΝΟΣ ΓΙΟΣ ΜΟΥ ΕΙΧΕ ΜΑΖΕΨΕΙ 240 ΕΥΡΩ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΕΙ ΕΝΑΝ ΣΚΥΛΟ. ΟΤΑΝ ΟΜΩΣ ΕΚΑΝΕ ΜΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΡΩΤΗΣΗ, ΟΛΟΙ ΣΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΕΜΕΙΝΑΝ ΑΦΩΝΟΙ. «Πενήντα ευρώ γι' αυτόν», είπε ο γιος μου, σπρώχνοντας τα...
Ο ΕΝΝΙΑΧΡΟΝΟΣ ΓΙΟΣ ΜΟΥ ΕΙΧΕ ΜΑΖΕΨΕΙ 240 ΕΥΡΩ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΕΙ ΕΝΑΝ ΣΚΥΛΟ. ΟΤΑΝ ΟΜΩΣ ΕΚΑΝΕ ΜΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΡΩΤΗΣΗ, ΟΛΟΙ ΣΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΕΜΕΙΝΑΝ ΑΦΩΝΟΙ. «Πενήντα ευρώ γι' αυτόν», είπε ο γιος μου, σπρώχνοντας τα τσαλακωμένα χαρτονομίσματα πάνω στον πάγκο. «Αλλά δεν θέλω να τον πάρουμε σπίτι.» Η γυναίκα πίσω από το γραφείο σταμάτησε να γράφει.
Στην αρχή νόμιζα πως δεν είχα ακούσει καλά.
Ο εννιάχρονος Νικόλας είχε ήδη διαλέξει τον σκύλο του.
Ένα νεαρό καφετί ημίαιμο, με τεράστια αυτιά, που πριν από λίγα λεπτά του έγλειφε τα δάχτυλα μέσα από τα κάγκελα.
Μέναμε σε ένα διαμέρισμα λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη.
Ένας σκύλος ήταν ήδη μεγάλη ευθύνη.
Δύο αποκλείονταν.
Ετοιμαζόμουν λοιπόν να πω εκείνη τη γνωστή φράση που κάθε μάνα έχει πει τουλάχιστον μία φορά. «Αγάπη μου, είπαμε έναν.» Αλλά ο Νικόλας κοίταξε την υπεύθυνη του καταφυγίου και συνέχισε: «Θέλω μόνο να πληρώσω γι' αυτόν.
Έτσι, ο επόμενος που θα έρθει θα μπορεί να τον υιοθετήσει χωρίς να πληρώσει.» Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως επί δύο χρόνια δεν είχα καταλάβει πραγματικά γιατί ο γιος μου μάζευε χρήματα.
Με λένε Κατερίνα.
Και για να καταλάβετε τι έγινε εκείνο το Σάββατο, πρέπει να σας μιλήσω για ένα παλιό βάζο μαρμελάδας. Ο Νικόλας ήταν επτά χρονών όταν μου ανακοίνωσε πως ήθελε σκύλο.
Δεν άρχισε να με παρακαλάει.
Δεν υποσχέθηκε πως θα έκανε τα πάντα μόνος του, όπως κάνουν συνήθως τα παιδιά.
Ήρθε στην κουζίνα κρατώντας ένα χαρτί.
Είχε γράψει με μεγάλα, στραβά γράμματα: ΠΡΩΙΝΗ ΒΟΛΤΑ ΒΡΑΔΙΝΗ ΒΟΛΤΑ ΝΕΡΟ ΦΑΓΗΤΟ ΒΟΥΡΤΣΙΣΜΑ ΚΤΗΝΙΑΤΡΟΣ Δίπλα σε κάθε γραμμή είχε ζωγραφίσει ένα τετραγωνάκι για να σημειώνει όσα έκανε. «Θέλω σκύλο, μαμά.
Αλλά θέλω να τον φροντίζω σωστά.» Χαμογέλασα. Ο Νικόλας είχε πάντα έναν παράξενα σοβαρό τρόπο να μιλάει για την ηλικία του.
Έτσι, χρησιμοποίησα ένα κόλπο που πίστευα πως θα με γλίτωνε. «Ξέρεις πόσα χρήματα χρειάζεται ένας σκύλος;» «Πόσα;» Πρώτο λάθος.
Με τον Νικόλα, κάθε απάντηση έφερνε άλλες τρεις ερωτήσεις.
Του εξήγησα για την υιοθεσία, τις τροφές, τα εμβόλια, τον κτηνίατρο και τα απρόοπτα.
Και στο τέλος του είπα: «Αν το θέλεις τόσο πολύ, άρχισε να μαζεύεις χρήματα.» Εγώ εννοούσα πως σε μερικούς μήνες θα το είχε ξεχάσει.
Εκείνος κατάλαβε πως μόλις είχαμε συμφωνήσει.
Το ίδιο βράδυ άδειασε ένα μεγάλο βάζο μαρμελάδας.
Έβγαλε την ετικέτα και κόλλησε ένα χαρτί που έγραφε: ΣΚΥΛΟΣ. Κάθε Κυριακή έπαιρνε πέντε ευρώ χαρτζιλίκι.
Κατευθείαν στο βάζο.
Στα γενέθλιά του οι παππούδες τού έδωσαν χρήματα.
Στο βάζο.
Μια μέρα βρήκε ένα δεκάευρο στην τσέπη ενός παλιού μπουφάν.
Με ρώτησε αν ήταν δικό του.
Όταν του είπα πως μάλλον ήταν, το έβαλε κι αυτό στο βάζο.
Στο σούπερ μάρκετ κοιτούσε καμιά φορά τις σοκολάτες και τα παιχνιδάκια δίπλα στο ταμείο.
Ύστερα έπιανε την τσέπη με τα κέρματά του και συνέχιζε τον δρόμο του. «Δεν θέλεις τίποτα;» τον ρωτούσα. «Θέλω.» «Τότε πάρε κάτι.» «Όχι.
Το βάζο.» Άρχισε μάλιστα να βοηθάει μια ηλικιωμένη γειτόνισσα.
Της κατέβαζε τις σακούλες, σκούπιζε το μπαλκόνι, πήγαινε τα χαρτόκουτα στην ανακύκλωση.
Εκείνη του έδινε πού και πού δύο ή τρία ευρώ.
Όλα στο βάζο.
Αλλά υπήρχε και κάτι άλλο. Ο Νικόλας έκανε συνέχεια ερωτήσεις για τα σκυλιά.
Στην αρχή ρωτούσε πόσες βόλτες χρειάζονται και ποια μπορούν να ζήσουν σε διαμέρισμα.
Μετά άρχισε να ρωτάει γιατί κάποια σκυλιά φοβούνται τους ανθρώπους.
Γιατί τα εγκαταλείπουν.
Γιατί μερικά μένουν τόσο καιρό στα καταφύγια.
Και ένα βράδυ με ρώτησε: «Μαμά, τι γίνεται με τα σκυλιά που δεν διαλέγει κανείς;» Του εξήγησα πως κάποια περιμένουν μήνες, καμιά φορά και περισσότερο. «Και τα γέρικα;» «Συνήθως αυτά περιμένουν περισσότερο.» «Γιατί;» «Επειδή πολλοί προτιμούν ένα κουτάβι.
Θέλουν να έχουν περισσότερα χρόνια μαζί του.» Ο Νικόλας έμεινε σιωπηλός.
Ύστερα είπε κάτι που δεν ξέχασα ποτέ. «Ναι, αλλά ο γέρικος σκύλος δεν ξέρει πως οι άνθρωποι τον θεωρούν πολύ μεγάλο.» Δεν βρήκα τι να απαντήσω.
Από τότε, όταν κοιτούσαμε φωτογραφίες ζώων προς υιοθεσία, εκείνος σταματούσε περισσότερο στους ηλικιωμένους σκύλους.
Σε όσους είχαν άσπρες μουσούδες.
Σε όσους έμοιαζαν φοβισμένοι.
Σε όσους κανείς δεν πρόσεχε.
Κάποτε με ρώτησε: «Λες να ξέρουν πόσο καιρό περιμένουν;» «Δεν νομίζω πως μετράνε τις μέρες όπως εμείς.» «Μπορεί να μη μετράνε τις μέρες.
Αλλά ξέρουν πότε δεν έρχεται κανείς.» Την εβδομάδα που έκλεισε τα εννιά, έφερε το βάζο στο τραπέζι της κουζίνας.
Είχε μετρήσει τα χρήματα πολλές φορές. 240 ευρώ.
Κέρματα, πεντάευρα, δεκάευρα και δύο εικοσάρικα από τα γενέθλιά του. «Είμαι έτοιμος», μου είπε.
Το επόμενο Σάββατο πήγαμε σε ένα φιλοζωικό καταφύγιο περίπου μισή ώρα από το σπίτι.
Η υπεύθυνη λεγόταν Μαρία.
Ήταν γύρω στα πενήντα και δούλευε εκεί σχεδόν είκοσι χρόνια.
Μας εξήγησε τις διαδικασίες και τις ευθύνες της υιοθεσίας.
Εκείνη την περίοδο, στο πλαίσιο μιας δράσης του καταφυγίου, η συνεισφορά υιοθεσίας για ορισμένους σκύλους ήταν πενήντα ευρώ. Ο Νικόλας κοίταξε αμέσως το σακουλάκι με τα χρήματά του.
Είδα το πρόσωπό του να αλλάζει.
Υπολόγιζε κάτι.
Περπατήσαμε ανάμεσα στα κλουβιά.
Υπήρχαν γαβγίσματα, ουρές που χτυπούσαν στα κάγκελα και σκυλιά που πηδούσαν για να μας πλησιάσουν. Ο Νικόλας σταματούσε μπροστά σε κάθε χώρο.
Μιλούσε χαμηλόφωνα στα ζώα.
Δεν βιαζόταν.
Μέχρι που ένα καφετί σκυλάκι με το ένα αυτί όρθιο και το άλλο διπλωμένο πλησίασε.
Ακούμπησε τα μπροστινά του πόδια στα κάγκελα. Ο Νικόλας άπλωσε τα δάχτυλά του.
Το σκυλάκι τα έγλειψε. «Αυτόν, μαμά.» «Είσαι σίγουρος;» «Ναι.» Πίσω στην υποδοχή, μέτρησε πενήντα ευρώ και τα έδωσε στη Μαρία.
Του απέμεναν 190.
Κι εκεί που εκείνη ετοίμαζε τα χαρτιά, ο γιος μου έκανε μια ερώτηση. «Ποιος σκύλος είναι εδώ περισσότερο καιρό;» Η Μαρία σήκωσε το κεφάλι. «Τι εννοείς;» «Αυτός που δεν τον διαλέγει κανείς.» Η γυναίκα άφησε το στυλό. «Μάλλον ο Καίσαρας.» «Μπορώ να τον δω;» Μας οδήγησε στο πιο ήσυχο μέρος του καταφυγίου.
Εκεί, πάνω σε ένα υπερυψωμένο κρεβατάκι, ήταν ξαπλωμένος ένας ηλικιωμένος σκύλος με γκριζομπέζ τρίχωμα.
Είχε σχεδόν άσπρη μουσούδα και μια παλιά ουλή πάνω από το μάτι.
Όταν πλησιάσαμε, σήκωσε το κεφάλι.
Δεν πετάχτηκε όρθιος.
Δεν έτρεξε στα κάγκελα.
Η ουρά του χτύπησε απαλά το κρεβατάκι δύο φορές. «Πόσο χρονών είναι;» ρώτησε ο Νικόλας. «Περίπου δέκα.» «Και πόσο καιρό είναι εδώ;» «Σχεδόν δεκατέσσερις μήνες.» «Γιατί;» Η Μαρία πήρε μια ανάσα. «Ο άνθρωπός του πέθανε.
Οι συγγενείς δεν μπορούσαν να τον κρατήσουν.
Είναι πολύ καλός σκύλος, αλλά οι περισσότεροι ζητούν κάποιον νεότερο.» Ο Νικόλας τον κοίταξε για πολλή ώρα.
Ύστερα ρώτησε: «Πόσο κοστίζει να τον υιοθετήσει κάποιος;» «Πενήντα ευρώ κι αυτός.
Αλλά για τα ηλικιωμένα σκυλιά μπορούμε μερικές φορές να...» «Θέλω να πληρώσω.» Γύρισα αμέσως προς το μέρος του. «Νικόλα...» «Δεν θέλω να τον πάρουμε σπίτι, μαμά.» Κοίταξε τη Μαρία. «Θέλω να πληρώσω τα πενήντα ευρώ για τον Καίσαρα.
Έτσι, όταν έρθει κάποιος να τον πάρει, δεν θα χρειαστεί να πληρώσει.» Η Μαρία έμεινε ακίνητη. «Θέλεις να χαρίσεις τα έξοδα υιοθεσίας του;» «Ναι.» «Σε κάποιον που δεν γνωρίζεις;» «Ναι.» «Μπορεί να μη μάθεις ποτέ ποιος θα τον πάρει.» Ο Νικόλας ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν πειράζει.» Ύστερα κοίταξε ξανά τον Καίσαρα. «Ίσως αν δεν χρειάζεται να πληρώσουν γι' αυτόν, κάποιος να σταματήσει να τον κοιτάξει.» Δεν ήξερα τι να πω. Αλλά εκείνη δεν ήταν η τελευταία έκπληξη που μας περίμενε στο καταφύγιο.
Η ιστορία όμως δεν τελειώνει εδώ… Τι συνέβη στη συνέχεια; Διαβάστε την υπόλοιπη ιστορία στο πρώτο σχόλιο παρακάτω.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους