«Μαμά, τι έπαθες; Γιατί την κοιτάς έτσι;» μου είπε ο Στέφανος, και για ένα δευτερόλεπτο νόμιζα πως δεν άκουγα καλά. Γιατί απέναντί μου, στην κουζίνα μου, με ένα ταψί παστίτσιο στα χέρια και ένα...
«Μαμά, τι έπαθες; Γιατί την κοιτάς έτσι;» μου είπε ο Στέφανος, και για ένα δευτερόλεπτο νόμιζα πως δεν άκουγα καλά.
Γιατί απέναντί μου, στην κουζίνα μου, με ένα ταψί παστίτσιο στα χέρια και ένα χαμόγελο γλυκό, στεκόταν η ίδια κοπέλα που πριν χρόνια είχε κάνει τη ζωή της κόρης μου κόλαση.
Το όνομά της, η φωνή της, ακόμα κι ο τρόπος που έσπρωχνε τα μαλλιά πίσω από το αυτί της. Η Άννα.
Μόνο που τώρα ήταν η αρραβωνιαστικιά του γιου μου.
Ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος.
Προσπάθησα να μη δείξω τίποτα.
Έβαλα πιάτα, ρώτησα αν θέλουν σαλάτα, είπα δυο αστεία ξεκάρφωτα.
Αλλά μέσα μου είχαν ανοίξει όλα.
Εγώ ήξερα τι είχε περάσει η Ελένη εξαιτίας αυτής της κοπέλας και της παρέας της.
Τα ανώνυμα μηνύματα.
Τα γέλια στον διάδρομο.
Το να της κρύβουν την τσάντα.
Το να τη λένε «φάντασμα» και «ψυχανώμαλη» μέχρι που το παιδί μου σταμάτησε να τρώει, να κοιμάται, να μιλάει.
Τη θυμάμαι δεκαέξι χρονών, κλεισμένη στο μπάνιο, να κλαίει αθόρυβα για να μην την ακούσουμε.
Τη θυμάμαι να μου λέει: «Μαμά, δεν θέλω να ξαναπάω σχολείο.
Σε παρακαλώ». Και μετά οι ψυχολόγοι, η αλλαγή σχολείου, μήνες να τη μαζεύουμε κομμάτι κομμάτι.
Ποιος ξεχνάει αυτά; Δεν είπα τίποτα εκείνο το βράδυ.
Περίμενα να φύγει η Άννα.
Όταν έκλεισε η πόρτα, γύρισα στον Στέφανο και του είπα μόνο: «Ξέρεις ποια είναι;» Με κοίταξε μπερδεμένος. «Η κοπέλα μου είναι, μαμά.
Τι εννοείς;» Του τα είπα όλα.
Όχι με φωνές στην αρχή.
Σχεδόν ψιθυριστά.
Όσο μιλούσα, τον έβλεπα να χλομιάζει.
Κάθισε στην καρέκλα και πέρασε τα χέρια στο πρόσωπό του. «Είσαι σίγουρη;» με ρώτησε. «Είμαι η μάνα της Ελένης.
Είμαι πιο σίγουρη απ’ όσο θα ήθελα.» Περίμενα να θυμώσει, να ταρακουνηθεί, να πει “δεν το πιστεύω”. Σοκαρίστηκε, ναι.
Αλλά μετά ήρθε εκείνη η φράση που ακόμα μου γυρίζει στο κεφάλι. «Μαμά, αυτό ήταν πριν δέκα χρόνια.
Ήταν παιδιά. Η Άννα έχει αλλάξει.» «Η Ελένη, όμως, δεν άλλαξε επειδή το ήθελε.
Άλλαξε επειδή την έσπασαν.» Από εκεί ξεκίνησαν όλα. Η Άννα ήρθε μόνη της δύο μέρες μετά.
Χτύπησε το κουδούνι και όταν άνοιξα, είχε μάτια πρησμένα. «Θέλω να σας μιλήσω», μου είπε.
Καθίσαμε στο σαλόνι.
Δεν ήξερε πού να ακουμπήσει τα χέρια της. «Ντρέπομαι πάρα πολύ για το πώς ήμουν τότε.
Δεν έχω δικαιολογία.
Ήμουν σκληρή, ηλίθια, ακολουθούσα την παρέα, έκανα πράγματα που αν τα σκεφτώ σήμερα, δεν αντέχω τον εαυτό μου.» Την άκουγα και θύμωνα κι άλλο.
Όχι γιατί δεν την πίστευα.
Ίσα ίσα, την πίστευα.
Αλλά τι να το κάνω; Να πάω πίσω να σώσω το παιδί μου δεν μπορούσα.
Της είπα: «Τα λες σωστά.
Αλλά δεν τα έζησες εσύ.» Κατέβασε το κεφάλι. «Θέλω να ζητήσω συγγνώμη από την Ελένη.» Γέλασα πικρά. «Η Ελένη δεν θέλει ούτε να σε βλέπει.» 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους