[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

«Η μητέρα σου είναι καλά;» με ρώτησε η Μαρία στο διάλειμμα, κρατώντας πλαστικό ποτήρι με καφέ και κοιτώντας με λίγο περίεργα. «Ναι, γιατί;» είπα σχεδόν αυτόματα, χωρίς καν να σηκώσω καλά το κεφάλι...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Η μητέρα σου είναι καλά;» με ρώτησε η Μαρία στο διάλειμμα, κρατώντας πλαστικό ποτήρι με καφέ και κοιτώντας με λίγο περίεργα. «Ναι, γιατί;» είπα σχεδόν αυτόματα, χωρίς καν να σηκώσω καλά το κεφάλι από το κινητό.

Δίστασε. «Την είδα προχθές στη λαϊκή, στην Καλλιθέα.

Δεν θέλω να μπλέκομαι, αλλά… την είδα να αφήνει πίσω πράγματα στο ταμείο.

Έλεγε “άστο, παιδάκι μου, δεν βγαίνει”. Και μετά καθόταν μόνη της στο παγκάκι.» Ένιωσα σαν να μου τράβηξαν το πάτωμα.

Η μάνα μου. Η Ελένη.

Που σε κάθε τηλέφωνο έλεγε το ίδιο τροπάρι, «μια χαρά είμαι, κορίτσι μου, μην τρέχεις». Που πάντα μου μιλούσε λες και δεν της έλειπε τίποτα.

Που εγώ την πίστευα, ή μάλλον με βόλευε να την πιστεύω.

Όλη μέρα δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ.

Άνοιγα μέιλ, τα έκλεινα.

Χτυπούσε το τηλέφωνο, πεταγόμουν.

Στο μυαλό μου είχα τη μάνα μου να ψάχνει ποια ντομάτα θα αφήσει πίσω για να της βγουν τα χρήματα.

Και μετά, μόνη σε ένα παγκάκι. Μόνη.

Την πήρα τηλέφωνο το ίδιο απόγευμα. «Τι κάνεις;» τη ρώτησα. «Καλά είμαι, Χριστίνα μου. Εσύ; Τα παιδιά;» «Μάνα, έχεις λεφτά;» Σιωπή.

Εκείνη η σιωπή που λέει περισσότερα από λέξεις. «Γιατί ρωτάς τώρα αυτό;» είπε τελικά, λίγο κοφτά. «Γιατί θέλω να μου πεις την αλήθεια.» Άκουσα την ανάσα της να σπάει. «Δεν θέλω να σε φορτώνω.

Έχετε κι εσείς τα δικά σας.» Εκεί με αποτελείωσε.

Όχι επειδή μου ζήτησε.

Αλλά επειδή δεν μου ζήτησε ποτέ.

Το βράδυ πήγα από το σπίτι της χωρίς να το πολυσκεφτώ.

Μια παλιά πολυκατοικία, δεύτερος όροφος, μωσαϊκό στην είσοδο, μυρωδιά κλεισούρας και φασολάδας από κάποιο διαμέρισμα.

Μου άνοιξε με την παλιά της ζακέτα.

Ήταν αδυνατισμένη.

Το κατάλαβα αμέσως, όσο κι αν χαμογέλασε.

Άνοιξα το ψυγείο δήθεν για νερό.

Μέσα είχε μισό τάπερ φασολάκια, λίγο τυρί και δύο γιαούρτια που έληγαν την επόμενη μέρα. «Αυτό τρως;» της είπα.

Σήκωσε τους ώμους. «Δεν πεινάω πολύ το βράδυ.» Ψέμα.

Το παλιό, γνώριμο ψέμα της μάνας που κόβει από τον εαυτό της για να μη νιώθουν οι άλλοι βάρος.

Κάθισα στον καναπέ και τότε πρόσεξα κάτι χειρότερο.

Η τηλεόραση ανοιχτή χωρίς ήχο.

Το σταθερό δίπλα της.

Και μια ησυχία βαριά, αφύσικη.

Σαν σπίτι που περιμένει βήματα και δεν έρχονται ποτέ. «Σου κάνει κανείς παρέα;» τη ρώτησα.

Γέλασε στεγνά. «Η κυρία Σοφία από πάνω κατεβαίνει πού και πού.

Και μιλάω με τη Βάσω από το χωριό. Τηλεφωνικά.» Τηλεφωνικά.

Δηλαδή σχεδόν καθόλου.

Εκείνο το βράδυ αποφάσισα ότι θα της δίνω κάθε μήνα χρήματα.

Όχι πολλά, όσα μπορούσα.

Και θα πήγαινα πιο συχνά.

Δύο φορές την εβδομάδα τουλάχιστον.

Το είπα στον Στέλιο μόλις κοιμήθηκαν τα παιδιά.

Δεν πρόλαβα να τελειώσω και πετάχτηκε. «Από πού; Από πού ακριβώς, Χριστίνα;» «Θα κόψουμε από αλλού.» «Από πού αλλού; Έχουμε δόση, φροντιστήρια, ρεύμα, σούπερ μάρκετ.

Τα βλέπεις ή μόνο εγώ τα βλέπω;» «Μιλάμε για τη μάνα μου.» «Μιλάμε για μια σύνταξη που την έπαιρνε τόσα χρόνια.

Τι την έκανε;» Γύρισα και τον κοίταξα λες και δεν τον ήξερα. 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences