Αναζητώντας αυτόν που μπορεί να κερδίσει… Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επέστρεψε το 1974 σε μια Ελλάδα που έβγαινε τραυματισμένη από τη δικτατορία και κουβαλούσε ακόμη τις πληγές του Εμφυλίου...
Αναζητώντας αυτόν που μπορεί να κερδίσει… Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επέστρεψε το 1974 σε μια Ελλάδα που έβγαινε τραυματισμένη από τη δικτατορία και κουβαλούσε ακόμη τις πληγές του Εμφυλίου.
Νομιμοποίησε το ΚΚΕ, οδήγησε τη χώρα στην τότε ΕΟΚ και επιχείρησε, ιδρύοντας τη Νέα Δημοκρατία, να δημιουργήσει κάτι ευρύτερο από την παραδοσιακή Δεξιά.
Σε αυτό το κόμμα βρέθηκε λίγα χρόνια αργότερα και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης.
Ένας πολιτικός με διαφορετικές καταβολές, που για πολλούς στη ΝΔ παρέμενε ξένο σώμα.
Παρ’ όλα αυτά, το 1984 αυτός ήταν που εξελέγη στην ηγεσία της.
Η εξήγηση δεν βρίσκεται μόνο στις ιδεολογικές αναζητήσεις της εποχής, αλλά σε ένα παλιό χαρακτηριστικό της πολιτικής μας κουλτούρας: την αναζήτηση του ηγέτη.
Απέναντι στον πανίσχυρο τότε Ανδρέα Παπανδρέου, η Νέα Δημοκρατία αναζητούσε εκείνον που θα μπορούσε να τον αντιμετωπίσει. Ο Μητσοτάκης δεν τα κατάφερε το 1985.
Χρειάστηκαν τρεις εκλογικές αναμετρήσεις, από τον Ιούνιο του 1989 μέχρι τον Απρίλιο του 1990, για να γίνει τελικά πρωθυπουργός.
Ίσως γιατί στην Ελλάδα μάθαμε να εμπιστευόμαστε περισσότερο τα πρόσωπα από τους θεσμούς που εκπροσωπούν.
Τα κόμματα αλλάζουν, οι διακηρύξεις ξεχνιούνται, τα προγράμματα σπανίως διαβάζονται.
Τα ονόματα, όμως, μένουν.
Βενιζέλος και Κωνσταντίνος.
Καραμανλής και Γεώργιος Παπανδρέου.
Ανδρέας και Μητσοτάκης.
Σήμερα, σχεδόν τέσσερις δεκαετίες αργότερα, επιστρέφει ένα ερώτημα που μοιάζει παράξενα γνώριμο. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρίσκεται στην ηγεσία της ΝΔ από το 2016 και έχει κερδίσει όλες τις εθνικές εκλογικές αναμετρήσεις στις οποίες ηγήθηκε του κόμματός του.
Έτσι, μεγάλο μέρος της συζήτησης στον χώρο της αντιπολίτευσης δεν αφορά μόνο ποια πολιτική πρόταση μπορεί να αντιπαρατεθεί στην κυβέρνηση.
Αφορά ολοένα περισσότερο το πρόσωπο που μπορεί να την κερδίσει.
Το είπε, με τον δικό του τρόπο, ο Αλέξης Τσίπρας πριν από λίγες ημέρες: «Ή εμείς ή κανείς». Και υποστήριξε ότι η δική του παράταξη μπορεί να κερδίσει τον σημερινό πρωθυπουργό.
Είναι ένας πολιτικός ισχυρισμός που θα κριθεί, όταν έρθει η ώρα, από τους πολίτες.
Το ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται αλλού.
Γιατί δεν είναι μόνο ο Τσίπρας.
Κάθε επίδοξος διεκδικητής της πρωθυπουργίας βρίσκεται μπροστά στον ίδιο πειρασμό: αντί να εξηγήσει πρώτα γιατί το δικό του σχέδιο είναι διαφορετικό, να πείσει ότι αυτός είναι ο άνθρωπος που μπορεί να νικήσει τον σημερινό.
Με αυτόν τον τρόπο, σαράντα χρόνια μετά τον Ανδρέα και τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, η ελληνική πολιτική επιστρέφει σε ένα γνώριμο σταυροδρόμι.
Προγράμματα υπάρχουν.
Διακηρύξεις επίσης.
Οι πολίτες, όμως, καλούνται ξανά να κοιτάξουν τα πρόσωπα.
Οι υποψήφιοι για την εξουσία γνωρίζουν καλά τον παλιό ελληνικό κανόνα: πριν πείσεις τους πολίτες ότι ξέρεις που θέλεις να οδηγήσεις τη χώρα, πρέπει να τους πείσεις ότι είσαι εσύ αυτός που μπορεί να κερδίσει εκείνον που την κυβερνά.
Ίσως τελικά να αλλάζουν οι εποχές, τα κόμματα και τα συνθήματα. Το ερώτημα της εξουσίας, όμως, παραμένει πεισματικά προσωποκεντρικό.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους