Θεσσαλονίκη του ’50. Φτωχομάνα. Αυτός απ’ την επαρχία, ψωμολύσσαγε. Πήρε των ομματιών του, ψωμομυρίστηκε. Απάγκιαζε στα παγκάκια, μέχρι να σταυρώσει μεροκάματο. Τον έκοψε η λόρδα, ώσπου να λιγδώσει τ...
Θεσσαλονίκη του ’50. Φτωχομάνα. Αυτός απ’ την επαρχία, ψωμολύσσαγε. Πήρε των ομματιών του, ψωμομυρίστηκε.
Απάγκιαζε στα παγκάκια, μέχρι να σταυρώσει μεροκάματο.
Τον έκοψε η λόρδα, ώσπου να λιγδώσει τ’ αντεράκι του.
Στην δουλειά σκυλί μαύρο, τον σκιαζόντανε το μάτι σου. «Και τα πολλά να τα παίρνεις και τα λίγα να μην τ’ αφήνεις», έλεγε.
Γκαρσόνι στο «Καφέ Ντορέ», στο θρυλικό μαγαζί που ο Ατατούρκ έπινε κάποτε το ρακί του σε ειδικά ποτήρια κόκκινα, σε μπλε έπιναν οι Έλληνες.
Ζυθεστιατόριο κατόπιν, με τ’ όνομα «Ντορέ Ζύθος» λειτουργεί μέχρι σήμερα στην οδό Τσιρογιάννη, στην περιοχή του Λευκού Πύργου.
Στην βιοτεχνία γνώρισε την Πίτσα.
Μια γυναίκα πέφτει στον καθένα, την κουκούλωσε και ησύχασε.
Τσάκωσε κι ένα διαμερισματάκι προίκα, προσφυγικό, αλουπότρυπα, από κείνα που έδινε το κράτος για να παίρνει μίζες απ’ τους εργολάβους.
Πάνω στον χρόνο την γκάστρωσε, στο μεσοδιάστημα απ’ τις δυο δουλειές.
Μετά βρήκε και τρίτη, πούλαγε λαχεία τα Σαββατοκύριακα για να μην κάθεται.
Το ένα παιδί έφερε το άλλο, η μία δουλειά την άλλη.
Δούλευε και νυχτοφύλακας τώρα στις αποθήκες του λιμανιού.
Ξέκλεβε τρεις ώρες ύπνο πάνω σε κάτι παλιοτσούβαλα, με κίνδυνο να τον πιάσουν και να τον απολύσουν. Αν και το να πεθάνει απ’ την αϋπνία ήταν το πιθανότερο. ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους