«Πάλι φακές; Σοβαρά τώρα, κυρία Μαρία;» είπε η Ελένη και άφησε το κουτάλι με εκείνο το ξερό χτύπημα πάνω στο πιάτο που σου σηκώνει την τρίχα. Ο γιος μου, ο Γιάννης, ούτε καν με κοίταξε. Συνέχισε να...
«Πάλι φακές; Σοβαρά τώρα, κυρία Μαρία;» είπε η Ελένη και άφησε το κουτάλι με εκείνο το ξερό χτύπημα πάνω στο πιάτο που σου σηκώνει την τρίχα.
Ο γιος μου, ο Γιάννης, ούτε καν με κοίταξε.
Συνέχισε να χαζεύει το κινητό του λες και δεν είχε ακουστεί τίποτα.
Εγώ στεκόμουν στον πάγκο της κουζίνας, με την ποδιά ακόμα δεμένη, και για λίγα δευτερόλεπτα δεν ήξερα αν έπρεπε να απαντήσω ή να κάνω πως δεν άκουσα.
Μέσα στο δικό μου σπίτι.
Στη δική μου κουζίνα.
Με το ρεύμα πληρωμένο από εμένα, το νερό από εμένα, το σούπερ μάρκετ από εμένα. «Αν θες, Ελένη, αύριο να μαγειρέψεις εσύ», της είπα ήρεμα, όσο ήρεμα μπορούσα.
Σήκωσε τους ώμους. «Δεν το λέω κακά.
Απλώς κάποια πράγματα πρέπει να αλλάξουν εδώ μέσα.» Εδώ μέσα.
Το είπε έτσι.
Σαν να ήταν το σπίτι της και εγώ μια ηλικιωμένη θεία που τη φιλοξενούν από υποχρέωση.
Τους άνοιξα την πόρτα πριν από οκτώ μήνες. Ο Γιάννης είχε χάσει τη δουλειά του από μια τεχνική εταιρεία στον Πειραιά και η Ελένη λίγο μετά έμεινε κι εκείνη χωρίς δουλειά από ένα μαγαζί με ρούχα στο Περιστέρι.
Το νοίκι τους έτρεχε, οι λογαριασμοί μαζεύονταν, και ένα βράδυ ο γιος μου με πήρε τηλέφωνο και έκλαιγε.
Ναι, έκλαιγε.
Είχα χρόνια να τον ακούσω έτσι. «Μάνα, δεν βγαίνουμε... Θα μας πετάξουν έξω.» Τι να έκανα; Να έλεγα όχι; Του είπα να έρθουν αμέσως. «Μέχρι να σταθείτε στα πόδια σας», τους είπα.
Αυτό μόνο.
Τις πρώτες μέρες ήμουν και συγκινημένη.
Έστρωσα το μικρό δωμάτιο, έπλυνα κουβέρτες, τους έφτιαχνα καφέ το πρωί. Η Ελένη με φιλούσε σταυρωτά, ο Γιάννης μου έλεγε «να 'σαι καλά, ρε μάνα». Πίστεψα ότι θα περάσει σαν μια δυσκολία και τέλος.
Αλλά δεν πέρασε έτσι.
Σιγά σιγά άρχισαν να απλώνονται παντού.
Στην αρχή ήταν λίγα ρούχα στην καρέκλα.
Μετά κούτες στο χωλ.
Μετά τα καλλυντικά της Ελένης στο μπάνιο, τα παπούτσια της στην είσοδο, το λάπτοπ του Γιάννη μόνιμα ανοιχτό στο τραπέζι της κουζίνας.
Το σαλόνι έγινε δικό τους.
Η τηλεόραση δούλευε μέχρι τη μία τη νύχτα.
Αν έλεγα να χαμηλώσουν λίγο, ο Γιάννης ξεφυσούσε. «Μάνα, χαλάρωσε λίγο.
Σπίτι είμαστε.» Σπίτι είμαστε. Ναι.
Αλλά ποιανού σπίτι; Άρχισαν και οι παρατηρήσεις.
Για το πώς διπλώνω τα ρούχα.
Για το ότι βλέπω παλιές σειρές.
Για το ότι μιλάω με την αδερφή μου στο τηλέφωνο και «ακούγεται σε όλο το σπίτι». Μια μέρα η Ελένη μου είπε να μην ανάβω τόσο συχνά το θερμοσίφωνο γιατί «φουσκώνει ο λογαριασμός». Την κοίταξα και γέλασα από νεύρα. «Ποιον λογαριασμό, κορίτσι μου; Αυτόν που πληρώνω εγώ;» Κοκκίνισε, αλλά δεν ζήτησε συγγνώμη. Ο Γιάννης πάλι έκανε πως δεν άκουσε.
Αυτό ήταν που με πονούσε πιο πολύ.
Όχι μόνο η αγένεια της νύφης μου.
Ο γιος μου.
Το παιδί που μεγάλωσα μόνη μου μετά τον θάνατο του πατέρα του.
Το παιδί για το οποίο καθάριζα σκάλες και πήγαινα και σε σπίτια για σιδέρωμα για να μη του λείψει τίποτα.
Αυτός με άφηνε να μικραίνω κάθε μέρα λίγο περισσότερο μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.
Και μετά ήρθε εκείνο το απόγευμα που γύρισα από τη λαϊκή και τους άκουσα από την εξώπορτα. «Δεν γίνεται άλλο με τη μάνα σου», έλεγε η Ελένη. «Έχει άποψη για όλα.
Νιώθω ότι μας πνίγει.» Και ο Γιάννης της απάντησε χαμηλόφωνα, αλλά το άκουσα καθαρά. «Κάνε υπομονή μέχρι να μαζέψουμε κάτι.
Μετά θα είμαστε ήσυχοι.» Δεν με πείραξε μόνο αυτό.
Με διέλυσε το «θα είμαστε ήσυχοι». Δηλαδή εγώ τι ήμουν; Ο θόρυβος; Το εμπόδιο; Η γριά που τους χαλούσε την άνεση ενώ τους τάιζα; Μπήκα μέσα κρατώντας τις σακούλες και πάγωσαν και οι δύο. «Μην κάνετε τον κόπο να χαμηλώσετε τη φωνή σας τώρα», τους είπα. «Τα άκουσα όλα.» 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους