Η πάπια που έτρωγε και… αφόδευε: το «ρομπότ» του 1739 που μάγεψε την Ευρώπη Το 1739, πολύ πριν από τον ηλεκτρισμό, τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και ακόμη και τη λέξη «ρομπότ», οι κάτοικοι του...
Η πάπια που έτρωγε και… αφόδευε: το «ρομπότ» του 1739 που μάγεψε την Ευρώπη Το 1739, πολύ πριν από τον ηλεκτρισμό, τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και ακόμη και τη λέξη «ρομπότ», οι κάτοικοι του Παρισιού αντίκρισαν ένα παράξενο μηχανικό πλάσμα.
Μια πάπια από επιχρυσωμένο χαλκό άπλωνε τον λαιμό της, έπαιρνε σπόρους από το χέρι του θεατή, τους κατάπινε, έπινε νερό, κινούσε το ράμφος της, φτερούγιζε και, έπειτα από λίγο, απέβαλλε κάτι που έμοιαζε με περιττώματα.
Ήταν η περίφημη Canard Digérateur, η «Πάπια που χώνευε», του Γάλλου μηχανικού Ζακ ντε Βωκανσόν. Ο Βωκανσόν, γεννημένος το 1709 στην Γκρενόμπλ, είχε ήδη εντυπωσιάσει το κοινό με δύο ανθρωπόμορφα αυτόματα: έναν αυλητή και έναν μουσικό που έπαιζε αυλό και τύμπανο.
Ο μηχανικός αυλητής του δεν αναπαρήγαγε απλώς μια προηχογραφημένη μελωδία.
Φυσούσε πραγματικά αέρα στο όργανο και κινούσε τα δάχτυλά του επάνω στις οπές, μιμούμενος τις ενέργειες ενός ανθρώπινου εκτελεστή.
Ο δημιουργός του ενδιαφερόταν για αυτό που αποκαλούσε «κινούμενη ανατομία»: την αναπαραγωγή λειτουργιών των ζωντανών οργανισμών με μηχανικά μέσα.
Η πάπια είχε περίπου το φυσικό μέγεθος του ζώου και στεκόταν επάνω σε ένα μεγάλο βάθρο, μέσα στο οποίο κρυβόταν ο κινητήριος μηχανισμός.
Ένας περιστρεφόμενος κύλινδρος με έκκεντρα κινούσε ράβδους, μοχλούς και σύρματα που περνούσαν μέσα από τα πόδια και έφθαναν στον κορμό, στον λαιμό, στο ράμφος και στα φτερά.
Τα έκκεντρα λειτουργούσαν σαν ένα είδος μηχανικού προγράμματος: το σχήμα τους καθόριζε ποια κίνηση θα πραγματοποιούνταν, με ποια σειρά και για πόσο χρόνο.
Ιδιαίτερη προσοχή είχε δοθεί στα φτερά. Ο Βωκανσόν προσπάθησε να αναπαραγάγει τα οστά και τις αρθρώσεις μιας πραγματικής πάπιας, ώστε το άνοιγμα και το δίπλωμά τους να φαίνονται φυσικά.
Τμήματα του επιχρυσωμένου περιβλήματος ήταν διάτρητα, επιτρέποντας στο κοινό να βλέπει μέρος του πολύπλοκου εσωτερικού μηχανισμού.
Η επίδειξη συνδύαζε επομένως την ανατομική παρατήρηση, τη μηχανική ακρίβεια και το θεατρικό θέαμα.
Η περιγραφή της πάπιας ως «ρομπότ» ισχύει μόνο με την ευρεία, ιστορική έννοια.
Δεν διέθετε αισθητήρες, ηλεκτρονικά κυκλώματα ή δυνατότητα λήψης αποφάσεων.
Εκτελούσε μια προκαθορισμένη ακολουθία κινήσεων, αποθηκευμένη στη γεωμετρία των μηχανικών εξαρτημάτων της.
Υπήρξε όμως ένας εντυπωσιακός πρόδρομος της ρομποτικής, επειδή επιχειρούσε να αναπαραγάγει όχι μόνο την εξωτερική κίνηση ενός ζώου, αλλά και μια εσωτερική βιολογική λειτουργία.
Εδώ ακριβώς αρχίζει το μεγάλο μυστήριο. Ο Βωκανσόν υποστήριζε ότι οι σπόροι διαλύονταν μέσα σε ένα μικροσκοπικό «χημικό εργαστήριο» και διέρχονταν από εύκαμπτους σωλήνες, προτού αποβληθούν.
Δεν ισχυριζόταν ότι είχε αναπαραγάγει ολόκληρο τον μεταβολισμό ενός ζώου, παρουσίαζε όμως τη διαδικασία ως πραγματική μηχανική προσομοίωση της πέψης.
Το 1844, περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, ο περίφημος ωρολογοποιός, κατασκευαστής αυτομάτων και ταχυδακτυλουργός Ζαν-Εζέν Ρομπέρ-Ουντέν κλήθηκε να επισκευάσει ένα φτερό της πάπιας που εκτιθέμετο στο Παρίσι.
Σύμφωνα με τη δική του αφήγηση, ανακάλυψε ότι η περίφημη πέψη αποτελούσε τέχνασμα.
Οι σπόροι συγκεντρώνονταν σε ξεχωριστό δοχείο, ενώ από άλλο σημείο απελευθερωνόταν ένα προπαρασκευασμένο πρασινωπό μείγμα που έμοιαζε με περιττώματα.
Υπάρχει, ωστόσο, μια σημαντική ιστορική επιφύλαξη.
Μέχρι τότε η πάπια είχε πουληθεί, ταξιδέψει, υποστεί βλάβες, επισκευές και πιθανές μετατροπές, ενώ είχαν κατασκευαστεί και αντίγραφά της.
Δεν είναι απολύτως βέβαιο ότι ο Ρομπέρ-Ουντέν εξέτασε τον αρχικό μηχανισμό ακριβώς όπως τον είχε κατασκευάσει ο Βωκανσόν.
Η πραγματική βιολογική πέψη θεωρείται εξαιρετικά απίθανη, αλλά οι ακριβείς λεπτομέρειες του αρχικού τεχνάσματος παραμένουν αντικείμενο ιστορικής συζήτησης.
Η αποκάλυψη της απάτης δεν μηδενίζει τη σημασία της κατασκευής.
Η πάπια εξέφραζε ένα από τα βαθύτερα ερωτήματα του Διαφωτισμού: μέχρι ποιο σημείο μπορούν οι λειτουργίες ενός ζωντανού οργανισμού να εξηγηθούν και να αναπαραχθούν ως μηχανικές διαδικασίες; Ήταν ταυτόχρονα μηχανή, ανατομικό μοντέλο, επιστημονικό πείραμα, φιλοσοφικό επιχείρημα και θέαμα.
Για αυτό ο Βολταίρος παρουσίασε τον δημιουργό της ως έναν νέο αντίπαλο του Προμηθέα.
Μετά την πώλησή της το 1743, η πάπια περιόδευσε επί δεκαετίες στην Ευρώπη.
Επισκευάστηκε, τροποποιήθηκε και επανεμφανίστηκε ως δημόσιο αξιοθέατο τον 19ο αιώνα.
Η τύχη της παραμένει αβέβαιη.
Ίσως καταστράφηκε σε πυρκαγιά μουσείου στο Νίζνι Νόβγκοροντ το 1879, χωρίς να γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν εκείνο το μηχάνημα ήταν το πρωτότυπο ή κάποιο μεταγενέστερο αντίγραφο.
Η μηχανική πάπια του Βωκανσόν μάς θυμίζει ότι η ιστορία της ρομποτικής δεν άρχισε με μικροεπεξεργαστές και τεχνητή νοημοσύνη.
Άρχισε με γρανάζια, έκκεντρα, ελατήρια και την ανθρώπινη επιθυμία να κατανοήσει τη ζωή κατασκευάζοντας μια πειστική απομίμησή της.
Παράλληλα, αποτελεί ένα διαχρονικό μάθημα: όσο εντυπωσιακή και αν φαίνεται μια τεχνολογική επίδειξη, πρέπει πάντοτε να εξετάζουμε τι ακριβώς συμβαίνει πίσω από το περίβλημα. Πηγές Vaucanson, J. de (1742) An Account of the Mechanism of an Automaton or Image Playing on the German-Flute, Together with a Description of an Artificial Duck. London: T. Parker. Riskin, J. (2003) ‘The Defecating Duck, or, the Ambiguous Origins of Artificial Life’, Critical Inquiry, 29(4), σσ. 599–633. Moran, M.E. (2007) ‘Jacques de Vaucanson: The Father of Simulation’, Journal of Endourology, 21(7), σσ. 679–683. Robert-Houdin, J.-E. (1859) Memoirs of Robert-Houdin: Ambassador, Author, and Conjuror. London: Chapman and Hall. Ancery, P. (2023) ‘Le canard de Vaucanson, l’automate vedette du XVIIIe siècle’, RetroNews, Bibliothèque nationale de France.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους