35 χρόνια μετά, θα περίμενε κανείς ότι θα είχαμε αφήσει πίσω μας τουλάχιστον τα πιο εύκολα στερεότυπα. Κι όμως, ένας τίτλος αρκεί για να μας θυμίσει πόσο γρήγορα επιστρέφουμε σε αυτά. «Ελληνισμός και...
35 χρόνια μετά, θα περίμενε κανείς ότι θα είχαμε αφήσει πίσω μας τουλάχιστον τα πιο εύκολα στερεότυπα.
Κι όμως, ένας τίτλος αρκεί για να μας θυμίσει πόσο γρήγορα επιστρέφουμε σε αυτά. «Ελληνισμός και Αλβανική μαφία». Αλήθεια, αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο επιλέγουμε να μιλήσουμε για την Αλβανία; Μέσα από το έγκλημα και τη μαφία; Γιατί δεν μιλάμε και για την άλλη πλευρά της; Για το κίνημα των φλαμίνγκο, για τους ανθρώπους που αγωνίζονται για την προστασία του περιβάλλοντος, για τους φοιτητές που κινητοποιούνται και διεκδικούν, για τους νέους που θέλουν να αλλάξουν την κοινωνία τους; Για μια χώρα με προβλήματα και αντιφάσεις, αλλά και με ανθρώπους που παλεύουν για ένα καλύτερο αύριο; Και κάπου εδώ γεννιέται ένα ακόμη ερώτημα: μήπως, επιλέγοντας να στρέφουμε τόσο έντονα τα φώτα σε τέτοια θέματα, αφήνουμε στη σκιά όσα συμβαίνουν στη δική μας χώρα και εξακολουθούν να ζητούν απαντήσεις; Τα Τέμπη, με τις οικογένειες να ζητούν ακόμη αλήθεια και λογοδοσία. Το Μάτι, με τους ανθρώπους που χάθηκαν και τις πληγές που παραμένουν ανοιχτές.
Οι υποθέσεις της Novartis και της Siemens, οι υποκλοπές και το Predator, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, με τα ερωτήματα για ευθύνες και λογοδοσία που απασχολούν τη δημόσια ζωή.
Οι παραβιάσεις δικαιωμάτων προσφύγων, για τις οποίες η Ελλάδα έχει καταδικαστεί από ευρωπαϊκά δικαστήρια.
Δεν είναι όλα τα ίδια, ούτε έχουν την ίδια διαδρομή ή την ίδια νομική κατάληξη.
Είναι, όμως, ζητήματα που μας θυμίζουν πόσο σημαντικό είναι να αναζητούμε την αλήθεια και να ζητάμε απαντήσεις, όποιοι κι αν βρίσκονται στο επίκεντρο.
Και όταν μιλάμε για έγκλημα και βία, δεν γίνεται να ξεχνάμε τον Παύλο Φύσσα και τον Σαχζάτ Λουκμάν.
Δύο άνθρωποι που δολοφονήθηκαν από δράστες συνδεδεμένους με τη Χρυσή Αυγή, με διαφορετικές ιστορίες, αλλά με μια τραγική κοινή πραγματικότητα: το μίσος και ο ρατσισμός μπορούν να κοστίσουν ανθρώπινες ζωές.
Πίσω από κάθε τέτοιο έγκλημα υπάρχουν πρόσωπα, ονόματα και οικογένειες που δεν θα ξαναδούν ποτέ τους ανθρώπους τους.
Γιατί ο ρατσισμός δεν είναι απλώς μια άσχημη λέξη ή μια προκατάληψη.
Έχει πραγματικά θύματα και αφήνει πίσω του πραγματικό πόνο.
Δεν λέω ότι δεν πρέπει να ερευνώνται η μαφία και τα εγκληματικά κυκλώματα.
Φυσικά και πρέπει.
Αλλά άλλο να ερευνάς συγκεκριμένα εγκλήματα κι άλλο να επιλέγεις έναν τίτλο που συνδέει τον «Ελληνισμό» με την «Αλβανική μαφία», σαν να αντιπαραθέτει δύο ταυτότητες ή σαν να κουβαλά η μία από αυτές μια συλλογική ενοχή.
Η δημοσιογραφία έχει τη δύναμη να ενημερώνει, αλλά έχει και την ευθύνη να μην καλλιεργεί φόβο και καχυποψία απέναντι σε ολόκληρες κοινότητες.
Γιατί πίσω από τις λέξεις υπάρχουν άνθρωποι.
Υπάρχουν παιδιά που μεγάλωσαν στα ίδια σχολεία, κάθισαν στα ίδια θρανία, μοιράστηκαν το κολατσιό τους και τις πρώτες τους αγωνίες.
Υπάρχουν φιλίες που έγιναν οικογένειες, σχέσεις, κουμπαριές και δεσμοί που δεν ρωτούν από πού κατάγεται ο καθένας.
Υπάρχουν σπίτια όπου, όποια γλώσσα κι αν μιλούσαν οι γονείς, πάντα υπήρχε ένα πιάτο παραπάνω για τον επισκέπτη.
Γιατί το «έλα να φας» και το «πάρε ένα μπουφάν μαζί σου» είναι τρόποι να δείξεις αγάπη, σε όποια γλώσσα κι αν τα πεις.
Υπάρχουν γονείς που δούλεψαν σκληρά, ξεκίνησαν από το μηδέν, άνοιξαν μαγαζιά, έχτισαν σπίτια, μεγάλωσαν παιδιά και έβαλαν το δικό τους λιθαράκι σε αυτή την κοινωνία.
Άνθρωποι που ήρθαν για να χτίσουν μια καλύτερη ζωή για τις οικογένειές τους.
Και παιδιά που μεγάλωσαν εδώ, που η Ελλάδα είναι το σχολείο τους, οι φίλοι τους, οι αναμνήσεις τους, ο τόπος όπου έμαθαν να ονειρεύονται.
Κι όμως, ακόμη και σήμερα, κάποιοι από αυτούς νιώθουν ότι πρέπει να αποδεικνύουν ξανά και ξανά πως δικαιούνται να ανήκουν εδώ.
Αυτό είναι που πονάει περισσότερο.
Να μοιράζεσαι μια ολόκληρη ζωή με τους ανθρώπους ενός τόπου και, κάθε φορά που κάποιος με την ίδια καταγωγή με εσένα κάνει κάτι εγκληματικό, να αισθάνεσαι ότι πρέπει να απολογηθείς κι εσύ.
Να κινδυνεύεις να γίνεις ύποπτος στα μάτια κάποιων πριν καν σε γνωρίσουν.
Η ευθύνη είναι ατομική.
Η καταγωγή δεν είναι ενοχή.
Ύστερα από 35 χρόνια κοινής ζωής, δεν θα έπρεπε να χρειάζεται να εξηγούμε τα αυτονόητα.
Κανένας λαός δεν αποτελείται μόνο από εγκληματίες.
Κανένας άνθρωπος δεν κρίνεται από το επίθετό του.
Και καμία κοινωνία δεν προχωρά όταν μαθαίνει να φοβάται τον διπλανό της αντί να αναζητά την αλήθεια.
Ας ερευνηθεί κάθε έγκλημα.
Ας αποδοθούν οι ευθύνες εκεί που ανήκουν.
Ας αναδειχθούν όλα όσα χρειάζονται πραγματικά φως.
Αλλά ας μη μετατρέπουμε την καταγωγή σε κατηγορία και τη διαφορετικότητα σε εύκολο στόχο.
Γιατί, τελικά, αυτό που έχουμε χτίσει μαζί όλα αυτά τα χρόνια είναι πολύ μεγαλύτερο από έναν τίτλο. Είναι μια κοινή ζωή. Κι αυτή δεν χωράει σε στερεότυπα. #OpenΝτροπή
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους