[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Υπάρχουν πόνοι, που δεν τους βλέπει κανείς. Δεν αφήνουν, σημάδια στο σώμα, δεν χρειάζονται επιδέσμους, δεν θεραπεύονται με φάρμακα. Κρύβονται πίσω, από ένα χαμόγελο, μέσα σε μια σιωπή, σε μια...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Υπάρχουν πόνοι, που δεν τους βλέπει κανείς. Δεν αφήνουν, σημάδια στο σώμα, δεν χρειάζονται επιδέσμους, δεν θεραπεύονται με φάρμακα.

Κρύβονται πίσω, από ένα χαμόγελο, μέσα σε μια σιωπή, σε μια προσευχή, που βγαίνει με δυσκολία από τα χείλη.

Αυτή είναι, η ιστορία μιας γυναίκας, που έμαθε να πονά, χωρίς να κατηγορεί τον Θεό.

Είχε αγαπήσει, έναν άνθρωπο, με όλη της την ψυχή.

Στάθηκε δίπλα του, στις δυσκολίες, τον κράτησε, όταν όλα γύρω του κατέρρεαν, του έδωσε κουράγιο, όταν ο ίδιος δεν πίστευε, πια στον εαυτό του.

Κι όταν εκείνος, στάθηκε ξανά στα πόδια του, έφυγε.

Χωρίς εξηγήσεις.

Χωρίς ένα ευχαριστώ.

Χωρίς, να κοιτάξει πίσω του.

Η γυναίκα έμεινε μόνη, με ένα σπίτι γεμάτο αναμνήσεις, και μια καρδιά, που δεν ήξερε, πού να ακουμπήσει τον πόνο της.

Για μήνες, δεν μιλούσε σε κανέναν, γι’ αυτό που περνούσε.

Μόνο κάθε βράδυ, άναβε ένα κερί, μπροστά στην εικόνα της Παναγίας.

Μια ηλικιωμένη γειτόνισσα, την έβλεπε συχνά στην εκκλησία, και κάποτε τη ρώτησε: Παιδί μου, για ποιον προσεύχεσαι κάθε βράδυ; Εκείνη, χαμήλωσε το βλέμμα.

Για έναν άνθρωπο, που με πλήγωσε πολύ.

Η γυναίκα απόρησε.

Και γιατί, δεν ζητάς από τον Θεό, να του δώσει να καταλάβει, τι σου έκανε; Τα μάτια της, γέμισαν δάκρυα.

Γιατί, αν αρχίσω να ζητώ, να πονέσει κι εκείνος, όπως πόνεσα εγώ, φοβάμαι, πως θα χάσω, και το τελευταίο κομμάτι της ψυχής μου, που έμεινε καθαρό.

Πέρασαν χρόνια.

Ένα χειμωνιάτικο απόγευμα, ένας άντρας μπήκε στην εκκλησία.

Ήταν κουρασμένος, γερασμένος, με μάτια που έμοιαζαν, να έχουν δει περισσότερες νύχτες, απ’ όσες άντεχε ένας άνθρωπος.

Ήταν εκείνος.

Είχε χάσει πολλά.

Την υγεία του, τους ανθρώπους, που θεωρούσε δεδομένους, την ηρεμία του.

Και τώρα, μπροστά στην πόρτα του ναού, στεκόταν σαν κάποιος, που δεν ήξερε, αν είχε ακόμη το δικαίωμα, να ζητήσει συγχώρεση.

Την είδε, να ανάβει ένα κερί.

Πλησίασε, διστακτικά.

Με θυμάσαι; την ρώτησε.

Εκείνη, γύρισε.

Για μια στιγμή, ο χρόνος σταμάτησε.

Όλος ο πόνος, που είχε θάψει μέσα της, σηκώθηκε σαν κύμα.

Θυμήθηκε τις νύχτες, που έκλαιγε, τις γιορτές, που πέρασαν μόνη, τα λόγια, που δεν ειπώθηκαν ποτέ.

Θα μπορούσε, να φύγει.

Θα μπορούσε, να του πει, όλα όσα κρατούσε μέσα της.

Αντί γι’ αυτό, τον κοίταξε και είπε: Σε θυμάμαι.

Δεν ξέρω, αν θυμάσαι εσύ, πόσο σε είχα αγαπήσει.

Ο άντρας λύγισε.

Δεν ήρθα, να ζητήσω, να με αγαπήσεις ξανά.

Ήρθα, γιατί έμαθα, πως όλα αυτά τα χρόνια, προσευχόσουν για μένα.

Και δεν μπορώ, να καταλάβω γιατί.

Εκείνη, άφησε το κερί, στη θέση του.

Δεν προσευχόμουν, για να γυρίσεις.

Ούτε για να αλλάξει το παρελθόν.

Προσευχόμουν, για να μη γίνει, η καρδιά μου, ίδια με τον πόνο, που μου προκάλεσες.

Ο άντρας, έκρυψε το πρόσωπό του, στα χέρια του και έκλαψε.

Και τότε συνέβη κάτι, που δεν περίμενε κανείς.

Η γυναίκα, δεν τον αγκάλιασε, για να σβήσει το παρελθόν.

Δεν του υποσχέθηκε, πως όλα θα γίνονταν, όπως πριν.

Δεν προσποιήθηκε, πως δεν είχε πληγωθεί.

Μόνο, κάθισε λίγο πιο πέρα, δίνοντάς του χώρο να κλάψει.

Γιατί είχε καταλάβει κάτι, που της πήρε χρόνια να μάθει.

Η συγχώρεση, δεν σημαίνει πως αυτό, που σου έκαναν, έπαψε να πονά.

Σημαίνει, πως δεν θέλεις, πια ο πόνος να αποφασίζει, ποιος θα γίνεις.

Πριν φύγει, ο άντρας τη ρώτησε: Πιστεύεις πως ο Θεός, μπορεί να με συγχωρέσει; Εκείνη, κοίταξε την εικόνα του Χριστού.

Αν ήξερες, πόσο καιρό περιμένει ο Θεός, έναν άνθρωπο, να γυρίσει κοντά Του, δεν θα φοβόσουν, να κάνεις ούτε το πρώτο βήμα.

Εκείνο το βράδυ, για πρώτη φορά, ύστερα από πολλά χρόνια, η γυναίκα επέστρεψε στο σπίτι της, και δεν έκλαψε.

Όχι επειδή ξέχασε.

Αλλά επειδή, επιτέλους, δεν χρειαζόταν πια να κουβαλά μόνη της, την ανάγκη να αποδοθεί δικαιοσύνη.

Κι εκεί, στη σιωπή του δωματίου της, ψιθύρισε: Παναγία μου, σ’ ευχαριστώ.

Δεν μου επέστρεψες όσα έχασα.

Μου έμαθες, όμως, να μη χάσω κι εμένα.

Μερικές φορές, το μεγαλύτερο θαύμα, δεν είναι να επιστρέψει στη ζωή σου, εκείνος που έφυγε.

Είναι να επιστρέψει η ειρήνη στην ψυχή σου, ακόμη κι αν εκείνος δεν επιστρέψει ποτέ. Πηγη: Εκ της συντακτικής ομάδας του : Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου Κολωνού π. Αθανάσιος.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences