Στο νησί όλοι αγαπούσαν την Αγάπη. Όποτε τη χρειάζονταν. Της χτυπούσαν την πόρτα όταν πονούσαν, όταν φοβούνταν, όταν ήθελαν κάποιον να τους πει «εγώ είμαι εδώ». Κι εκείνη ήταν. Δεν κρατούσε...
Στο νησί όλοι αγαπούσαν την Αγάπη. Όποτε τη χρειάζονταν. Της χτυπούσαν την πόρτα όταν πονούσαν, όταν φοβούνταν, όταν ήθελαν κάποιον να τους πει «εγώ είμαι εδώ». Κι εκείνη ήταν.
Δεν κρατούσε λογαριασμό.
Οι άλλοι κρατούσαν.
Όταν άρχισε να βουλιάζει το νησί, η Αγάπη έτρεξε να βοηθήσει.
Κουβάλησε πράγματα, έλυσε σκοινιά, κράτησε βάρκες για να ανέβουν οι υπόλοιποι.
Όταν τελείωσε, δεν είχε μείνει θέση για εκείνη.
Είδε τον Πλούτο. — Θα με πάρεις μαζί σου; — Δεν χωράς.
Έχω φορτώσει ό,τι αξίζει. Η Αγάπη κοίταξε τα κιβώτια.
Σε αρκετά αναγνώρισε τον γραφικό της χαρακτήρα.
Ήταν τα δώρα της.
Δεν είπε τίποτα.
Πιο πέρα στεκόταν η Αλαζονεία. — Χρειάζομαι βοήθεια. — Πρώτα ηρέμησε.
Μας κοιτάζει ο κόσμος. — Το νησί βουλιάζει. — Κι εσύ πρέπει να κάνεις σκηνή; Η Αγάπη γύρισε προς τη Λύπη. — Εσύ τουλάχιστον ξέρεις.
Πόσες νύχτες κάθισα δίπλα σου; — Το ξέρω.
Αλλά τώρα δεν μπορώ να σηκώσω και τα δικά σου. Η Ευτυχία είχε ήδη φύγει.
Στη βάρκα της ακουγόταν ακόμη το τραγούδι που τους έλεγε η Αγάπη στις γιορτές. Φώναξε.
Κάποιος χαμήλωσε για λίγο τη μουσική.
Ύστερα την ξαναδυνάμωσε. Η Αγάπη έμεινε μέσα στο νερό, κοιτάζοντας τις βάρκες.
Τόσες φορές είχε ακούσει «τι θα κάναμε χωρίς εσένα». Τώρα έβλεπε.
Μια χαρά έφευγαν. — Ανέβα.
Ένας ηλικιωμένος άντρας είχε σταματήσει δίπλα της. — Δεν έχω τίποτα να σου δώσω, του είπε. — Σου ζήτησα; Της άπλωσε το χέρι.
Στη στεριά, η Γνώση την πλησίασε. — Ξέρεις ποιος σε έφερε; Ο Χρόνος. Η Αγάπη έσφιξε πάνω της το βρεγμένο πανωφόρι. — Και γιατί άργησε τόσο; Η Γνώση κάθισε δίπλα της. — Αυτό θα το ρωτήσεις στον ίδιο.
Εσύ γιατί έμεινες; Η Αγάπη κοίταξε απέναντι. — Νόμιζα πως κάποιος θα γύριζε. Για πρώτη φορά το είπε χωρίς να βρει μια δικαιολογία για κανέναν.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους