Ο πόλεμος των δεύτερων Η σύγκρουση του ΠΑΣΟΚ με την ΕΛΑΣ κλιμακώνεται, παρά τις διαψεύσεις των ηγεσιών τους. Η διαμάχη δεν αναζωπυρώθηκε από το άρθρο του Καρτερού που αναρωτιόταν αν είναι «βλάκας ο...
Ο πόλεμος των δεύτερων Η σύγκρουση του ΠΑΣΟΚ με την ΕΛΑΣ κλιμακώνεται, παρά τις διαψεύσεις των ηγεσιών τους.
Η διαμάχη δεν αναζωπυρώθηκε από το άρθρο του Καρτερού που αναρωτιόταν αν είναι «βλάκας ο Ανδρουλάκης». Τα δύο κόμματα ανταλλάσσουν καταγγελίες και τα στελέχη τους διασταυρώνουν καθημερινά τα ξίφη τους στα τηλεπαράθυρα.
Είναι ο πόλεμος των δεύτερων που φουντώνει όλο και περισσότερο, όσο η διαφορά των ποσοστών τους πλησιάζει στο όριο του στατιστικού λάθους.
Εν μέρει η αντιπαράθεση τροφοδοτείται από το εκλογικό σύστημα στο οποίο ο (λιγότερο) χαμένος τα παίρνει όλα.
Αυτός που θα βγει δεύτερος αποκτά αυτομάτως προβάδισμα ως κυβέρνηση εν αναμονή, ενώ ο τρίτος κινδυνεύει να συμπιεστεί στη μέγγενη της χαμένης ψήφου.
Η βασικότερη αιτία, ωστόσο, είναι ότι κανένα από τα δύο κόμματα δεν έχει πείσει ότι αποτελεί ουσιαστική εναλλακτική απέναντι στη ΝΔ – ούτε ως πρόγραμμα, ούτε ως ηγεσία.
Οι αδυναμίες τους είναι παραπληρωματικές. Το ΠΑΣΟΚ έχει κόμμα, αλλά δεν διαθέτει (ισχυρή) ηγεσία. Η ΕΛΑΣ διαθέτει (ισχυρή) ηγεσία, αλλά δεν έχει κόμμα.
Το καθένα ψωνίζει από τα αζήτητα του άλλου – η ΕΛΑΣ παίρνει τα στελέχη που άφησε αναξιοποίητα ο Ανδρουλάκης. Το ΠΑΣΟΚ ενσωματώνει τα ορφανά του Κασσελάκη, η σοβαρότητα των οποίων υπολείπεται ακόμη και αυτών των σημερινών ποσοστών του άλλοτε αρχηγού τους.
Στην ουσία τα δύο κόμματα θυμίζουν δύο φίδια που το ένα τρώει την ουρά του άλλου – φουσκώνουν και τα δύο, αλλά ταυτόχρονα κονταίνουν αμφότερα.
Ο ανταγωνισμός για τη δεύτερη θέση ωφελεί μόνο τη ΝΔ η οποία παγιώνεται στο μυαλό του κόσμου ως η αδιαφιλονίκητη πρώτη, παρόλο που το 70% των πολιτών επιθυμεί σταθερά πολιτική αλλαγή.
Πολιτική αλλαγή όμως που αδυνατούν να του την προσφέρουν τόσο το ΠΑΣΟΚ, όσο η ΕΛΑΣ.
Και αδυνατούν διότι δεν λένε κάτι ουσιαστικό για τα προβλήματα που καίνε τον κόσμο, με πρώτο την ακρίβεια και δεύτερη τη δικαιοσύνη.
Και όταν λένε, το λένε με λάθος τρόπο.
Εκεί που πρέπει να «λαϊκίσουν» - στο «τι» - εμφανίζονται υπερβολικά φειδωλοί και θεσμικοί.
Εκεί που πρέπει να είναι θεσμικοί – στο «πώς» - εμφανίζονται γενικοί και αφηρημένοι. Το ΠΑΣΟΚ έχει επεξεργασμένες θέσεις, αλλά δεν καταφέρνει να τις μετατρέψει σε ξεκάθαρο πολιτικό μήνυμα.
Έχει πρόγραμμα άλλα δεν έχει ιδιοκτησία του προγράμματος του. Ο Ανδρουλάκης και τα στελέχη του μιλούν αλλά δεν ακούγονται. Ο Τσίπρας ακούγεται αλλά αυτά που λέει δεν πείθουν, τα δε στελέχη της ΕΛΑΣ θυμίζουν κακοφωνία – από το καλοκαίρι και μετά κάνουν το ένα πολιτικό και επικοινωνιακό λάθος μετά το άλλο.
Η ηγεσία του ενός κόμματος είναι το αντεστραμμένο είδωλο της ηγεσίας του άλλου. Ο Ανδρουλάκης δεν είναι ο – κατά Βέμπερ – χαρισματικός ηγέτης, η νομιμοποίησή του είναι οργανωτική και ορθολογικο-θεσμική.
Αφορά όμως μόνο το εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ και εκεί είναι περιορισμένη - 29,64% ήταν το ποσοστό του στον πρώτο γύρο των τελευταίων εσωκομματικών εκλογών – και διαρκώς υπό αμφισβήτηση από τους δελφίνους.
Η μόνιμη εσωκομματική αμφισβήτηση και η δική του αδυναμία να τη διαχειριστεί, έχουν σχεδόν εκμηδενίσει την όποια ηγετικότητά του στο ευρύ κοινό. Ο Τσίπρας είναι (ή μάλλον ήταν) χαρισματικός ηγέτης, αλλά πλέον δεν έχει κόμμα να ηγηθεί.
Διαθέτει μόνο ένα (συρρικνούμενο) φαν κλαμπ και ένα άθροισμα απελπισμένων (για αλλαγή) και καιροσκόπων που είδαν φως και μπήκαν.
Εκπέμπει ακόμα «σήμα», αν και πιο θολό και αδύναμο, αλλά δεν έχει ενισχυτή να το μεταδώσει παντού.
Για αυτό η πρόσφατη δήλωσή του «ή εμείς ή κανείς» ακούστηκε τόσο παράταιρη – αν μπορείς, δεν χρειάζεται να το δηλώσεις.
Αν αισθάνεσαι την ανάγκη να το δηλώσεις, μάλλον έχεις αρχίσει να αμφιβάλλεις ότι μπορείς.
Έχουμε λοιπόν μια μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία που ζητά επιτακτικά πολιτική αλλαγή, αλλά μια εντελώς αυτοαναφορική αντιπολίτευση – το ΠΑΣΟΚ λόγω (ηγετικής) αδυναμίας, η ΕΛΑΣ λόγω (ηγετικής) αλαζονείας.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους