"Με την κοφτή, ωμή, δυνατή πρόζα της η Σίλβια Μόλναρ διευρύνει το πεδίο της γυναικείας ορατότητας: ναι, μπορείς να γράψεις λογοτεχνία για την επιλόχειο κατάθλιψη". Γράφει στην Αυγή η Ευγενία...
"Με την κοφτή, ωμή, δυνατή πρόζα της η Σίλβια Μόλναρ διευρύνει το πεδίο της γυναικείας ορατότητας: ναι, μπορείς να γράψεις λογοτεχνία για την επιλόχειο κατάθλιψη". Γράφει στην Αυγή η Ευγενία Μπογιάνου "Το σώμα ως φυλακή Το βρεφικό δωμάτιο» είναι το πρώτο μυθιστόρημα της Σίλβια Μόλναρ, η οποία γεννήθηκε στη Βουδαπέστη, μεγάλωσε στη Σουηδία και ζει στο Όστιν του Τέξας.
Βιβλίο που εντυπωσιάζει με την ωμή ευθύτητά του για ένα θέμα που είτε δεν θεωρείται ενδιαφέρον είτε αντιμετωπίζεται ως ταμπού: την επιλόχειο κατάθλιψη.
Ένα συντριπτικό αίσθημα που βιώνει μεγάλο ποσοστό γυναικών και που συνοδεύει τον πρώτο καιρό ή και πολύ περισσότερο μετά τη γέννηση του παιδιού. «Έχει υπάρξει περιγραφή στη λογοτεχνία για το τι σημαίνει η αλλαγή μιας βρεφικής πάνας;» αναρωτιέται η ίδια η συγγραφέας διά μέσου της ανώνυμης ηρωίδας της, θέτοντας εμμέσως η ίδια το ερώτημα: έχει ενδιαφέρον το εγχείρημα να μιλήσεις από αυτή τη σκοπιά για τη μητρότητα και όχι περιβάλλοντάς την, ως είθισται, με ένα φωτοστέφανο ανιδιοτέλειας και απερίφραστης αγάπης; Τα τελευταία χρόνια πολλά έχουν ειπωθεί για το θέμα, κυρίως από γυναίκες συγγραφείς.
Σπάνια συναντά κανείς όμως αυτή τη «σωματικότητα» της γραφής της Μόλναρ.
Συναντάμε την ηρωίδα, μια μεταφράστρια σουηδικών-αγγλικών, αμέσως μετά τη γέννηση του πρώτου της παιδιού.
Η αφήγηση κινείται σε δύο χρονικά πλαίσια.
Στο ασφυκτικό σήμερα, ένα αέναο παρόν, ένα βύθισμα στην απαιτητική καθημερινότητα, δίχως περιθώρια λάθους και δίχως διαφυγή, και στο παρελθόν της ηρωίδας.
Ένα παρελθόν στο οποίο καταφεύγει όχι από κάποια απύθμενη νοσταλγία για όλα τα χαμένα, αλλά σαν μια απεγνωσμένη προσπάθεια να θυμηθεί ποια ήταν, καθώς αυτό με το οποίο παλεύει είναι το να ανακαλύψει έναν νέο εαυτό -να συστηθεί με τη γυναίκα που έγινε-, ο οποίος θα περιλαμβάνει αυτό το μικροσκοπικό πλάσμα που «είναι μια βδέλλα» και που το ονομάζει «Βεντουζίτσα». Η Μόλναρ υποστηρίζει πως κανείς δεν σε προετοιμάζει για αυτή την καθολική αλλαγή την οποία η ίδια επέλεξες -«Δεν μπορώ να πιστέψω πως το έκανα αυτό στον εαυτό μου»- και την οποία καλείσαι να υπηρετήσεις για μια ζωή. «Δεν υπάρχει κανείς να σε διδάξει ότι η μητρότητα είναι για πάντα, οπότε πώς να μη σοκαριστεί το σύστημά σου όταν ανακαλύπτεις ότι είναι, στην πραγματικότητα, για πάντα; Πώς στο καλό μπορεί αυτό να θεωρηθεί μητρότητα;». Ακόμα και η ανωνυμία της ηρωίδας δεν είναι τυχαία επιλογή, καθώς η γυναίκα απεκδύεται όλες τις άλλες ιδιότητές της και γίνεται μια πηγή παραγωγής γάλακτος -«το γαλακτοπωλείο είναι και επίσημα ανοιχτό και καλωσορίζω τη μόνη μου πελάτισσα»-, ενώ οι άντρες ήρωες, όσο και αν συμπάσχουν όπως ο Τζον, όσο κι αν βιώνουν τις δικές τους απώλειες όπως ο Πίτερ, εξακολουθούν να διατηρούν τις ταυτότητές τους παρ’ όλες τις αντιξοότητες, άρα διατηρούν και το δικαίωμα στο όνομά τους.
Αυτή που χάνει όνομα και ταυτότητα είναι η ηρωίδα.
Στον πυρήνα του βιβλίου, το οποίο μιλάει για μια γέννηση, βρίσκεται το πένθος.
Η αφηγήτρια πενθεί για όλα όσα έχασε.
Για την αβίαστη δυνατότητα να επιλέγεις δίχως να πρέπει να συνυπολογίσεις ένα άλλο πλάσμα το οποίο εξαρτάται αποκλειστικά από σένα.
Κατά μία έννοια, μετά τη γέννα το σώμα γίνεται οργανισμός.
Δεν αντλεί πια χαρά από όσα αντλούσε μέχρι πριν από λίγο. «Η ομορφιά του έχει παραμείνει αναλλοίωτη όλο αυτό το διάστημα» λέει για τον Τζον, η ίδια όμως δεν τον επιθυμεί πια.
Το νέο σώμα, το σώμα μετά τη μητρότητα, γίνεται η φυλακή της.
Είναι φυλακή.
Ίσως γι’ αυτό βρίσκει μια παράλογη παρηγοριά στον, με άλλο τρόπο αλλά εξίσου ανήμπορο, γείτονά της Πίτερ, ο οποίος θρηνεί την απώλεια της γυναίκας του και εξαρτάται από μία συσκευή οξυγόνου.
Οι περιγραφές του καταπονημένου σώματος της αφηγήτριας καθώς και οι εντελώς ωμές «αντιλογοτεχνικές» περιγραφές των σωματικών αναγκών είναι αφοπλιστικές.
Σίγουρα θα ενοχλήσουν όσους επενδύουν αποκλειστικά στον λυρισμό.
Όμως ακριβώς εκεί κερδίζεται το στοίχημα: στην έλλειψη εξιδανίκευσης.
Οι μέρες και οι νύχτες μετά τη γέννα είναι αιματηρές, βίαιες, άυπνες, τρομακτικές.
Η ηρωίδα δεν μπορεί να αντιληφθεί το πέρασμα του χρόνου, καθώς η καθημερινότητα απαρτίζεται από τραυματισμένες θηλές, λερωμένες πάνες, απωθητικές μυρωδιές του ίδιου του σώματός της και, κυρίως, εμμονικές σκέψεις «εκδίκησης»: αν πετάξει από το μπαλκόνι τη μικρή βδέλλα, δεν θα μπουν όλα ξανά στη θέση τους; Παρακολουθούμε τη ροή των σκέψεων, των εναλλαγών της διάθεσης, των αμφιβολιών, των αναζητήσεων ενός νέου εαυτού, σαν να είμαστε μέσα στο μυαλό της ηρωίδας.
Σαν να κουβαλάμε το πληγωμένο σώμα της.
Υπάρχει μια εντύπωση ασυνέχειας στην αφήγηση -έχει κάνει καλή δουλειά στη μετάφραση η Αυγή Λίλλη- η οποία όμως συνάδει με την αποσπασματικότητα της ίδιας της πραγματικότητας: μικρά διαλείμματα ύπνου, βουλιμικές επιθέσεις στο ψυγείο, γρήγορα διεκπεραιωμένες σωματικές ανάγκες, κοφτοί διάλογοι, σκοτεινές παρορμήσεις.
Με την κοφτή, ωμή, δυνατή πρόζα της η Σίλβια Μόλναρ διευρύνει το πεδίο της γυναικείας ορατότητας: ναι, μπορείς να γράψεις λογοτεχνία για την επιλόχειο κατάθλιψη." See less @followers
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους