Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας Αγρότισσας η σημερνή, κι εγώ θυμούμαι μια γερόντισσα αγρότισσα, από τση σοφότερες δασκάλες μου… Μόλις είχα τελειώσει τη μάθηση των γραμμάτων κι είχα ντακάρει τον αγώνα να...
Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας Αγρότισσας η σημερνή, κι εγώ θυμούμαι μια γερόντισσα αγρότισσα, από τση σοφότερες δασκάλες μου… Μόλις είχα τελειώσει τη μάθηση των γραμμάτων κι είχα ντακάρει τον αγώνα να μορφωθώ και να ξεχάσω τα γράμματα.
Ακόμη συνεχίζω τον αγώνα και πάνω που λέω πως κοντεύω να γενώ άθρωπος μορφωμένος, κάτι μου συμβαίνει και καταπίνω τα λόγια μου, βλέποντας πως η αμορφωσιά μου τελειωμό δεν έχει, μήτε πρόκειται ποτές να τηνε νικήσω.
Το πιο οδυνηρό είναι πως κάθε μέρα καρφώνεται στο νου μου και μια καινούργια απόδειξη, πως τις περσσότερες φορές, εκειά όπου 'χουνε ριζώσει τα γράμματα, μόρφωση δε φυτρώνει.
Θαρρώ πως τα πολλά γράμματα κάνουνε τον άθρωπο ετόσονα εγωιστή και υπερόπτη, που δε διανοείται πως υπάρχει κάτιτις απού δεν το κατέχει, πως σύμπασα η μόρφωση είναι πακεταρισμένη στο περιτύλιγμα των γραμμάτων που κατέχει και πως οι αγράμματοι άθρωποι μήτε την περιφρόνηση του αξίζουνε.
Εβολόδερνα μια φορά στο οροπέδιο του Λασιθίου, γυρεύοντας να βρώ ίντα, στο διάολο, γυρεύω.
Είχα προσκυνήσει την Παναγιά τη Βιδιανή, περσσότερο για να νομίζω πως δεν ήμουνα αμοναχός σ' εκείνο το βολόδερμα, κι ύστερα επήρα σβάρνα τα χωριά του οροπέδιου, ψάχνοντας τόπο και τρόπο να μερέψω την ψυχή μου.
Όξω από Καμινάκι, στην αριστερή μπάντα της δημοσιάς, είδα μια γυναίκα, φανερά κακοποδοσμένη, να ξεθάβει πατάτες από 'να περβολάκι, μια πατουχιά τόπο.
Παρά το κατακαλόκαιρο και το λιοπύρι, εφόριενε ετόσανα ρούχα, που δεν αφήνανε πράμα από το σώμα της να φανερωθεί, εξόν τα μάθια της.
Πράμα άλλο.
Ακόμη και η κορφή τση κεφαλής της ήτανε τριπλοτυλιγμένη σε κατάμαυρο τσεμπέρι, απούφερνε γύρα στο πρόσωπο της κρύβοντας το κούτελο, τη μύτη, τη μπούκα και το πηγούνι της.
Μαύρα κατράμι τα τριμένα ρούχα της, εδείχνανε πως αυτά εσκύβανε στ' αυλάκια με τση πατάτες και όχι άθρωπος.
Εκατέβηκα από τ' αμάξι και τηνε ξάνοιγα.
Χωρίς να κατέχω ίντα εγύρευα, εκάτεχα πως είχα βρει εκείνο που εγύρευα.
Ένα αντιστύλι έψαχνα για να το κάμω χαχαλόβεργα και να στηρίζω απάνω του την ψυχή μου και το 'χα βρει, εκειά απού εσμίγανε ένα σακί πατάτες κι ένας σωρός μαύρα ρούχα απού εσκύβανε και ξεθάβανε πατάτες.
Με είδε η γυναίκα, εντρέτωσε τα μαύρα ρούχα, εμεταξέσυρε το τσεμπέρι μια ιδέα προς τα πάνω για να μπορεί να θωρεί και πρίχου τη χαιρετήσω, με χαιρέτησε.
Εκοντοσίμωσα σκαλίζοντας το νου μου για να ξεθάψω τα πιο κατάλληλα γράμματα που κατέχω για την περίσταση κι όταν ενόμισα πως τα 'χα ξεθάψει, εντάκαρα να μιλώ στα μαύρα ρούχα για πατάτες, για το οροπέδιο, για την Παναγία τη Βιδιανή και για το Καμινάκι απού 'χει πολλούς Στρατάκηδες, υπολείμματα κι αυτοί παλιών εξοριών για φονικά.
Η γυναίκα με ξάνοιγε, μα δεν εμίλιε.
Μόνο όταν εντάκαρα να της μιλώ για τα βάσανα τ' αθρώπου, και μόνο όταν της είπα πως η σκληρότερη τιμωρία που ο Θεός καταδίκασε τον άθρωπο είναι το να μη κατέχει ποτές του ίντα του ξημερώνει, μόνο τότε η γυναίκα αντέδρασε και μαζί της αντιδράσανε και τα μαύρα ρούχα. -"Μη βλαστημάς γιέ μου, γιατί ετούτονα απού λες, τιμωρία του Θεού δεν είναι, μα μεγάλο χάρισμα του στον άθρωπο είναι" μου 'πε και εξανακουκούβισε για να ξεθάψει κι άλλες πατάτες.
Επαναστατήσανε εντός μου τα γάμματα που κατέχω, επαναστάτησε και η γραμματοθρεμμένη λογική μου και της ζήτησα να μου εξηγήσει το γιάντα.
Χωρίς να σηκωθεί, εγύρισε την κεφαλή της προς τον απατό μου, την εκούνησε δυο τρεις φορές και μου 'δωκε την απάντηση: -"Αμα γιέ μου εκάτεχε ο άθρωπος τα μελλούμενα του ίδιου ή των εδικών του αθρώπων ή και του κόσμου ολόκληρου, μήτε ένας δεν θα επόμενε ζωντανός στη γη. Όλοι θ' αυτοχτονούσανε.
Κι εμένα που με θωρείς και ζω κι απού 'φταξα ογδόντα χρονώ, κι απού 'χω τραβήξει του Ιησού Χριστού τα πάθη, δε θα με θώριες εδά επαέ ζωντανή ομπρός σου, άμα εκάτεχα τα βάσανα που με περιμένανε" μου εξήγησε. Εσυγκλονίστηκα.
Την ώρα που την αποχαιρετούσα, αντιχαιρετώντας με, μου 'πε και την τελευταία κουβέντα: "Αμα ήθελε ο Θιός, γιέ μου, να καταραστεί τον άθρωπο, θα του 'δειχνε από τα πρίν, τα ύστερα του.
Άμε δα στην ευκή του Θεού, καλοστραθιά να 'χεις". Εμπήκα στο αμάξι χιλιοδιαολοσμένος. Ανάθεμα τα γράμματα απού "μαθα" είπα, κι έβαλα ένα πούλο στα μάθια μου.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους