Η κιτς αισθητική της εξουσίας, η ασέβεια και η διπλωματία της υποτέλειας Η καρατόμηση της #Γκιλφόιλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα φέρνει ξανά στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα για την...
Η κιτς αισθητική της εξουσίας, η ασέβεια και η διπλωματία της υποτέλειας Η καρατόμηση της #Γκιλφόιλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα φέρνει ξανά στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα για την ελληνική εξωτερική πολιτική.
Πόσο συχνά συγχέουμε την προσωπική πρόσβαση στην εξουσία με την εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων; Η άφιξή της συνοδεύτηκε από μεγάλη δημοσιότητα, κοσμική "λάμψη" και προσδοκίες που στηρίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό στη φαινόμενη εγγύτητά της με τον Ντόναλντ Τραμπ.
Πουθενά αλλού.
Το ζήτημα δεν είναι η προβολή ενός προσώπου καθαυτή, αλλά η πολιτική υπεραξία που του αποδίδετα.
Η προσωπική εύνοια ενός Αμερικανού προέδρου, από μόνη της δεν αποτελεί εγγύηση εθνικού οφέλους.
Καλλιεργήθηκαν προσδοκίες ότι αυτή η "εγγύτητα" θα μπορούσε ίσως να λειτουργήσει ως αντίβαρο στην παρουσία του Τόμας Μπάρακ στην Τουρκία.
Στο δια ταύτα.
Τί αποκομίσαμε; Ποια συγκεκριμένα εθνικά οφέλη δικαιώνουν αυτές τις προσδοκίες; Πού βρίσκεται ο απολογισμός; Επενδύσαμε στην κιτς αισθητική, στην ψευδεπίγραφη χλιδή και στην αυταπάτη ότι οι "προσωπικές διασυνδέσεις" μπορούν να υποκαταστήσουν τη διπλωματική στρατηγική, αγνοώντας την ασέβεια και την παντελή έλλειψη διπλωματικού υποβάθρου.
Η υποτέλεια δεν είναι διπλωματική στρατηγική.
Είναι η νοοτροπία μιας χώρας που φοβάται να δυσαρεστήσει τους ισχυρούς, ακόμη κι όταν οφείλει να υπερασπιστεί την αξιοπρέπεια και τα συμφέροντά της.
Μιας χώρας που αντιμετωπίζει τις διασυνδέσεις ως διπλωματικό κεφάλαιο και την αξιοκρατία ως δευτερεύουσα λεπτομέρεια. Ο Μάρκο Ρούμπιο επέλεξε την Πνύκα για να επικαλεστεί τις αξίες και τα ιδανικά της αρχαίας Ελλάδας μας.
Ένα σκηνικό τεράστιου συμβολικού βάρους, που όμως δεν αρκεί για να προσδώσει ηθικό περιεχόμενο στην πολιτική κανενός. Οι ΗΠΑ επικαλούνται την δική μας δημοκρατική κληρονομιά, αλλά στην πράξη κινούνται με τη λογική της συναλλαγής.
Strictly business.
Ενέργεια, εμπορικοί διάδρομοι, γεωστρατηγικός έλεγχος και οικονομικά συμφέροντα.
Μετά το σκάνδαλο με την Γκιλφόιλ, η υπόθεση του Τόμας Μπάρακ και της TI Capital, όπως αναδείχθηκε σε δημοσίευμα του Reuters για το σχέδιο πετρελαιαγωγού που θα παρακάμπτει τα Στενά του Ορμούζ, ανέδειξε σοβαρά ερωτήματα για πιθανή σύγκρουση συμφερόντων.
Αυτή είναι η πραγματικότητα του διεθνούς ανταγωνισμού.
Οι ισχυροί προασπίζουν και υπερασπίζουν τα συμφέροντά τους.
Δεν περιμένουν να τους τα εξασφαλίσει η πολιτισμική συγγένεια.
Η επιτυχία κρίνεται από την εμπορική βιωσιμότητα και τα αμοιβαία συμφέροντα.
Η αντίφαση, λοιπόν, δεν βρίσκεται στο ότι οι Αμερικανοί υπηρετούν τα δικά τους.
Βρίσκεται στο ότι εμείς εξακολουθούμε να συγχέουμε τις φιλοφρονήσεις με τις δεσμεύσεις, την κατ' επίφαση προσωπική πρόσβαση με τη διπλωματική επιτυχία και τον επικοινωνιακό θόρυβο με την εθνική ισχύ. Η Πνύκα δεν είναι ντεκόρ.
Και η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει την εξωτερική της πολιτική ως κοσμική εκδήλωση.
Αν οι άλλοι εφαρμόζουν το strictly business, εμείς οφείλουμε να εφαρμόσουμε το strictly national interest: με αξιοκρατία, στρατηγική και πολιτική βούληση να υπερασπιζόμαστε τα συμφέροντά μας.
Και μία απάντηση στις δηλώσεις Π. Μαρινάκη: Σχολιάζοντας την αποχώρηση της Γκιλφόιλ, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης δήλωσε ότι η τοποθέτηση και η απομάκρυνσή της αποτελούν αποφάσεις της αμερικανικής κυβέρνησης, τις οποίες η Ελλάδα δεν μπορεί να επηρεάσει.
Ως προς την καρατόμησή της, αυτό είναι αυτονόητο. Η Σύμβαση της Βιέννης για τις Διπλωματικές Σχέσεις προβλέπει, στο άρθρο 4, ότι ο διορισμός αρχηγού διπλωματικής αποστολής προϋποθέτει τη συναίνεση του κράτους υποδοχής, το οποίο δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει ενδεχόμενη άρνησή του.
Πρόκειται για το agrément. Η Ουάσιγκτον επιλέγει τον πρέσβη της. Η Αθήνα, όμως, έχει θεσμικό ρόλο στην αποδοχή του προσώπου που προτείνεται.
Και η συγκεκριμένη επιλογή είχε ένα επιβαρυμένο δημόσιο ιστορικό.
Το 2015, η Γκιλφόιλ είχε αισχρά χαρακτηρίσει μέσα από το Fox News τους Έλληνες "τζαμπατζήδες", προτείνοντας μάλιστα να αντιμετωπιστούν όπως "ένας σκύλος που ουρεί στο χαλί και χρειάζεται εκπαίδευση." Η Αθήνα γνώριζε, επομένως, το δημόσιο αυτό ιστορικό όταν κλήθηκε να συναινέσει στον διορισμό της.
Το ερώτημα δεν είναι αν μπορούσε να επιλέξει τον Αμερικανό πρέσβη, αλλά αν αξιολόγησε με τα δικά της κριτήρια την επιλογή που της προτάθηκε.
Ακόμη κι αν όπως κάποιοι ισχυρίζονται, η αποχώρηση υπαγορεύτηκε από εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες στις ΗΠΑ, η Αθήνα δεν απαλλάσσεται από την ανάγκη να αποτιμήσει τη δική της στάση.
Δεν μας αφορά να αποδείξουμε ότι πολιτικές σκοπιμότητες υπάρχουν μόνο σε μία χώρα.
Μας αφορά να γνωρίζουμε τι διεκδικήσαμε και τι κερδίσαμε.
Η πολιτική ευθύνη δεν εξαφανίζεται όταν καταρρέει η επικοινωνιακή εικόνα.
Βαρύνει εκείνους που επένδυσαν στην προσωπική πρόσβαση, καλλιέργησαν προσδοκίες και οφείλουν πλέον να παρουσιάσουν αποτελέσματα.
Η αποτελεσματικότητα κάθε διπλωματικού ή πολιτικού εκπροσώπου κρίνεται στην πράξη.
Η ποιότητα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής εν γένει, κρίνεται και από τα κριτήρια με τα οποία η χώρα αξιολογεί τις επιλογές της, τις σχέσεις της και τα όρια που θέτει στους συνομιλητές της.
Μια χώρα που θέλει να αντιμετωπίζεται ως στρατηγικός εταίρος οφείλει πρώτα να συμπεριφέρεται η ίδια ως κυρίαρχος πολιτικός δρων. Δρων που, πρωτίστως, δεν επιτρέπει την ασέβεια.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους