[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

«Έλα, αγόρι μου της γιαγιάς, έλα να σου βάλω το καλό κομμάτι». Το είπε μπροστά στα άλλα δύο παιδιά μου, χωρίς καν να χαμηλώσει τη φωνή της. Ο Στέφανος είχε ήδη σηκωθεί από την καρέκλα του και έτρεχε...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Έλα, αγόρι μου της γιαγιάς, έλα να σου βάλω το καλό κομμάτι». Το είπε μπροστά στα άλλα δύο παιδιά μου, χωρίς καν να χαμηλώσει τη φωνή της. Ο Στέφανος είχε ήδη σηκωθεί από την καρέκλα του και έτρεχε προς την πεθερά μου, τη Λουκία. Η Ελένη κοίταξε το πιάτο της.

Ο μικρός μου, ο Μάριος, έκανε πως έπαιζε με το πιρούνι.

Κι εγώ εκείνη τη στιγμή ένιωσα κάτι να σπάει μέσα μου.

Όχι πρώτη φορά.

Αλλά εκείνη την Κυριακή το είδα καθαρά.

Δεν ήταν ιδέα μου.

Δεν ήταν «ο τρόπος της». Ήταν αδικία, ωμή, επαναλαμβανόμενη, και τη ζούσαν τα παιδιά μου στο τραπέζι με τα γεμιστά και τη σαλάτα. Η Λουκία είχε αδυναμία στον Στέφανο, τον γιο της κουνιάδας μου, της Βάσως.

Δεν το έκρυβε ποτέ.

Του έφερνε δώρα χωρίς λόγο.

Του έδινε χαρτζιλίκι κρυφά, αλλά τόσο κρυφά που το έβλεπαν όλοι.

Τον φίλαγε, τον καμάρωνε, τον ανέβαζε σχεδόν σε βάθρο.

Για την Ελένη έλεγε συνήθως «καλό κορίτσι, ήσυχο». Για τον Μάριο, «είναι λίγο ζωηρός, θέλει μάζεμα». Παιδιά είναι, σκέφτεσαι.

Μα τα παιδιά καταλαβαίνουν.

Όλα τα καταλαβαίνουν.

Στην αρχή προσπαθούσα να το μαλακώσω. «Μην το παίρνετε μέσα σας», έλεγα στα παιδιά στο αμάξι γυρνώντας σπίτι. Η Ελένη κουνούσε το κεφάλι. «Δεν πειράζει, μαμά». Αυτό το «δεν πειράζει» από ένα παιδί οχτώ χρονών με διέλυε περισσότερο από κλάμα.

Ένα βράδυ, όταν κοιμήθηκαν, το είπα στον άντρα μου, τον Γιάννη. «Δεν μπορώ άλλο να βλέπω τη μάνα σου να ξεχωρίζει έτσι τον Στέφανο. Η Ελένη πληγώνεται.

Και ο Μάριος επίσης». Με κοίταξε λες και του μιλούσα για τον καιρό. «Υπερβάλλεις πάλι». «Υπερβάλλω; Δεν το βλέπεις;» «Έτσι είναι η μάνα μου, βρε Άννα.

Μην τα κάνεις όλα θέμα». Εκεί θόλωσα. «Όλα θέμα; Μιλάμε για τα παιδιά μας». Αναστέναξε βαριά, εκνευρισμένος. «Δεν θα μαλώσω εγώ τη μάνα μου επειδή εσύ νομίζεις ότι αδικεί τα παιδιά». Νομίζω.

Αυτή η λέξη μου κάρφωσε το μυαλό.

Λες και δεν ήμουν εκεί.

Λες και δεν έβλεπα την Ελένη να κάθεται πιο σφιγμένη κάθε Κυριακή.

Λες και δεν άκουγα τον Μάριο να με ρωτάει ψιθυριστά στο μπάνιο «η γιαγιά δεν με αγαπάει;» Αυτό δεν το συγχώρεσα εύκολα.

Η έκρηξη ήρθε λίγες μέρες μετά, στη γιορτή του Γιάννη.

Είχαμε πάλι κόσμο σπίτι. Η Λουκία μπήκε μέσα με μια τεράστια σακούλα από παιχνιδάδικο. Ο Μάριος πετάχτηκε χαρούμενος. Η Ελένη χαμογέλασε δειλά. Η Λουκία έβγαλε ένα ακριβό τηλεκατευθυνόμενο αυτοκίνητο. «Για τον Στέφανο.

Επειδή πήρε καλούς βαθμούς». Πάγωσα. Ο Στέφανος δεν ήταν καν παιδί μου.

Ήταν εκεί γιατί είχαμε οικογενειακό τραπέζι.

Τα δικά μου παιδιά στέκονταν δίπλα της και κοιτούσαν. «Και για την Ελένη και τον Μάριο;» τη ρώτησα.

Γύρισε και με κοίταξε σαν να της είπα κάτι αγενές. «Ε, δεν γίνεται κάθε φορά για όλους.

Μη γίνεσαι υπερβολική». Ο Μάριος έσφιξε τα χείλη του. Η Ελένη χαμήλωσε τα μάτια.

Και τότε, μπροστά σε όλους, είπα αυτό που κρατούσα μήνες. «Αρκετά.

Δεν θα ξανάρθεις σπίτι μου αν είναι να πληγώνεις τα παιδιά μου έτσι». 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences