[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

«Πάλι έτσι άφησες τα ποτήρια στο νεροχύτη;» μου πέταξε η Δήμητρα, με το ένα χέρι στη μέση και το άλλο να κουνάει το σφουγγάρι σαν να ήμουν παιδί. «Στο σπίτι πρέπει να υπάρχει μια τάξη, Ελένη.» Γύρισα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Πάλι έτσι άφησες τα ποτήρια στο νεροχύτη;» μου πέταξε η Δήμητρα, με το ένα χέρι στη μέση και το άλλο να κουνάει το σφουγγάρι σαν να ήμουν παιδί. «Στο σπίτι πρέπει να υπάρχει μια τάξη, Ελένη.» Γύρισα και την κοίταξα με τα χέρια ακόμα βρεγμένα.

Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μιλούσα.

Ήθελα να πιστέψω ότι δεν άκουσα καλά.

Ότι δεν στεκόταν η κουνιάδα μου, μέσα στη δική μου κουζίνα, να μου κάνει παρατήρηση για το πώς πλένω τα ποτήρια στο δικό μου σπίτι. Ο Στέφανος ήταν στο σαλόνι. Άκουγε.

Το ήξερα ότι άκουγε.

Κι όμως, ούτε φωνή ούτε αντίδραση.

Όλα ξεκίνησαν πριν από οκτώ μήνες, όταν η Δήμητρα χώρισε άσχημα.

Ο άντρας της την είχε αφήσει ξαφνικά, είχαν μπλέξει με δικηγόρους, φωνές, προσβολές, μέχρι και για το ποιος θα κρατήσει τα έπιπλα τσακώνονταν.

Όταν ήρθε μια μέρα στο σπίτι μας με δυο βαλίτσες και μάτια πρησμένα από το κλάμα, δεν το σκέφτηκα δεύτερη φορά. «Να μείνει όσο χρειαστεί», είπα στον Στέφανο.

Το πίστευα.

Το ένιωθα.

Ήταν οικογένεια.

Και ήξερα τι θα πει να διαλύεται η ζωή σου από τη μια μέρα στην άλλη.

Τις πρώτες εβδομάδες ήμουν δίπλα της σε όλα.

Της έφτιαχνα καφέ το πρωί, της άφηνα φαγητό αν γυρνούσα πιο νωρίς από τη δουλειά, την άκουγα να λέει ξανά και ξανά τα ίδια για τον πρώην της, για την αχαριστία, για τα ψέματα, για τα χαμένα χρόνια.

Δεν με πείραζε.

Έλεγα, άνθρωπος είναι, πονάει.

Μετά άρχισαν τα μικρά.

Μετακινούσε πράγματα στην κουζίνα χωρίς να με ρωτήσει. «Έτσι είναι πιο πρακτικά», μου έλεγε.

Άλλαζε κανάλι όταν έβλεπα κάτι. «Αυτές οι σαχλαμάρες σε χαλαρώνουν;» Μια Κυριακή πήγα να φτιάξω παστίτσιο και είχε ήδη καλέσει τη φίλη της για καφέ, λες και το σπίτι ήταν δικό της.

Άφησε μάλιστα υπονοούμενο ότι εγώ «κουράζω» πολύ το σπίτι με μυρωδιές και κατσαρόλες.

Το χειρότερο δεν ήταν αυτά.

Το χειρότερο ήταν ότι άρχισε να μιλάει για μένα μπροστά μου, σαν να ήμουν η προβληματική του σπιτιού. «Ο Στέφανος από μικρός ήταν της τάξης.

Δεν ξέρω πώς αντέχει τέτοια ακαταστασία.» Ακαταστασία.

Επειδή άφησα μια τσάντα στην καρέκλα.

Ένα βράδυ, γύρισα κουρασμένη από τη δουλειά και τη βρήκα να ψάχνει στα ντουλάπια του υπνοδωματίου μας.

Πάγωσα. «Τι κάνεις εκεί;» της είπα.

Γύρισε τελείως ψύχραιμη. «Έψαχνα σεντόνια.

Τα δικά μου δεν μου αρέσουν, με πνίγουν.» «Στην ντουλάπα του δωματίου μας;» Σήκωσε τους ώμους. «Σιγά, οικογένεια είμαστε.» Εκείνο το βράδυ μίλησα στον Στέφανο σοβαρά για πρώτη φορά. «Δεν πάει άλλο», του είπα. «Δεν βοηθάμε έναν άνθρωπο.

Ζω με κάποιον που μου παίρνει χώρο, μου μιλάει προσβλητικά και εσύ κάνεις πως δεν βλέπεις.» Με κοίταξε κουρασμένος, σαν να του δημιουργούσα εγώ το πρόβλημα. «Κάνε λίγο υπομονή, Ελένη.

Πού να πάει; Δεν έχει λεφτά ακόμα.

Μόλις σταθεί στα πόδια της, θα φύγει.» «Και μέχρι τότε; Εγώ τι είμαι;» «Μην το τραβάς.» Αυτό το “μην το τραβάς” με αποτέλειωσε.

Γιατί δεν ήμουν εγώ που το τραβούσα.

Εγώ απλώς πνιγόμουν.

Οι μήνες περνούσαν και η Δήμητρα γινόταν όλο και πιο άνετη.

Αγόρασε μέχρι και κουρτινάκια για την κουζίνα χωρίς να μου πει τίποτα.

Όταν της είπα ότι δεν μου αρέσουν, γέλασε. «Ε, κάποιος πρέπει να έχει γούστο εδώ μέσα.» Ο Στέφανος πάλι σιωπή.

Μια σιωπή που έκανε περισσότερο θόρυβο από καβγά. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences