Την παγκόσμια τιμητική του έχει σήμερα το ψωμί και δε μπορώ παρά να γονατίσω μπροστά σ’ αυτό το μέγα θαύμα, που βαστά ζωντανό τον άθρωπο από γεννησιμιού του. Το μόνο προσφάι που θαρρώ πως δεν...
Την παγκόσμια τιμητική του έχει σήμερα το ψωμί και δε μπορώ παρά να γονατίσω μπροστά σ’ αυτό το μέγα θαύμα, που βαστά ζωντανό τον άθρωπο από γεννησιμιού του.
Το μόνο προσφάι που θαρρώ πως δεν εχόρτασα στη ζήση μου, κι ούτε πρόκειται να το χορτάσω ίσαμε να ζω, είναι το ψωμί.
Όχι πως μας έλειψε ποτές από το τραπέζι του σπιθιού της αναθροφής μου, μα όσο και να ‘τρωγα, δεν το χόρταινα.
Αφού η κακομοίρα η μάνα μου μου ‘λεγε όσο εζούσε, πως εγώ πιπίλα δεν έβαλα ποτές μου στη μπούκα μου σαν ήμουνα βυζαστάρικο, μόνο ένα κομμάτι ψωμί επιπίλουνα σαφί, ίσαμε να με πάρει ο ύπνος.
Δεν τηνε ρώτηξα, βέβαια ποτέ αν στανικώς μου μου δίνανε το ψωμί για να αρνεύω, επειδή δεν είχανε να μου πάρουνε πιπίλα.
Ακόμη και σήμερο, που σαφί έχω την κεφαλή μου γυρισμένη οθεν τα οπίσω, εκείνη την ουράνια γέψη του ψωμιού δε μπορώ να βγάλω από το νου μου.
Και κάθε φορά που θωρώ την καλοπαντρεμένη μου να ρίχνει θρουλιά στα πουλιά, κατιτίς με πιάνει και κάθομαι και περιμένω να δω πότε θα ρθούνε οι σπουργίτες , για να τους καμαρώνω που θα τρώνε με λαχτάρα το ίδιο προσφάι απού λαχταρώ και του λόγου μου.
Αμοναχά με ψωμί, μπορώ να ζήσω.
Πράμα άλλο δε θέλω ετοσονά.
Βάλε μου στην τάβλα μια χριγιά ψωμί κι άλλη μια παξιμάδι και θα μου ‘χεις κάμει το καλύτερο τραπέζι.
Πολλές φορές επροσπάθησα να βρω την αιτία που με βαστά αλυσοδεμένο στη γέψη του ψωμιού, μα δεν το μπόρεσα.
Γιατί καταμπερδευόμουνα κάθε φορά, με τα μιλιούνια αιτίες απού ‘βρισκα.
Τη μια ετρέχανε τα σάλια μου σαν σκεφτόμουνε τη μοσκοβολιά απού ‘πεμπε στους εφτά ουρανούς το πλαστό ψωμί στον ξυλόφουρνο, την άλλη αλάργευε ο νους μου και γύρευε το κριτσίνισμα του κριθαροκούλουρου τση θειάς μου τση Βαγγελιάς στση Γκαγκάλες, ύστερα εθυμούμουνε την απαλάδα του χάσικου ψωμιού απού επαίρναμε από τον γερμανικό φούρνο τση κεράς Νίκης στα Καμίνια, μετά εξαναρχόντουσαν ομπρός στα μάθια μου τα εφτάζυμα παξιμάδια τση γιαγιάς μου τση Μαργής στση Μοίρες, και δως του ο νους μου, ξεπίστρωτο μπεγίρι να γλακά στση ρούγες του ψες γυρεύοντας την απόκριση στο μέγα ρώτημα, γιάντα ρέγομαι το ψωμί, όσο δε ρέγομαι πράμα άλλο στο ντουνιά.
Απόκριση δε μπορώ να δώσω στον απατό μου, εξόν από μια: Σάικα, εμένα δε μ’ έπλασε ο Θεός με χώμα, αλλά με στάρι απού τ’ άλεσε στον άγιο χειρόμυλο του.
Για τούτο, άλλωστε, και σ’ όλη μου τη ζωή, η κάτω πέτρα του χειρόμυλου θαρρώ πως είναι ο κόσμος, μα του λόγου μου είμαι απού ολημερίς κι οληνυχτίς βαστώ το χερούλι τση απάνω πέτρας και τη γυρίζω ασταμάτητα, αλέθοντας το στάρι για να γενεί αλεύρι.
Καμιά φορά, η μοίρα μου με σπρώχνει και με ρίχνει και μένα ανάμεσα στση μυλόπετρες, μα δε βαρυγκομώ, μήτε παραπονούμαι, αφού αιστάνομαι τη μυρωδιά του σταριού και τη γέψη του ψωμιού, και κατέχω πως αυτό θα με ξαναπορίσει όξω, για να ξαναδράξω το χερούλι του χρέους μου.
Στο κάτω κάτω τση γραφής, δεν θα βρεις μήτε ένα πλάσμα στη γης, στον αέρα, στο νερό, στα τρίσβαθα του κόσμου και στα μεσοδόκια τα’ ουρανού, που να μην του αρέσει το ψωμί, είτε πορπατεί στα δυό πόδια, είτε πορπατεί στα τέσσερα, είτε στα σαράντα, είτε πετά, είτε κολυμπά, είτε σέρνεται. #Μόνο_όποιοςαγαπά_το_ψωμί_αγαπά_τον_άθρωπο. Το κείμενο είναι του κυρίου @Stratakis Mixalis
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους