«Κύριε Στέφανε, σας παρακαλώ, μη μου πείτε όχι τώρα…» μου είπε η Δάφνη με μάτια κόκκινα, κρατώντας το κινητό στο ένα χέρι και μια μισογεμάτη σακούλα φαρμάκων στο άλλο. Πίσω της, στην ανοιχτή πόρτα...
«Κύριε Στέφανε, σας παρακαλώ, μη μου πείτε όχι τώρα…» μου είπε η Δάφνη με μάτια κόκκινα, κρατώντας το κινητό στο ένα χέρι και μια μισογεμάτη σακούλα φαρμάκων στο άλλο.
Πίσω της, στην ανοιχτή πόρτα του διαμερίσματος, η μητέρα της, η κυρία Αργυρώ, φώναζε από μέσα πως δεν είναι ανήμπορη και δεν χρειάζεται φύλακα.
Κι εγώ στεκόμουν στο πλατύσκαλο με τις παντόφλες, σαν χαμένος, λες και κάποιος με τράβηξε ξαφνικά έξω από τη σιωπηλή ζωή μου και με πέταξε μέσα σε ξένη φουρτούνα.
Είχα βγει στη σύνταξη πριν από τρία χρόνια.
Στην αρχή έλεγα, «θα ξεκουραστώ λίγο». Μετά το λίγο έγινε πολύ.
Ο καφές μόνος στο μπαλκόνι, οι ίδιες διαδρομές μέχρι τον φούρνο, λίγη τηλεόραση να παίζει απλώς για να ακούγεται μια φωνή.
Η γυναίκα μου είχε φύγει από τη ζωή πριν επτά χρόνια και ο γιος μου ήταν στην Πάτρα με τη δική του οικογένεια.
Τηλέφωνο έκανε, δεν λέω.
Αλλά άλλο η φωνή, άλλο να ανοίγει μια πόρτα και να μπαίνει άνθρωπος μέσα. Η Δάφνη μου εξήγησε βιαστικά πως έπρεπε να φύγει για τη Λάρισα.
Ο άντρας της είχε πάθει ένα μικρό εγκεφαλικό και ήταν στο νοσοκομείο.
Δεν μπορούσε να πάρει την Αργυρώ μαζί της.
Ο αδελφός της, ο Μανώλης, έμενε στο Περιστέρι, αλλά όπως είπε με μισόπνιχτη ντροπή, «δεν πολυασχολείται». Μου ζήτησε μόνο να περνάω δυο φορές τη μέρα.
Να βλέπω αν πήρε τα χάπια της, αν έφαγε, αν είναι καλά.
Πριν προλάβω να απαντήσω, ακούστηκε βαριά αντρική φωνή από πίσω της στο τηλέφωνο. «Ποιον βρήκες πάλι; Τον γείτονα; Και πού ξέρεις εσύ τι άνθρωπος είναι;» Η Δάφνη χαμήλωσε το βλέμμα.
Κατάλαβα αμέσως. Ο Μανώλης.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτό με πείσμωσε. «Πες στον αδελφό σου πως, αν θέλει, ας έρθει ο ίδιος», είπα. «Μέχρι τότε, θα την κοιτάω εγώ.» Την πρώτη μέρα η Αργυρώ δεν με ήθελε ούτε να με βλέπει.
Μου άνοιξε με την αλυσίδα περασμένη. «Δεν χρειάζομαι επιτήρηση, Στέφανε.
Να το πεις στη Δάφνη.» «Δεν ήρθα για επιτήρηση», της απάντησα. «Ήρθα να δω αν θες ψωμί από τον φούρνο.» Με κοίταξε καχύποπτα.
Μετά από λίγο ξεκλείδωσε.
Το σπίτι μύριζε κλεισούρα και χαμομήλι.
Στο τραπεζάκι είχε παλιά περιοδικά, λογαριασμούς της ΔΕΗ και ένα πιάτο με δύο φρυγανιές που είχαν μαλακώσει από την υγρασία.
Μου είπε πως είχε φάει.
Έλεγε ψέματα. Φαινόταν.
Τις επόμενες μέρες αρχίσαμε σιγά σιγά να μιλάμε.
Στην αρχή για ασήμαντα.
Για τον καιρό, για το ασανσέρ που πάλι κόλλησε, για τον απέναντι που αφήνει τα σκουπίδια έξω από την πόρτα.
Μετά άρχισαν τα άλλα.
Μου είπε πως φοβόταν τα βράδια.
Όχι τόσο μην πέσει ή μην πάθει κάτι.
Φοβόταν τη σιωπή. «Ακούω το ρολόι και μου φαίνεται σαν να μετράει ποιος έμεινε και ποιος έφυγε», μου είπε μια μέρα, χωρίς να με κοιτάει.
Κι εγώ, χωρίς να το πολυσκεφτώ, της είπα την αλήθεια. «Κι εγώ για αυτό αφήνω ανοιχτή την τηλεόραση.» Εκείνη τη στιγμή κάτι έσπασε.
Όχι άσχημα.
Σαν να ράγισε ένας τοίχος που μας χώριζε.
Άρχισα να της πηγαίνω έτοιμο φαγητό, όχι τίποτα σπουδαίο.
Φασολάκια, σούπα, λίγες γεμιστές πιπεριές που μου είχαν πετύχει καλά.
Μερικές φορές καθόμουν κι έτρωγα μαζί της.
Άλλες, τη συνόδευα μέχρι την είσοδο να πάρει λίγο αέρα.
Έβαζε κραγιόν πριν βγει.
Αυτό με τσάκιζε και με συγκινούσε μαζί.
Σαν να ήθελε να θυμίσει στον εαυτό της ότι υπάρχει ακόμα. Ο Μανώλης εμφανίστηκε ξαφνικά ένα απόγευμα.
Χτύπησε την πόρτα δυνατά και μπήκε μέσα με ύφος ελεγκτή. «Εσείς είστε ο Στέφανος;» «Στέφανος είμαι, ναι.» Κοίταξε το ταπεράκι στο τραπέζι, το ποτήρι με το νερό, τα φάρμακα τακτοποιημένα. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους