[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

ΚΑΘΕ ΨΗΦΟΣ ΣΤΙΣ ΑΣΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΕΙΝΑΙ ΨΗΦΟΣ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ Στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις, ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας επέλεξε να απέχει. Στις βουλευτικές εκλογές του 2023 η αποχή ήταν στο...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

ΚΑΘΕ ΨΗΦΟΣ ΣΤΙΣ ΑΣΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΕΙΝΑΙ ΨΗΦΟΣ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ Στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις, ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας επέλεξε να απέχει.

Στις βουλευτικές εκλογές του 2023 η αποχή ήταν στο 47,17%, ενώ στις ευρωεκλογές του 2024 έφτασε στο 58,76%. Τα ποσοστά αυτά αποτυπώνουν την απομάκρυνση ενός σημαντικού μέρους της κοινωνίας από τις αστικές εκλογές, η οποία συνδέεται με την δυσαρέσκεια απέναντι στο πολιτικό σύστημα, με αδιαφορία και χαμηλές προσδοκίες από την αστική πολιτική και με απογοήτευση από τα υπάρχοντα κόμματα και την πολιτική τους.

Σε κάθε περίπτωση, τα υψηλά ποσοστά της αποχής των τελευταίων χρόνων, αναδεικνύουν την βαθιά κρίση πολιτικής εκπροσώπησης η οποία συνοδεύει ολόκληρη την εποχή των μνημονίων και την αδυναμία των κομμάτων να πείσουν την μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία ότι μπορούν να δώσουν απαντήσεις στα καθημερινά της προβλήματα.

Αυτήν ακριβώς την κρίση εκπροσώπησης και εμπιστοσύνης επιχειρεί να διαχειριστεί το πολιτικό σύστημα, επιστρατεύοντας παλιές και νέες εφεδρείες με στόχο την ομαλοποίηση και την αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού.

Επιδιώκει να ανακτήσει την κλονισμένη εμπιστοσύνη στους θεσμούς της κρατικής και καπιταλιστικής εξουσίας και να εγκλωβίσει την κοινωνική οργή στα όρια της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και της αστικής διαχείρισης.

Σε αυτή την κατεύθυνση, η συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία προβάλλεται ως η μοναδική «ρεαλιστική» αναζήτηση διεξόδου, προκειμένου να μετατραπεί η γενικευμένη δυσαρέσκεια σε αναδιάταξη ευνοϊκών για το σύστημα πολιτικών συσχετισμών και σε ανατροφοδότηση της κοινωνικής συναίνεσης στην κυρίαρχη πολιτική.

Η προσπάθεια αυτή εκφράζεται μέσα από την επαναφορά προσώπων και πολιτικών σχηματισμών που έχουν ήδη δοκιμαστεί στη διαχείριση της αστικής εξουσίας, την προβολή αντιδραστικών δυνάμεων ως τάχα «αντισυστημικών» και την εμφάνιση νέων κομματικών σχηματισμών που ανακυκλώνουν την ίδια πολιτική με διαφορετικό περιτύλιγμα.

Παρά τις επιμέρους διαφορές τους, οι δυνάμεις αυτές επιχειρούν να διοχετεύσουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια σε πολιτικές επιλογές που δεν αμφισβητούν το υπάρχον σύστημα, αναπαράγοντας την αυταπάτη ότι η εναλλαγή προσώπων και κυβερνήσεων μπορεί να δώσει ουσιαστικές απαντήσεις στα κοινωνικά αδιέξοδα.

Την περίοδο που διανύουμε, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας βρίσκεται αντιμέτωπη με τη φθορά της κυβερνητικής διαχείρισης, ως αποτέλεσμα της συσσώρευσης της κοινωνικής δυσαρέσκειας απέναντι στην αντικοινωνική νεοφιλελεύθερη πολιτική που εφαρμόζει τα τελευταία 7 χρόνια με σύμμαχο την κρατική καταστολή και την ακροδεξιά προπαγάνδα.

Την ίδια στιγμή, οι κοινοβουλευτικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης, ιδιαίτερα ο έτερος πόλος διακυβέρνησης, η σοσιαλδημοκρατία, αδυνατεί να διαμορφώσει μια πειστική εναλλακτική πολιτική πρόταση και κυβερνητικό αφήγημα.

Η ληστρική ακρίβεια, η στεγαστική κρίση, η εργασιακή επισφάλεια και η υποτίμηση της ανθρώπινης ζωής από την υποστελέχωση και την υποχρηματοδότηση των νοσοκομείων και των δημόσιων υποδομών έως τα Τέμπη, τις Πύλους και τους χιλιάδες νεκρούς από εργατικά «ατυχήματα», δεν αποτελούν απλώς αστοχίες μιας συγκεκριμένης κυβέρνησης.

Συνδέονται με τον ίδιο τον ταξικό τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας, όπου η οικονομική δραστηριότητα, η παραγωγή και οι πολιτικές αποφάσεις καθορίζονται από την επιδίωξη της κερδοφορίας των ολίγων εις βάρος των πολλών και τη διατήρηση των υφιστάμενων σχέσεων ιδιοκτησίας και εξουσίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόσβαση στη στέγαση, την υγεία, την αξιοπρεπή εργασία και την κάλυψη βασικών αναγκών εξαρτάται όλο και περισσότερο από την οικονομική δυνατότητα του καθενός μέσα σε μια ταξική ζούγκλα που γίνεται ολοένα και αγριότερη.

Η κατεύθυνση αυτή αποτυπώνεται στις πολιτικές που ευνοούν την επιχειρηματική κερδοφορία, στην πίεση πάνω στα εργατικά εισοδήματα, στην εντατικοποίηση της εργασίας και στην επέκταση επισφαλών μορφών απασχόλησης.

Παράλληλα, οι εργαζόμενες και οι εργαζόμενοι καλούνται να καλύψουν ατομικά ανάγκες που θα έπρεπε να εξασφαλίζονται συλλογικά.

Η ανασφάλεια στην εργασία, η δυσκολία εξασφάλισης κατοικίας και η υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις των ίδιων κοινωνικών και ταξικών αντιθέσεων.

Όσο οι κοινωνικές αντιστάσεις παραμένουν αποσπασματικές και αδυνατούν να συγκροτήσουν μια επαναστατική συλλογική δύναμη ανατροπής, τόσο η δυσαρέσκεια θα κινδυνεύει πάντα να εξαντλείται σε επιμέρους διεκδικήσεις ή να διοχετεύεται σε εναλλακτικές προτάσεις διαχείρισης που δεν αμφισβητούν τις υφιστάμενες σχέσεις εξουσίας.

Συνέπεται από τα παραπάνω, ότι η εναλλαγή κυβερνήσεων δεν μπορεί να ανατρέψει τις κοινωνικές σχέσεις που παράγουν την εκμετάλλευση και την ανισότητα μέσα σε αυτή την ζούγκλα: κάθε ψήφος, είναι στην πραγματικότητα, ψήφος σε ένα εκμεταλλευτικό σύστημα.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η κρίση εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα εκφράζεται τόσο μέσα από την απομάκρυνση ενός τμήματος της κοινωνίας από την εκλογική διαδικασία όσο και μέσα από την αναζήτηση νέων πολιτικών σχηματισμών.

Εξωκοινοβουλευτικά κόμματα επιδιώκουν την είσοδό τους στη Βουλή, ενώ νέοι σχηματισμοί διεκδικούν μερίδιο στην πολιτική εκπροσώπηση.

Παρά τις διαφορές τους, εντάσσονται στον ανταγωνισμό για τη διαχείριση της κρατικής εξουσίας.

Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο γιατί ένα μέρος της κοινωνίας απομακρύνεται από τις κάλπες ή αναζητά νέους πολιτικούς εκπροσώπους, αλλά και ποια όρια θέτει η ίδια η κοινοβουλευτική διαδικασία στις δυνατότητες κοινωνικών αλλαγών.

Όταν η πολιτική συμμετοχή περιορίζεται στην ανάθεση της διαχείρισης των κοινωνικών υποθέσεων σε αντιπροσώπους που στην πραγματικότητα υπηρετούν τα συμφέροντα των ισχυρών, τότε μοιραία η κοινωνική δυσαρέσκεια μετατρέπεται σε εκλογική δύναμη που κεφαλαιοποιείται από τους ισχυρούς, χωρίς να μπορούν να ανατραπούν οι υλικοί όροι που αναπαράγουν την κοινωνική ανισότητα.

Το ερώτημα είναι αν η κοινωνική οργή θα παραμείνει εγκλωβισμένη στην αναζήτηση μιας διαφορετικής κυβερνητικής διαχείρισης ή αν θα μετασχηματιστεί σε συλλογική δράση που αμφισβητεί έμπρακτα την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων.

Παράλληλα, η δημόσια πολιτική συζήτηση χαρακτηρίζεται από την ενίσχυση συντηρητικών και ακροδεξιών θέσεων.

Από την ανοιχτή ακροδεξιά και νεοναζιστική ρητορική μέχρι σχηματισμούς που παρουσιάζονται ως υπερκομματικές ή «αντισυστημικές» εναλλακτικές, προβάλλονται πολιτικές που στοχοποιούν πρόσφυγες και μετανάστες, αμφισβητούν κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα, ενισχύουν τους κατασταλτικούς μηχανισμούς και διεκδικούν αναβαθμισμένο ρόλο για τον στρατό και την Εκκλησία.

Με αυτόν τον τρόπο, οι κοινωνικές αντιθέσεις μετατοπίζονται από τις υλικές τους αιτίες που βρίσκονται μέσα στους ίδιους τους θεσμούς του αστικούς κράτους προς την αναζήτηση εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών, ενώ η κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να αποκτά εθνικιστικά, ρατσιστικά και αυταρχικά χαρακτηριστικά.

Η επίκληση της αντισυστημικότητας από τις ακροδεξιές δυνάμεις των οποίων οι βασικότερες αναφορές βασίζονται στους πιο ισχυρούς πυλώνες του συστήματος, επιβεβαιώνει ότι η ενίσχυση τους, δεν προέρχεται παρά από το ίδιο το σύστημα.

Απέναντι στην ανακύκλωση προσώπων, κομμάτων και υποσχέσεων, το ζητούμενο είναι η συγκρότηση κοινωνικών αντιστάσεων με διάρκεια, η ενίσχυση των εργατικών και κοινωνικών αγώνων, η δημιουργία δεσμών αλληλεγγύης και η ανάπτυξη μορφών συλλογικής οργάνωσης που δεν εξαρτώνται από την εναλλαγή κυβερνήσεων.

Η σύνδεση των επιμέρους αγώνων με τη συνολικότερη αμφισβήτηση των κοινωνικών σχέσεων που παράγουν την εκμετάλλευση και την ανισότητα μπορεί να μετατρέψει την κοινωνική δυσαρέσκεια από εκλογική διαμαρτυρία σε συλλογική δύναμη και έμπρακτη κοινωνική παρέμβαση.

Κράτος, καπιταλισμός και κοινοβουλευτισμός Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εκλογική διαδικασία παρουσιάζεται ως η μοναδική διέξοδος από την κοινωνική δυσαρέσκεια, ενώ η συλλογική δράση υποχωρεί μπροστά στην ανάθεση της ευθύνης σε επίδοξους πολιτικούς διαχειριστές.

Για εμάς, όμως, το πρόβλημα δεν βρίσκεται απλώς στα συγκεκριμένα πρόσωπα ή στις λανθασμένες επιλογές των κυβερνήσεων.

Βρίσκεται στον ίδιο τον πυρήνα της αστικής πολιτικής και στις κοινωνικές σχέσεις που αυτή αναπαράγει.

Οι εκλογές δεν αποτελούν απλώς μια διαδικασία επιλογής προσώπων και κομμάτων.

Αποτελούν τον μηχανισμό μέσα από τον οποίο ανανεώνεται η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση και ανατίθεται η διαχείριση της κοινωνικής ζωής σε επαγγελματίες πολιτικούς.

Τα κόμματα και οι βουλευτές τους διεκδικούν την εξουσία για άλλη μία τετραετία, απολαμβάνοντας προνόμια και υψηλές αποδοχές, ενώ οι προεκλογικές τους εκστρατείες καταναλώνουν τεράστιους πόρους για την προβολή της δημόσιας εικόνας τους.

Την ίδια στιγμή, η καθημερινότητα της κοινωνικής πλειοψηφίας παραμένει εγκλωβισμένη στα ίδια αδιέξοδα.

Όπως αποδίδεται στην Έμμα Γκόλντμαν, «Αν η ψηφοφορία άλλαζε κάτι, θα την έκαναν παράνομη». Το διακύβευμα για τα κόμματα είναι να πείσουν όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους να τα εμπιστευτούν, ώστε να αναλάβουν τη διαχείριση της κρατικής εξουσίας για άλλη μία τετραετία.

Η πολιτική εξουσία, ωστόσο, δεν λειτουργεί ανεξάρτητα από τα οικονομικά συμφέροντα.

Το κράτος και οι θεσμοί του διατηρούν στενούς δεσμούς με το κεφάλαιο, εξασφαλίζοντας τις συνθήκες μέσα στις οποίες οι οικονομικά ισχυροί μπορούν να διατηρούν και να διευρύνουν την κυριαρχία τους.

Η συμμετοχή στις αστικές κοινοβουλευτικές εκλογές σημαίνει, από τη δική μας πολιτική σκοπιά, αποδοχή και νομιμοποίηση του ίδιου του βάρβαρου συστήματος που παράγει την εκμετάλλευση και την καταπίεσή μας.

Το κράτος και ο καπιταλισμός δεν αποτελούν ουδέτερους μηχανισμούς που μπορούν να μετασχηματιστούν προς όφελος της κοινωνικής πλειοψηφίας μέσω της εναλλαγής κυβερνήσεων.

Η καταστολή, ο αυταρχισμός, ο ρατσισμός, ο εθνικισμός, η στρατιωτικοποίηση και η διαρκής υποτίμηση της ζωής και της εργασίας μας αποτελούν οργανικά στοιχεία μιας κοινωνικής οργάνωσης που υπηρετεί την κερδοφορία του κεφαλαίου.

Οι εκλογές δεν αλλάζουν αυτή την πραγματικότητα, αλλά ανανεώνουν τη νομιμοποίηση της κρατικής εξουσίας και μεταθέτουν για ακόμη μία φορά την ευθύνη για τη ζωή μας σε επίδοξους διαχειριστές της.

Πίσω από τα διαφορετικά προεκλογικά αφηγήματα, από τη δήθεν σταθερότητα και ανάπτυξη μέχρι την υπόσχεση μιας πιο φιλολαϊκής διαχείρισης, παραμένει η ίδια κοινωνική σχέση που εξασφαλίζει όλο και μεγαλύτερα κέρδη για τους λίγους και όλο και μεγαλύτερη ανασφάλεια, φτώχεια και επισφάλεια για τους πολλούς.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν βρίσκεται στις δήθεν λανθασμένες επιλογές μιας κυβέρνησης, αλλά στον ίδιο τον πυρήνα της αστικής πολιτικής.

Καμία κυβερνητική εναλλαγή δεν μπορεί από μόνη της να εξαλείψει την εκμετάλλευση, γιατί καμία κυβέρνηση δεν καταργεί τις σχέσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται ο καπιταλισμός.

Μπορεί να αλλάζει ο διαχειριστής, όμως το κράτος, το κεφάλαιο και οι μηχανισμοί τους παραμένουν.

Παραμένουν η υποτίμηση της εργατικής δύναμης, η ακρίβεια, η ανεργία και η επισφάλεια, η εργοδοτική αυθαιρεσία, η καταστολή των κοινωνικών αγώνων, ο θεσμικός ρατσισμός, η καταπίεση, οι πόλεμοι για τα κέρδη τους και η λεηλασία του φυσικού κόσμου.

Οι εκλογές δεν ανατρέπουν αυτή τη συνθήκη.

Αντίθετα, σύμφωνα με τη δική μας ανάλυση, λειτουργούν ως μηχανισμός αναπαραγωγής της, καθώς μετατρέπουν την κοινωνική δυσαρέσκεια σε εκλογική ψήφο και την κοινωνική δράση σε ανάθεση.

Η λογική του «μη χείρον βέλτιστον», η αναζήτηση μιας δήθεν προοδευτικής ή αντισυστημικής ψήφου και η αυταπάτη ότι η ενίσχυση μιας κοινοβουλευτικής δύναμης μπορεί να ενδυναμώσει τους κοινωνικούς και ταξικούς αγώνες οδηγούν τελικά στην αποδοχή της πολιτικής διαμεσολάβησης και στην ανάθεση της ζωής μας σε άλλους.

Ανάθεση ή αυτοοργάνωση; Οι κοινωνικοί και ταξικοί αγώνες, όμως, δεν δίνονται μέσα στις αίθουσες του κοινοβουλίου και δεν χρειάζονται πολιτικούς σωτήρες για να υπάρξουν.

Δίνονται στους χώρους δουλειάς, στις γειτονιές, στα σχολεία και τα πανεπιστήμια, στους δρόμους και σε κάθε πεδίο όπου εκδηλώνεται η σύγκρουση ανάμεσα στις ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας και τα συμφέροντα κράτους και κεφαλαίου.

Εκεί συγκροτείται η συλλογική δύναμη των εργαζόμενων, των φτωχών λαϊκών στρωμάτων και της νεολαίας, μέσα από την αυτοοργάνωση, την αλληλεγγύη και τη μαχητική συμμετοχή.

Για αυτό και απέναντι στη λογική της ανάθεσης αντιτάσσουμε την αποχή από τις αστικές κοινοβουλευτικές εκλογές και την ενεργή συμμετοχή στους κοινωνικούς και ταξικούς αγώνες.

Δεν προτάσσουμε την αποχή από τις εκλογές για να αποσυρθούμε από την κοινωνική ζωή, αλλά για να αρνηθούμε τη νομιμοποίηση ενός θεσμού που μετατρέπει την κοινωνική δύναμη σε εκλογική εξουσιοδότηση.

Στόχος μας είναι να μεταφέρουμε αυτή τη δύναμη εκεί όπου μπορεί να αποκτήσει πραγματικό κοινωνικό και ταξικό περιεχόμενο: στην οργάνωση, στη συλλογική δράση και στον αγώνα.

Η αποχή, από μόνη της, δεν αποτελεί ανατροπή ούτε εγγυάται την ανάπτυξη κοινωνικών αντιστάσεων.

Η πολιτική της σημασία εξαρτάται από τη σύνδεσή της με τη συλλογική δράση, την οργάνωση και την έμπρακτη αμφισβήτηση της κυρίαρχης κοινωνικής πραγματικότητας.

Για αυτό δεν μας αρκεί η καταγραφή της δυσαρέσκειας μέσα από τα ποσοστά της αποχής.

Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η μετατροπή της κοινωνικής οργής σε συλλογική δύναμη, ικανή να συγκρουστεί με τις σχέσεις εκμετάλλευσης και καταπίεσης.

Η αναγκαιότητα της πολιτικής οργάνωσης Ταυτόχρονα, η καθημερινή κοινωνική και ταξική πάλη χρειάζεται πολιτική οργάνωση, στρατηγική και συλλογική προοπτική.

Χρειάζεται η σύνδεση των επιμέρους αγώνων σε ένα ενιαίο επαναστατικό αναρχικό κίνημα που θα μπορεί να αντιπαρατεθεί συνολικά απέναντι στην καπιταλιστική και κρατική εξουσία.

Οι αγώνες στους χώρους εργασίας, στις γειτονιές, στα πανεπιστήμια και στα κοινωνικά μέτωπα δεν αρκούν αν παραμένουν αποσπασματικοί.

Χρειάζεται να συνδέονται, να τροφοδοτούν ο ένας τον άλλον και να συγκροτούν μια κοινή πολιτική κατεύθυνση με ορίζοντα την κοινωνική απελευθέρωση.

Σε αυτή την κατεύθυνση θεωρούμε αναγκαία την οργάνωση, τη στήριξη και την ενδυνάμωση της Φεντεραλιστικής Ένωσης Αναρχικών. Η ΦΕΑΝ μπορεί να συμβάλει στη συγκρότηση μιας συνεκτικής αναρχικής δύναμης, ικανής να συνδέει τους αγώνες, να επεξεργάζεται συλλογικά τη στρατηγική και την τακτική και να συμβάλλει στην οικοδόμηση μιας κοινωνικής και πολιτικής προοπτικής ανατροπής.

Η οργανωμένη αναρχική παρέμβαση δεν αποσκοπεί στην αντικατάσταση της κοινωνικής και ταξικής δραστηριότητας από μια νέα πολιτική ηγεσία, αλλά στην ενίσχυση της αυτοοργάνωσης και της συλλογικής ικανότητας των καταπιεσμένων να καθορίζουν οι ίδιοι τις συνθήκες της ζωής τους.

Απέναντι στη λογική της συμμετοχής στις εκλογές ως ανάθεσης και στις αυταπάτες της θεσμικής διαχείρισης, απέναντι στις υποσχέσεις για έναν δήθεν ανθρώπινο καπιταλισμό, επιλέγουμε τον δρόμο της κοινωνικής και ταξικής σύγκρουσης.

Απέναντι στην ανάθεση, αντιτάσσουμε την συλλογική οργάνωση σε πολιτικό και ταξικό-κοινωνικό επίπεδο.

Απέναντι στο κράτος, τον καπιταλισμό και την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία, αντιτάσσουμε την μόνη εφικτή προοπτική διεξόδου από τα καθημερινά δεινά: την Επανάσταση και την κοινωνική ανοικοδόμηση πάνω σε νέες βάσεις.

Διότι η αποχή από τις αστικές εκλογές αποκτά πολιτικό νόημα όταν συνδέεται με τη συμμετοχή στους πραγματικούς κοινωνικούς και ταξικούς αγώνες και με την οικοδόμηση μιας οργανωμένης επαναστατικής αναρχικής δύναμης.

Ο δρόμος για την κοινωνική απελευθέρωση δεν περνά μέσα από την εναλλαγή των διαχειριστών του συστήματος, αλλά μέσα από την ίδια την κοινωνική και ταξική πάλη, μέχρι την ανατροπή του κράτους και του καπιταλισμού και την οικοδόμηση μιας κοινωνίας ελευθερίας, ισότητας και αλληλεγγύης, την κοινωνία της αναρχίας και του ελευθεριακού κομμουνισμού. ΨΗΦΟΣ ΣΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΨΗΦΟΣ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΠΟΧΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΣΤΙΚΕΣ – ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΚΟΝΤΡΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΘΕΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΗΤΤΟΠΑΘΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΟΥΣ ΤΑΞΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΧΕΙΡΑΦΕΤΗΣΗ ΤΗΣ ΤΑΞΗΣ ΜΑΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΑΓΩΝΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΜΕ ΤΗ ΦΕΝΤΕΡΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ fean.org.gr

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences