[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

«Μάνα, δεν θέλω να έρθεις αύριο». Για λίγα δευτερόλεπτα νόμιζα πως δεν άκουσα καλά. Κρατούσα το τηλέφωνο με το ένα χέρι και με το άλλο σκούπιζα τον πάγκο της κουζίνας. Είχα ήδη ετοιμάσει τα δωράκια...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Μάνα, δεν θέλω να έρθεις αύριο». Για λίγα δευτερόλεπτα νόμιζα πως δεν άκουσα καλά.

Κρατούσα το τηλέφωνο με το ένα χέρι και με το άλλο σκούπιζα τον πάγκο της κουζίνας.

Είχα ήδη ετοιμάσει τα δωράκια για τον μικρό Αντώνη, είχα πάρει καινούριο πουκάμισο, μέχρι και κεράκια είχα αγοράσει, λες και δεν θα είχε η νύφη μου. «Τι εννοείς δεν θέλεις να έρθω; Είναι τα γενέθλια του εγγονού μου, Στέλιο». Από την άλλη άκουσα μια ανάσα βαριά. «Το εννοώ όπως το λέω.

Κάθε φορά κάτι θα σχολιάσεις.

Για το φαγητό, για το σπίτι, για το παιδί, για τη Μαρία.

Δεν αντέχω άλλη ένταση.

Θέλω μια μέρα να περάσει ήρεμα το παιδί». Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. «Δηλαδή εγώ χαλάω το παιδί; Εγώ; Που τον κράτησα άπειρες φορές όταν εσείς τρέχατε; Που του πήρα παπούτσια όταν μου είπες ότι δεν βγαίνετε οικονομικά;» «Δεν είπα αυτό», μου πέταξε κοφτά. «Αλλά πάντα έχεις κάτι να πεις.

Και το λες μπροστά σε όλους.

Δεν γίνεται άλλο». Το τηλέφωνο έκλεισε μέσα σε μια σιωπή που βούιζε.

Έμεινα ακίνητη στην κουζίνα, με το ψυγείο να κάνει εκείνο τον μονότονο ήχο και το κατσαρολάκι με τα γεμιστά που είχα ετοιμάσει για να τους πάω να μυρίζει δυόσμο και κρεμμύδι.

Ξαφνικά όλα μου φάνηκαν γελοία.

Κάθισα στην καρέκλα και έβαλα τα κλάματα σαν μικρό παιδί.

Όχι ήσυχα.

Από εκείνα τα κλάματα που σε κόβουν στη μέση.

Γιατί δεν ήταν μόνο τα γενέθλια.

Ήταν όλα όσα είχαν μαζευτεί χρόνια.

Ναι, μιλάω.

Ναι, σχολιάζω.

Όταν βλέπω το παιδί να τρώει κάθε μέρα έτοιμα απ' έξω, θα το πω. Όταν πάω σπίτι τους και βλέπω ρούχα πεταμένα, πιάτα στον νεροχύτη και τον μικρό με το τάμπλετ κολλημένο στο πρόσωπο, πάλι θα το πω. Ίσως όχι όμορφα. Εντάξει.

Δεν είμαι και εύκολος άνθρωπος.

Αλλά είμαι μάνα.

Και γιαγιά.

Την επόμενη μέρα δεν πήγα.

Όλη μέρα κοιτούσα το κινητό, μήπως μου στείλει ο μικρός μια φωτογραφία, ένα φωνητικό, κάτι. Τίποτα.

Μόνο αργά το βράδυ ανέβασε η Μαρία κάτι μπαλόνια και μια τούρτα με ποδόσφαιρο. Ο Αντώνης γελούσε.

Κι εγώ ζούμαρα τη φωτογραφία σαν χαζή για να δω αν φορούσε το μπλε μπλουζάκι που του είχα πάρει.

Τρεις μέρες μετά, χτύπησε το κουδούνι.

Άνοιξα και είδα τον Στέλιο με τον Αντώνη από το χέρι.

Ο μικρός έτρεξε πάνω μου. «Γιαγιά, γιατί δεν ήρθες; Περίμενα να μου τραγουδήσεις». Εκεί λύγισα.

Τον αγκάλιασα τόσο σφιχτά που ο Στέλιος γύρισε το βλέμμα αλλού.

Έφτιαξα χυμό στον μικρό και τον έβαλα στο σαλόνι με τα τουβλάκια του. Ο Στέλιος έμεινε όρθιος στην κουζίνα.

Όπως στεκόταν μικρός όταν ήξερε ότι είχε κάνει ζημιά. «Ήρθα γιατί δεν μου άρεσε όπως έγινε», είπε. «Α, τώρα δεν σου άρεσε; Αφού έσωσες την ηρεμία σας». Με κοίταξε κουρασμένος.

Πολύ πιο κουρασμένος απ' όσο τον θυμόμουν. «Μάνα, δεν είναι θέμα ηρεμίας μόνο.

Είναι ότι κάθε φορά μας κάνεις να νιώθουμε λίγοι.

Σαν να αποτυγχάνουμε σε όλα.

Σαν να μην ξέρουμε να μεγαλώσουμε το παιδί μας». Γέλασα πικρά. «Και προτιμάς να μη μιλάω; Να βλέπω και να καταπίνω; Αυτή είναι η αγάπη;» «Όχι.

Αλλά ούτε αυτό που κάνεις είναι αγάπη όταν έρχεται σαν επίθεση». Έμεινα σιωπηλή.

Γιατί το είπε ήρεμα.

Όχι θυμωμένα.

Κι αυτό πονάει πιο πολύ καμιά φορά. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences