Ο Κολτές έγραφε το έργο γνωρίζοντας πως βρισκόταν στους τελευταίους μήνες της ζωής του. Νιώθω ότι οι λέξεις του είναι ποτισμένες από αυτή την επίγνωση. Ο Τσούκκο, προσπαθώντας να αποποιηθεί την...
Ο Κολτές έγραφε το έργο γνωρίζοντας πως βρισκόταν στους τελευταίους μήνες της ζωής του.
Νιώθω ότι οι λέξεις του είναι ποτισμένες από αυτή την επίγνωση. Ο Τσούκκο, προσπαθώντας να αποποιηθεί την ταυτότητά του, λέει ότι δεν είναι ήρωας, ότι οι ήρωες είναι εγκληματίες και ότι δεν υπάρχουν ήρωες που τα ρούχα τους να μην είναι βουτηγμένα στο αίμα.
Και σκέφτομαι τον Κολτές, που νόσησε από AIDS, σε μια εποχή όπου η ασθένεια αποτελούσε ουσιαστικά καταδίκη σε θάνατο.
Νιώθω ότι μέσα στο έργο μιλά ο πόνος ενός ανθρώπου που αισθάνθηκε παρείσακτος, παρίας, μολυσματικός, επικίνδυνος.
Ενός ανθρώπου που δεν μπορεί να αλλάξει το ίδιο του το αίμα.
Και το αίμα του είναι ταυτόχρονα η ταυτότητά του, η ασθένειά του και η κατάληξή του.
Νομίζω ότι ο Κολτές μιλά πολύ προσωπικά μέσα από τον Τσούκκο.
Μιλά και για τη φυλακή του δικού του τέλους, για κάτι που ξέρει ότι δεν μπορεί να αποφύγει. «Δεν θέλω να πεθάνω. Πρόκειται να πεθάνω», λέει ο Τσούκκο.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους