«Μάζεψέ τα μέχρι το απόγευμα, Σοφία. Μην το κάνεις πιο δύσκολο απ’ όσο είναι.» Το είπε ήρεμα. Αυτό ήταν το χειρότερο. Η αδερφή μου, η Νάντια, στεκόταν στην πόρτα του σπιτιού της μάνας μας με...
«Μάζεψέ τα μέχρι το απόγευμα, Σοφία. Μην το κάνεις πιο δύσκολο απ’ όσο είναι.» Το είπε ήρεμα.
Αυτό ήταν το χειρότερο.
Η αδερφή μου, η Νάντια, στεκόταν στην πόρτα του σπιτιού της μάνας μας με σταυρωμένα χέρια, λες και μιλούσε σε ξένη.
Εγώ κρατούσα ακόμα το νυχτικό της μάνας μου, αυτό με τα μικρά μπλε λουλουδάκια, και δεν μπορούσα ούτε να το αφήσω κάτω.
Η μυρωδιά της ήταν ακόμα πάνω του.
Δυο βδομάδες είχε πεθάνει μόνο.
Δυο βδομάδες. «Με πετάς έξω από το σπίτι μας;» κατάφερα να πω. «Το σπίτι είναι δικό μου.
Υπάρχουν χαρτιά.
Μην αρχίσουμε πάλι.» Εκείνη τη στιγμή ένιωσα σαν να μου κόπηκαν τα γόνατα.
Γιατί ήξερα πολύ καλά ποια “χαρτιά” εννοούσε.
Τα χαρτιά που υπέγραψε η μάνα μου όταν πια μπέρδευε το πρωί με το βράδυ, όταν με έλεγε καμιά φορά “Ελένη”, που ήταν η δική της μάνα, όταν ρωτούσε πού είναι ο πατέρας μας ενώ είχε πεθάνει δεκατρία χρόνια πριν.
Εγώ ήμουν εκεί σε όλα.
Στα πάντα.
Πέντε χρόνια έζησα μέσα σε εκείνο το σπίτι σαν νοσοκόμα, μαγείρισσα, καθαρίστρια, οδηγός, και κόρη μαζί.
Ξυπνούσα μέσα στη νύχτα γιατί άκουγα τη μάνα μου να ψάχνει να βγει στο μπαλκόνι με το νυχτικό.
Την έπλενα όταν ντρεπόταν και έκλαιγε.
Την πήγαινα στο ΙΚΑ, σε νευρολόγους, σε καρδιολόγους, για εξετάσεις, για συνταγές, για φυσικοθεραπείες που ποτέ δεν βοήθησαν όσο ελπίζαμε.
Άφησα τη δουλειά μου σε ένα λογιστικό γραφείο γιατί δεν γινόταν αλλιώς.
Στην αρχή έλεγα “για λίγο θα είναι”. Το λίγο έγινε χρόνια. Η Νάντια ερχόταν Κυριακές.
Όχι όλες.
Έφερνε κανένα γλυκό από το ζαχαροπλαστείο, καθόταν είκοσι λεπτά και μετά έλεγε ότι έχει δικαστήριο τη Δευτέρα, πελάτες, υποχρεώσεις, ζωή.
Πάντα είχε μια καλή δικαιολογία.
Και η μάνα μου, ακόμα και τότε, τη χάζευε σαν να έμπαινε στο σπίτι υπουργός. «Η Νάντια ξέρει, παιδί μου.
Είναι μορφωμένη», μου έλεγε.
Εγώ χαμογελούσα και έσφιγγα τα δόντια.
Εγώ ήμουν αυτή που της έτριβα την πλάτη όταν πονούσε.
Αλλά εντάξει. Η Νάντια ήταν η πετυχημένη.
Το κατάλαβα αργά.
Πολύ αργά.
Μια μέρα βρήκα τυχαία σε ένα συρτάρι ένα αντίγραφο από συμβολαιογραφική πράξη.
Το σπίτι είχε περάσει στο όνομα της Νάντιας.
Δωρεά εν ζωή.
Η ημερομηνία ήταν από εκείνη την περίοδο που η μάνα μου δεν θυμόταν αν είχε φάει και ζητούσε τρεις φορές μεσημεριανό.
Της τηλεφώνησα τρέμοντας. «Τι είναι αυτό;» της είπα.
Σιωπή για δύο δευτερόλεπτα. «Η μάνα το αποφάσισε μόνη της.» «Μόνη της; Δεν ήξερε καν τι μέρα είναι!» «Πρόσεχε πώς μιλάς.
Υπάρχει γιατρός, υπάρχει συμβολαιογράφος, όλα νόμιμα.» Νόμιμα.
Αυτή η λέξη με κατέστρεψε.
Έβαλα δικηγόρο, όσο μπορούσα.
Δανείστηκα από φίλη, πούλησα κάτι χρυσαφικά που μου είχε αφήσει η νονά μου, έτρεχα σε δικαστήρια και υπηρεσίες ενώ συνέχιζα να φροντίζω τη μάνα μου.
Κι εκεί άρχισε η πραγματική κόλαση. Η Νάντια άρχισε να λέει σε συγγενείς ότι θέλω να της φάω την περιουσία.
Ότι εγώ επηρέαζα τη μάνα.
Ότι επειδή έμενα στο σπίτι, είχα συμφέρον.
Η θεία Κατίνα με πήρε τηλέφωνο και μου είπε σχεδόν ψιθυριστά: «Σοφία, δεν είναι ωραία αυτά μεταξύ αδερφών...» 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους