Είμαι 49 χρονών και για πρώτη φορά από τότε που τελείωσα το στρατό ξυπνάω μερικά πρωινά χωρίς να έχω πού να πάω. Δεν το λέω για να με λυπηθεί κανείς. Απλώς αυτό είναι το πιο περίεργο. Είχα συνηθίσει...
Είμαι 49 χρονών και για πρώτη φορά από τότε που τελείωσα το στρατό ξυπνάω μερικά πρωινά χωρίς να έχω πού να πάω.
Δεν το λέω για να με λυπηθεί κανείς.
Απλώς αυτό είναι το πιο περίεργο.
Είχα συνηθίσει τόσα χρόνια να ανοίγω μάτια στις πέντε και τέταρτο, να βάζω καφέ στο θερμός, να φοράω τα ίδια άρβυλα και να κατεβαίνω στην αποθήκη στον Ασπρόπυργο.
Τώρα ξυπνάω, κοιτάω την ώρα και για λίγα δευτερόλεπτα νομίζω ότι άργησα.
Στην εταιρεία μπήκα το 2002.
Εμπόριο ειδών υγιεινής, σωλήνες, μπαταρίες, τέτοια.
Μικρή οικογενειακή επιχείρηση ήταν τότε.
Ο κύριος Μάκης, το αφεντικό, με ήξερε με το μικρό μου.
Είχα ξεκινήσει φορτοεκφορτωτής και μετά έγινα υπεύθυνος βάρδιας χωρίς ποτέ να το γράφει καμιά κάρτα ή κάποιο χαρτί.
Απλώς όλοι ήξεραν ότι, αν γινόταν μπάχαλο με παραγγελίες ή οδηγούς, θα έπαιρναν εμένα τηλέφωνο.
Δεν ήμουν άγιος.
Γκρίνιαζα, ειδικά όταν μας έφερναν πρόγραμμα Παρασκευή απόγευμα για τη Δευτέρα.
Αλλά δεν τους άφησα ποτέ ξεκρέμαστους.
Έχω πάει Χριστούγεννα για να βγει μια παραγγελία, έχω αφήσει τη γυναίκα μου, τη Μαρίνα, μόνη με πυρετό γιατί έλειπε ο οδηγός για Λάρισα.
Δεν το έκανα επειδή ήμουν ήρωας.
Το έκανα γιατί πίστευα ότι κάπως αυτά γυρνάνε.
Το 2022, όταν ανέβηκαν τα πάντα και άρχισαν να πέφτουν οι δουλειές στην οικοδομή, μας μάζεψαν στο γραφείο.
Μας είπαν ότι πρέπει να κρατηθεί η εταιρεία όρθια.
Ο κύριος Μάκης είχε βουρκώσει κιόλας, ή έτσι μου φάνηκε.
Ζήτησαν να δεχτούμε εκ περιτροπής εργασία για λίγο.
Τέσσερις μέρες τη βδομάδα αντί για πέντε. Η Μαρίνα μου έλεγε να μην υπογράψω αμέσως. «Δεν ξέρεις τι θα γίνει μετά», μου είπε.
Της απάντησα ότι είκοσι χρόνια δεν πετιούνται από τη μια μέρα στην άλλη.
Και, για να είμαι ειλικρινής, φοβήθηκα κιόλας.
Με δάνειο που είχε μείνει από το σπίτι, με την κόρη μας να σπουδάζει στην Πάτρα, τι επιλογή είχα; Υπέγραψα.
Οι περισσότεροι υπογράψαμε.
Για περίπου οκτώ μήνες τα βγάζαμε δύσκολα.
Έκοψα μέχρι και τα τσιγάρα για ένα διάστημα, όχι από υγεία, από οικονομία. Η Μαρίνα έκανε παραπάνω ώρες στο κομμωτήριο όταν υπήρχε δουλειά.
Η κόρη μας έλεγε στο τηλέφωνο «καλά είμαι, μην αγχώνεστε», κι εγώ ήξερα από τον τρόπο που μιλούσε ότι μετρούσε κι εκείνη τα λεφτά της.
Μετά, ξαφνικά, οι δουλειές άρχισαν να ανεβαίνουν.
Μπήκαν δύο μεγάλες συνεργασίες, έρχονταν παλέτες η μία πίσω από την άλλη.
Λέγαμε μεταξύ μας ότι επιτέλους θα γυρίσουμε κανονικά.
Αντί γι’ αυτό, μια Δευτέρα εμφανίστηκε ο ανιψιός του κυρίου Μάκη. Ο Πέτρος.
Τριάντα κάτι, καλό παιδί φαινόταν, δεν έχω προσωπικό μαζί του.
Ήρθε με καινούργιο αγροτικό, αθλητικά καθαρά σαν να πήγαινε για καφέ, και μας είπαν ότι θα αναλάβει «τον συντονισμό της αποθήκης και την ψηφιακή αναδιοργάνωση». Για είκοσι δύο χρόνια, ο Στέλιος ήταν από εκείνους που δεν έλεγαν ποτέ «δεν είναι δική μου δουλειά». Άνοιγε την αποθήκη πριν ξημερώσει, κάλυπτε συναδέλφους, έμενε όταν έλειπε κόσμος και πίστευε πως, έστω αργά, η συνέπειά του μετρούσε.
Όταν όμως η εταιρεία άρχισε να μιλά για «δύσκολη περίοδο» και θυσίες, εκείνος δέχτηκε να κάνει πίσω.
Μόνο που σύντομα κατάλαβε πως οι θυσίες δεν μοιράζονταν το ίδιο για όλους.
Και το πιο δύσκολο δεν ήταν μόνο αυτό που έχασε, αλλά ο τρόπος που του ζήτησαν να το δεχτεί, σαν να όφειλε κιόλας να νιώθει ευγνωμοσύνη.
Τώρα βρίσκεται ανάμεσα στην ανάγκη να ηρεμήσει και στην ανάγκη να μη χαρίσει σε κανέναν την αίσθηση ότι όσα έγιναν ήταν σωστά. Η ιστορία του συνεχίζεται πιο κάτω 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους