Οικόσημα των κυρίων ευγενών αριστοκρατικών οικογενειών της Ηπείρου και της Ιλλυρίας κατά την Βυζαντινή περίοδο Το Δυρράχιον ήταν διοικητική διαίρεση του Βυζαντίου. Βρισκόταν στην περιοχή της...
Οικόσημα των κυρίων ευγενών αριστοκρατικών οικογενειών της Ηπείρου και της Ιλλυρίας κατά την Βυζαντινή περίοδο Το Δυρράχιον ήταν διοικητική διαίρεση του Βυζαντίου.
Βρισκόταν στην περιοχή της σημερινής Αλβανίας, ανατολικά της Αδριατικής.
Ιδρύθηκε τον 9ο αι. και ονομάστηκε έτσι από την πρωτεύουσά του το Δυρράχιο (Dyrrachium). Η ακριβής ημερομηνία της ίδρυσης του Θέματος Δυρραχίου είναι ασαφής, ένας Βυζαντινός Στρατηγός καταγράφεται στο Δυρράχιο (842) αλλά έχουν διασωθεί πολλές σφραγίδες Στρατηγών της εποχής. Ο Τζων Μπάγκνελ Μπιούρυ προτείνει την ίδρυση του Θέματος Δυρραχίου στις αρχές του 9ου αιώνα μαζί με το Θέμα Πελοποννήσου και το Θέμα Κεφαλληνίας.
Ο ιστορικός Τζέιντραν Φερλούγκα τοποθετεί την ίδρυση του θέματος την περίοδο της βασιλείας του Νικηφόρου Α΄ του Λογοθέτη (802-811). Τα όρια του ήταν ασαφή, στα βόρεια βρισκόταν στα παράλια το βυζαντινό Θέμα Δαλματίας και στην ενδοχώρα το Μεσαιωνικό σερβικό βασίλειο της Διόκλειας (Μαυροβούνιο), στα νότια το βυζαντινό Θέμα Νικοπόλεως. Ο Κονστάντιν Ζίρετσεκ αναφέρει ότι έφτανε στα βόρεια μέχρι το Δριβάστο (Δίβρη) και το Πουλτ, το Μπεράτ (Αντιπάτρεια, Πουλχεριούπολη, Βελιγράδι της Ρωμανίας) βρισκόταν στο κέντρο, στα νότια έφτανε μέχρι την Δεάβολη και την λίμνη Οχρίδα (κοντά στις Πρέσπες). Την περίοδο που είχαν οι Βυζαντινο-Βουλγαρικοί πόλεμοι στα τέλη του 10ου και στις αρχές του 11ου αιώνα η πόλη του Δυρραχίου πρέπει να ήταν αυτόνομη υπό την κυριαρχία της Βουλγαρίας.
Από τα μέσα του 11ου αιώνα ο Βυζαντινός κυβερνήτης της πόλης αναβαθμίστηκε και πήρε τους τίτλους Δουξ ή Κατεπάνω.
Την διετία 1040-1041 τα στρατεύματα του Θέματος υπό την ηγεσία του Βούλγαρου Τιχομίρ επαναστάτησαν και ενώθηκαν με τα στρατεύματα του επαναστάτη Πέτρου Δελεάνου.
Στα τέλη του 11ου αιώνα και τον 12ο αιώνα η πόλη του Δυρραχίου και η επαρχία του είχε κορυφαία σημασία για την Βυζαντινή Αυτοκρατορία.
Η πόλη αποτελούσε το κορυφαίο εμπορικό λιμάνι στην Δύση αλλά και το βασικό σημείο για να ελέγξουν τόσο τους εισβολείς από την Ιταλία όσο και τους δυτικούς Σέρβους ηγεμόνες. Ο Δουξ του Δυρραχίου αποτελούσε το μεγαλύτερο αξίωμα σε όλες τις δυτικές επαρχίες, δύο από αυτούς την δεκαετία του 1070 ο Νικηφόρος Βρυέννιος ο Πρεσβύτερος και ο Νικηφόρος Βασιλάκης χρησιμοποίησαν την θέση τους ακόμα και να διεκδικήσουν την αυτοκρατορία.
Ο γιος ή εγγονός του Νικηφόρου Βρυέννιου του Πρεσβύτερου Νικηφόρος Βρυέννιος ο Νεότερος θα παντρευτεί την Άννα Κομνηνή η οποία στο έργο της Αλεξιάδα μας παρέχει σημαντικές πληροφορίες για το Θέμα και την πόλη του Δυρραχίου. Το Θέμα του Δυρραχίου ήταν το πεδίο δράσης όταν ξέσπασαν οι Βυζαντινο-Νορμανδικοί Πόλεμοι, σε συμμαχία με την Δημοκρατία της Βενετίας συνέτριψε στην πρώτη μάχη τους Νορμανδούς (1081). Ο Αλέξιος Κομνηνός παραχώρησε τότε σημαντικά προνόμια στους Βενετούς σε ολόκληρη την αυτοκρατορία ως ανταμοιβή για την βοήθεια, το Δυρράχιο εποικίστηκε μόνιμα με εμπόρους από την Βενετία και το Αμάλφι. Το Δυρράχιο ωστόσο κατακτήθηκε από τον βασιλιά των Νορμανδών Ροβέρτο Γυισκάρδο Διάβολο (1082), το διατήρησε μέχρι τον θάνατο του (1085). Ο Αλέξιος Α΄ κάλεσε τότε τους εποίκους του Δυρραχίου από την Βενετία και το Αμάλφι να τον βοηθήσουν στην εκδίωξη των Νορμανδών από την πόλη με την υπόσχεση ακόμα μεγαλύτερων προνομίων και δώρων, τους εκδίωξαν με επιτυχία.
Με την ανάκτηση του ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός εμπιστεύτηκε την διοίκηση του Δυρραχίου σε στενούς συγγενείς του.
Άρχοντες του Θέματος είχαν σχετική αυτονομία, μετά την λεηλασία της Κωνσταντινούπολης στην Δ΄ Σταυροφορία η πόλη του Δυρραχίου αναγκάστηκε να παραδοθεί στην Δημοκρατία της Βενετίας (1205). Το καλοκαίρι του 1205 οι Βενετοί προχώρησαν σε εκστρατεία στην Κωνσταντινούπολη με στόχο να τοποθετήσουν Λατίνο Πατριάρχη τον Τομάσο Μοροζίνι, στον δρόμο τους κατέλαβαν το Δυρράχιο. Η Δημοκρατία της Βενετίας κατέκτησε κατόπιν σημαντικά τμήματα του πρώην Θέματος, ανάμεσα τους την Γκλαβίτσα και την Βαγενετία. Οι Βενετοί δεν κατάφεραν ωστόσο να αποκτήσουν πραγματική εξουσία αφού τα περισσότερα εδάφη επανέκτησε την ίδια χρονιά ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας που κυβερνούσε το Δεσποτάτο της Ηπείρου, διατήρησαν μόνο το Δυρράχιο και μερικές παραλιακές πόλεις.Το Άρβανον σε κάθε περίπτωση επέλεξε να συνεχίσει να ανήκει στην Ορθόδοξη Εκκλησία, δήλωσε την υποταγή του στο βυζαντινό Δεσποτάτο της Ηπείρου και την συμμαχία του με την ορθόδοξη Σερβία, ο τοπάρχης του Άρβανου Δημήτριος Πρόγονος ανακήρυξε την Δημοκρατία της Βενετίας ως τον μεγαλύτερο εχθρό του. Το Δεσποτάτο της Ηπείρου ήταν ένα από τα κράτη που προέκυψαν από τη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά την Δ΄ Σταυροφορία το 1204. Το Δεσποτάτο της Ηπείρου, μαζί με την Αυτοκρατορία της Νίκαιας και την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, ήταν η νόμιμη ελληνική συνέχεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Αρχικά περιείχε τα εδάφη της Ηπείρου και της Αιτωλοακαρνανίας, όμως γρήγορα επεκτάθηκε στα Επτάνησα καθώς και το μεγαλύτερο μέρος της Αλβανίας, της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας και της Θράκης.
Από τα μέσα του 13ου αιώνα άρχισε να συρρικνώνεται στα αρχικά του όρια, ενώ κατά διαστήματα υποτάχθηκε στους Σέρβους και στο κράτος της Νίκαιας.
Στα μέσα του 15ου αιώνα κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς.
Με έδρα την Άρτα και αργότερα παράλληλα με τα Ιωάννινα, διοικήθηκε διαδοχικά από Βυζαντινούς, Σέρβους Αρβανίτες και Ιταλούς ηγεμόνες.
Η φεουδαλική υπόσταση του κράτους οδήγησε συχνά τους ηγέτες του σε μία σειρά συμμαχιών, επιγαμιών και συγκρούσεων, με Φράγκους, Ιταλούς, Σέρβους, Βουλγάρους, Βυζαντινούς ηγεμόνες του κράτους της Νίκαιας, καθώς και με Αρβανίτες και Βλάχους φυλάρχους. Οι Έλληνες της Ηπείρου μετά το 1204 που ήθελαν να αντισταθούν στους Λατίνους, τον ανακήρυξαν τον Μιχαήλ Κομνηνό ηγέτη τους.
Η αγιογραφία της Αγίας Θεοδώρας της Άρτας που γράφτηκε στα τέλη του 13ου αιώνα, αναφέρει ότι ο Αλέξιος Γ΄ Άγγελος τον είχε διορίσει διοικητή στην Πελοπόννησο, ενώ διοικητή στο Θέμα Νικοπόλεως διόρισε κάποιον Σεναχιρίμ.
Οι δυο άνδρες είχαν συγγένεια μεταξύ τους, αφού παντρεύτηκαν πρώτες εξαδέλφες από την Οικογένεια Μελισσηνών. Οι Ηπειρώτες εξεγέρθηκαν εναντίον του Σεναχιρίμ, ο οποίος κάλεσε τον Μιχαήλ για βοήθεια.
Όταν έφτασε ο Μιχαήλ στην Αρχαία Νικόπολη, ο Σεναχιρίμ είχε θανατωθεί από τους επαναστάτες.
Τότε ο Μιχαήλ πήρε σύζυγο τη χήρα του και ανακηρύχτηκε νέος κυβερνήτης.
Η αγιογραφία τονίζει στη συνέχεια ότι ο Μιχαήλ πήγε στην Πελοπόννησο και έγινε ηγέτης της αντίστασης των Ελλήνων απέναντι στους Φράγκους, με τους πρώτους να ηττώνται τελικά το καλοκαίρι του 1205 στη Μάχη του ελαιώνα του Κούντουρα στην Μεσσηνία.
Ο ιστορικός Ρεϊμόν-Ζοζέφ Λενέρτζ το αποκλείει, θεωρεί αδύνατο να εγκατέλειψε τότε την Ήπειρο, επειδή θα έμενε εκτεθειμένη σε ενδεχόμενη επίθεση του Βονιφάτιου του Μομφερρατικού, δεν αποκλείει όμως να συμμετείχε σε μικρότερη εκστρατεία αργότερα (1207 - 1209). Η Ήπειρος έγινε η νέα πατρίδα Ελλήνων προσφύγων από την Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλία και την Πελοπόννησο. Ο Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός ήταν αρκετά δημοφιλής και αγαπητός στους υπηκόους του όσο ζούσε· ο μητροπολίτης της Ναυπάκτου Ιωάννης Απόκαυκος τον κατονομάζει ως "σύγχρονο Νώε", που έσωσε τον Ελληνισμό από τον κατακλυσμό των Λατίνων. Ο Ιωάννης Ι΄ Καματηρός, Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης, δεν τον θεωρούσε νόμιμο διάδοχο και ακολούθησε τον Θεόδωρο Α΄ Λάσκαρη στη Νίκαια της Βιθυνίας, όπου ίδρυσε την αυτοκρατορία του. Ο Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός σε απάντηση αναγνώρισε την εξουσία του πάπα Ιννοκέντιου Γ' στην Ήπειρο, κόβοντας τους δεσμούς του με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ο Μιχαήλ Α΄ δεν κράτησε τη συμφωνία του με τους Φράγκους θεωρώντας ότι η ορεινή Ήπειρος θα ήταν απρόσβλητη από τους Λατίνους, σύναπτε ή κατέλυε συμμαχίες σύμφωνα με τις περιστάσεις. Ο Μιχαήλ Α΄ δέχτηκε να γίνει υποτελής της Βενετίας και κράτησε τα εδάφη του ως δώρο από τη Δημοκρατία της Βενετίας. Ο Μιχαήλ εκμεταλλεύτηκε τα σχέδια του Ερρίκου της Φλάνδρας για εκστρατεία στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας και επιτέθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου κατέλαβε με μισθοφόρους την Κοντοσταυλία της Θεσσαλονίκης και τον Δομοκό.
Κατηγορήθηκε ότι ήταν πολύ σκληρός στους αιχμαλώτους του, καθώς πολλοί από αυτούς θανατώθηκαν ή μαστιγώθηκαν.
Στη συνέχεια ο στρατός του κατέλαβε πολλά φρούρια, θανατώνοντας τις λατινικές φρουρές και τους ιερείς.
Τότε οι Λατίνοι κάλεσαν τον Ερρίκο, που έφτασε σε δώδεκα ημέρες από την Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη· ο Ερρίκος νίκησε τους Βούλγαρους που είχαν συμμαχήσει με τον Μιχαήλ. Ο Μιχαήλ Α΄ έστρεψε την προσοχή του στην κατάληψη και άλλων στρατηγικά σημαντικών πόλεων, που κατείχαν οι Λατίνοι, όπως η Λάρισα, το Δυρράχιο και η Οχρίδα.
Κατέκτησε και ήλεγξε την Αρχαία Εγνατία Οδό, τον κύριο δρόμο για την Κωνσταντινούπολη, και τα περισσότερα λιμάνια του Κορινθιακού κόλπου.
Το 1214 κυρίευσε την Κέρκυρα από τη Βενετία, αλλά δολοφονήθηκε την επόμενη χρονιά (1215)· τον διαδέχθηκε ο ετεροθαλής αδελφός του Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας.
Ένα αιώνα αργότερα ο Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος έφτασε στη βόρεια Ήπειρο, αφού κατέλαβε πρώτα τις κτήσεις του Δεσποτάτου στη Θεσσαλία, με έναν στρατό που εν μέρει ήταν συγκροτημένος από 2.000 Τούρκους, τους οποίους είχε προσφέρει ο σύμμαχός του Ουμούρ, μπέης του Αϊδινίου (Ιωνία) (1337). Είχαν αναφερθεί ταραχές από εξεγέρσεις Αρβανιτών στις περιοχές του Μπερατίου και των Κανίνων. Η Άννα Αγγελίνα ήθελε να εμποδίσει την επίθεση του Ανδρόνικου Γ΄, αλλά δεν τα κατάφερε, έτσι προσπάθησε να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις χωρίς αποτέλεσμα· ο Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος ζήτησε την πλήρη υποταγή του Δεσποτάτου. Ο Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος κράτησε την Άννα αιχμάλωτη και αρραβώνιασε τον μικρό Νικηφόρο Β΄ με τη Μαρία Καντακουζηνή, κόρη του έμπιστού του Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού.
Τότε οι αντιβυζαντινοί κύκλοι του Δεσποτάτου φυγάδευσαν τον Ιταλό Δεσπότη της Ηπείρου Νικηφόρο Β' Ορσίνι και τον έστειλαν στους Ιταλούς συγγενείς του στον Τάραντα, ελπίζοντας σε παλινόρθωσή του με ιταλική παρέμβαση. Ο Νικηφόρος Β΄ διέμεινε για ένα χρονικό διάστημα στον Τάραντα στην Αυλή της εξόριστου Τιτλούχου Λατίνης Αυτοκράτειρας της Κωνσταντινούπολης, Γαλλίδας Αικατερίνης Β΄ του Βαλουά.
Το 1339 ξέσπασε επανάσταση στην Ήπειρο με την υποστήριξη της Αικατερίνης που βρισκόταν στην Πελοπόννησο, και του Νικηφόρου Β΄, που είχε επιστρέψει στην Ήπειρο και είχε την έδρα του στο Θωμόκαστρο (στην Πρέβεζα). Στα τέλη της ίδιας χρονιάς τα Βυζαντινά αυτοκρατορικά στρατεύματα έφτασαν στην περιοχή και την επόμενη χρονιά έφτασε ο ίδιος ο Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος, συνοδευόμενος από τον Ιωάννη Καντακουζηνό (1340). Οι επαναστάτες τελικά πείστηκαν με τη δύναμη της διπλωματίας, και όχι τόσο των όπλων, να υποταχθούν στην εξουσία του αυτοκράτορα. Ο Νικηφόρος Β΄ παρέδωσε το Θωμόκαστρο, αρραβωνιάστηκε τη Μαρία, κόρη του Ιωάννη Καντακουζηνού και πήρε τον τίτλο του "Πανυπερσέβαστου". Έτσι η Ήπειρος ενώθηκε για τελευταία φορά με την Βυζαντινή αυτοκρατορία και τον υπόλοιπο ελεύθερο ελληνισμό. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CE%AD%CE%BC%CE%B1_%CE%94%CF%85%CF%81%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%AF%CE%BF%CF%85 https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B5%CF%83%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%AC%CF%84%CE%BF_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%97%CF%80%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%BF%CF%85 https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B5%CF%83%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%AC%CF%84%CE%BF_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%97%CF%80%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%BF%CF%85
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους