«Μαμά, ποιοι είναι όλοι αυτοί;» ψιθύρισε η κόρη μου, κρατώντας με από το χέρι, τη στιγμή που κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο και είδαμε βαλίτσες, τάπερ, ψυγειάκια παραλίας και την πεθερά μου να μας...
«Μαμά, ποιοι είναι όλοι αυτοί;» ψιθύρισε η κόρη μου, κρατώντας με από το χέρι, τη στιγμή που κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο και είδαμε βαλίτσες, τάπερ, ψυγειάκια παραλίας και την πεθερά μου να μας κουνάει από την αυλή λες και ερχόμασταν στο πατρικό της.
Έμεινα ακίνητη.
Για δυο δευτερόλεπτα δεν κατάλαβα τι έβλεπα.
Μετά γύρισα στον άντρα μου. «Πες μου ότι δεν είναι αυτό που νομίζω.» Ο Στέλιος δεν με κοίταξε καν κατευθείαν.
Έσκυψε να βγάλει τις βαλίτσες, αργά, σαν να κέρδιζε χρόνο. «Απλώς... είπα στη μάνα μου ότι θα είμαστε εδώ.
Και ήθελαν κι αυτοί λίγες μέρες θάλασσα.» Λίγες μέρες θάλασσα.
Στο σπίτι που είχαμε νοικιάσει εμείς, με τα λεφτά που μετρήσαμε ευρώ-ευρώ από τον χειμώνα, για να ξεφύγουμε λίγο.
Εγώ, εκείνος, τα δυο παιδιά μας.
Αυτό ήταν το σχέδιο. Ησυχία. Ύπνος.
Μπάνιο χωρίς πρόγραμμα.
Μια ανάσα μετά από μια χρονιά που μας είχε γονατίσει.
Η πεθερά μου, η κυρία Ευανθία, ήρθε προς το μέρος μου χαμογελαστή. «Καλώς τα παιδιά! Ε, είπαμε να μη σας αφήσουμε μόνους.
Θα βοηθήσουμε κιόλας με τα μικρά.» Δεν θυμάμαι καν τι απάντησα.
Κάτι τυπικό, παγωμένο.
Γιατί ήδη μέσα μου ανέβαινε εκείνο το γνώριμο σφίξιμο.
Το ίδιο που ένιωθα κάθε φορά που η Ευανθία έμπαινε στο σπίτι μας και μετακινούσε πράγματα στην κουζίνα “για να είναι πιο πρακτικά”. Κάθε φορά που αποφάσιζε τι θα φάνε τα παιδιά, πότε θα κοιμηθούν, τι ζακέτα θα φορέσουν.
Μέχρι το βράδυ είχαν εγκατασταθεί όλοι.
Η πεθερά, ο πεθερός, η αδερφή του Στέλιου με τον άντρα της και ο μικρός του αδερφός.
Έξι έξτρα άτομα.
Στο σπίτι που στις φωτογραφίες έδειχνε άνετο, αλλά στην πραγματικότητα με το ζόρι χωρούσαμε εμείς οι τέσσερις.
Τα παιδιά άρχισαν να στραβώνουν από την πρώτη κιόλας μέρα.
Ο γιος μου ήθελε να κοιμηθεί λίγο το μεσημέρι γιατί είχε κουραστεί από το ταξίδι. «Όχι τώρα ύπνο, θα σας φύγει η μέρα!» είπε η Ευανθία και του έδωσε παγωτό στο χέρι.
Η μικρή ήθελε να κάτσει λίγο ήσυχα να ζωγραφίσει. «Έλα, έλα με τη γιαγιά στη θάλασσα, τι κάθεσαι μέσα;» Όλα γίνονταν με φωνές, με οδηγίες, με εκείνο το “εγώ ξέρω καλύτερα”. Το σπίτι είχε χάσει τον ρυθμό του.
Το πρωί ξυπνούσαν όλοι από τις επτά γιατί ο πεθερός άναβε τηλεόραση και η πεθερά χτυπούσε κατσαρόλες στην κουζίνα.
Το βράδυ τα παιδιά νύσταζαν και εκείνη επέμενε να κάτσουμε όλοι μαζί στην αυλή “σαν οικογένεια”. Ο Στέλιος έλεγε συνέχεια το ίδιο. «Κάνε λίγο υπομονή.
Μη χαλάσουμε τις μέρες μας.» Μα οι μέρες μας ήδη χαλούσαν.
Και δεν το έβλεπε.
Ή δεν ήθελε να το δει.
Την τρίτη μέρα, ο μικρός μου ξέσπασε.
Άρχισε να κλαίει στην παραλία γιατί δεν ήθελε άλλο να κάθεται εκεί μεσημεριάτικα, μέσα στον ήλιο, μόνο και μόνο επειδή η γιαγιά είχε αποφασίσει ότι “τα παιδιά στη θάλασσα ξεσπάνε”. Τον πήρα αγκαλιά και τον πήγα πίσω στο σπίτι.
Ήταν καυτός, κατακόκκινος, εξαντλημένος. Η Ευανθία ήρθε από πίσω μου εκνευρισμένη. «Πάλι υπερβολική είσαι.
Ένα παιδί είναι, όχι γυαλί.» Γύρισα και την κοίταξα όπως δεν την είχα κοιτάξει ποτέ. «Αρκετά.
Δεν θα μου πείτε εσείς τι αντέχει το παιδί μου.» Πάγωσαν όλοι.
Ακόμα και τα τζιτζίκια, έτσι μου φάνηκε εκείνη τη στιγμή. Ο Στέλιος πετάχτηκε αμέσως. «Μιλάς άσχημα στη μάνα μου.» Και εκεί έσπασα. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους